Category Archives: ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Για έναν επικίνδυνο Ιούνη – Κάλεσμα για έναν μήνα κινητοποιήσεων ως ένδειξη αλληλεγγύης με τους ιταλούς αναρχικούς κρατούμενους

(Λάβαμε 9/5/17)

Ένα κείμενο που συνοψίζει τις ιδέες που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων «Με τα κεφάλια μας ψηλά»

Η κρατική καταστολή είναι το πιο σημαντικό μέρος του συστήματος κυριαρχίας και μια από τις πιο ντροπιαστικές εκφράσεις του. Δεν μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτοί που πλήττονται περισσότερο είναι οι ίδιοι που δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να αφομοιωθούν απ΄ το σύστημα εξουσίας, δηλαδή αναρχικούς και επαναστατικές  ατομικότητες.

Οι τελευταίοι, ανταποκρίνονται στη σωματική, ψυχολογική, ηθική, κοινωνική και οικονομική καταστολή που εξαπέλυσαν όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την δημοκρατική εξουσία και στη θηριώδης αδιάκριτη βία των ένοπλων μέσων και της δικαστικής εξουσίας. Αυτό συμβαίνει με την άμεση δράση που απευθύνεται στους υπεύθυνους για την καταστολή, με την δημιουργική και απελευθερωτική καταστροφή των τόπων κυριαρχίας και την υπονόμευση των υποδομών της, προκειμένου να τεθεί τέλος ή τουλάχιστον να παρεμποδιστούν οι αιτίες εκμετάλλευσης και καταπίεσης από ανθρώπινα όντα σε άλλα ανθρώπινα όντα, τη γη και τα ζώα. Κατά την άποψη της ολικής απελευθέρωσης, η παθητική παρακολούθηση της αναπαραγωγής της κυριαρχίας σημαίνει συνενοχή, γιαυτό και υπάρχουν εκείνοι που συνεχίζουν να κρατούν ψηλά το κεφάλι τους και να επαναστατούν.

Κατά συνέπεια, η εξουσία θέτει σε εφαρμογή όλες τις στρατηγικές της και συνεχίζονται οι δίκες και οι διαδικασίες εναντίον συντρόφων για ενέργειες, επεισόδια συγκρούσεων και γραπτά. Τον επόμενο μήνα θα διεξαχθεί η δίκη  σχετικά με τη λεγόμενη επιχείρηση Shadow, όπου πολλοί σύντροφοι κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για την παρακίνηση εγκληματικής δράσης μετά τη δημοσίευση του εγγράφου KNO3. [1]

Αυτές οι δικαστικές διαδικασίες είναι μια έκφραση του πολέμου που οι αρχές ανταμείβουν τον συνδυασμό μεταξύ σκέψης και δράσης, που είναι το θεμέλιο της επικίνδυνης αναρχίας. Πέρα από τους ατομικούς και ειδικούς αγώνες, αυτή η αστυνομική επιχείρηση στοχεύει στην διάλυση των βασικών εννοιών των αντιεξουσιαστικών ιδεών και μεθόδων, όπως η άμεση δράση, η άρνηση της ανάθεσης και η αλληλεγγύη.

Ξεκινώντας από αυτές τις σκέψεις, κατά τις συναντήσεις που αναπτύχθηκαν μετά τις συλλήψεις της επιχείρησης Scripta Manent, αντί να ασχοληθούμε με τις στρατηγικές καταστολής, θεωρήσαμε απαραίτητο να μην ελαττώσουμε την αλληλεγγύη στην τεχνική υποστήριξη των φυλακισμένων αλλά να διευρύνουμε το φάσμα της ανάλυσής μας.

Από την άποψη αυτή, συζητήσαμε πώς η αλληλεγγύη είναι ένα θεμελιώδες στοιχείο της αναρχικής μας δράσης και των συνεργασιών που αποσκοπούν στην καταστροφή της κυριαρχίας και των σχέσεων συνενοχής με στόχο την καταστροφή της εξουσίας. Αυτή η μορφή αλληλεγγύης υπερβαίνει τις επιθέσεις των καταπιεστών και είναι ικανή να αποτρέψει το ασφυκτικό κλήμα της ιδιαίτερης  πορείας του αγώνα. Ειδικότερα, η έμπρακτη αλληλεγγύη είναι ένα ουσιαστικό μέσο για την αντιμετώπιση της κρατικής βίας και δεν δέχεται παθητικά τα χτυπήματα , αλλά διατηρεί μια στάση επίθεσης, έτσι ώστε να μην αναπτύσσονται στάσεις θυματοποίησης, πράγμα που θέλει η καταπίεση. Με το να σκεφτόμαστε με όρους μιας επιθετικής , μιας διαρκούς και διεθνιστικής συγκρουσιακότητας στο προσωπικό μονοπάτι του καθενός/μιας , το ρίσκο της απομόνωσης μπορεί να μειωθεί και ένας απ τους πιο βασικούς στόχους του εχθρού να καταστεί αναποτελεσματικός.

Η έκφραση της αλληλεγγύης με συγκεκριμένα πλαίσια και πρότζεκτ δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνεί με τις ομιλίες και τις πρακτικές εκείνων που έχουν χτυπηθεί από την καταστολή, ούτε σημαίνει ότι πρέπει να ακολουθεί απαραιτήτως έναν συγκεκριμένο αγώνα ή πρακτική: αν ακολουθήσουμε έναν κοινό ορίζοντα μπορούμε να δράσουμε αλληλέγγυα σύμφωνα με την ατομική μας τάση.

Η δημιουργία σχέσεων αλληλεγγύης σε τοπικό και διεθνές επίπεδο είναι ένας στρατηγικός σκοπός για να αντιμετωπίσουμε την ενίσχυση των μέσων καταστολής ενάντια στις αναρχικές, επαναστατικές ατομικότητες.

Πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να κατευθύνουμε τις προτάσεις μας, τους πειραματισμούς μας και τους στόχους μας για την καταστροφή του συστήματος, το οποίο οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας  “λειαίνοντας” τες, όταν αυτό δεν είναι εφικτό. Από την άποψη αυτή, αναγνωρίζουμε τη σημασία των πολύμορφων ενεργειών και πρακτικών στο ευρύτερο πλαίσιο της αναρχίας, με την μεγαλύτερη πιθανότητα να μην “κολλήσει” σε  προκαθορισμένες δογματικές θέσεις, υπό τον όρο ότι οποιοσδήποτε συγκεκριμένος αγώνας και επίθεση αποτελεί μέρος της ευρύτερης θεώρησης του αγώνα προς την ανατροπή.

Η αναγνώριση της αξίας της πολυμορφίας σημαίνει επίσης ότι πρέπει να θέσουμε τα θεμέλια  για να αντιταχθούμε σε όλες τις συγκεντρωτικές και δεσπόζουσες τάσεις μέσα στην αναρχία. Αυτό είναι εφικτό μόνο μέσω μιας στάσης διαρκούς αυτοκριτικής και κριτικής μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων, μιας στάσης που οδηγεί σε μια ποιοτικά σημαντική ανάπτυξη τόσο της ανάλυσης του τι μας περιβάλλει όσο και των διαφόρων δυνατών τρόπων οργάνωσης της καταστροφής αυτού που μας καταπιέζει. Απορρίπτοντας να κατατάξουμε ή να δώσουμε τη δυνατότητα σε άλλους να ταξινομήσουν τις διαφορετικές μας εντάσεις σε κατηγορίες ταυτότητας, πιστεύουμε ότι κάθε επίθεση κατά της αρχής αλληλεπιδρά με τους κοινωνικούς μηχανισμούς και τις σχέσεις και ταυτόχρονα ενεργεί κατά της ίδιας της κοινωνίας.

Από στρατηγικής άποψης, η ύπαρξη πολύμορφων πρακτικών είναι χρήσιμη για να καλλιεργήσει την πολυπλοκότητα των μορφών οργάνωσης και επίθεσης και να ενισχύει τον διάλογο για τα μέσα και να τελειοποιήσει τους αναρχικούς πειραματισμούς δράσης. Είναι απόλυτη αναγκαιότητα, να κατανοήσουμε πώς να προσδίδουμε αξία σε αυτή την ποικιλομορφία χωρίς να εξασθενεί το περιεχόμενό της από την άποψη ενός κοινού σχεδίου απόλυτης καταστροφής του συστήματος της κυριαρχίας.

Είναι σημαντικό να αναθεωρήσουμε διαφορετικές προτάσεις και προτεινόμενα έργα όχι ως αντιθετικά και στατικά, αλλά ως εργαλεία, μέσα και δυνατότητες που διαθέτουν οι αναρχικοί, εφόσον έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που θεωρούμε θεμελιώδη, όπως η μόνιμη σύγκρουση, η επίθεση, η ανεπίσημη οργάνωση και η ανεξαρτησία από τα θεσμικά όργανα που είναι ιεραρχικά οργανωμένες πολιτικές δομές.

Λέγοντας μόνιμη σύγκρουση, εννοούμε μια τάση προς την ανεπανόρθωτη πρακτική , την άρνηση υποβολής της δράσης μας σε ευκαιριακές αξιολογήσεις. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μια στρατηγική που να αναφέρεται σε τρόπους και στόχους, αλλά αυτό δεν μπορεί να δικαιολογεί τη στάση “περιμένουμε και βλέπουμε” και τη μείωση του περιεχομένου μας για λόγους ποσοτικής διεύρυνσης.

Από αυτή την άποψη δηλώνουμε την άρνηση οποιασδήποτε συνεργασίας με την εξουσία ή οτιδήποτε προσφέρει από μεριά της για ανάκαμψη. Στοχεύουμε την στρατηγική της εξουσίας που απορροφά εμπειρίες και συμπεριφορές που είναι ενδεχομένως επικίνδυνες γι αυτή και τις κατευθύνει προς τους στόχους της.

Στις δημοκρατίες ο μηχανισμός είναι συμπληρωματικός προς το σκληρό πρόσωπο της καταπίεσης και έχει ως στόχο τη διαιώνιση του συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης: η προσπάθεια ένταξης και ενσωμάτωσης ορισμένων μορφών διαφωνίας αποσκοπεί στην αύξηση της συμμετοχής στο πολιτικό παιχνίδι, δημιουργώντας έτσι διαχωρισμούς για να επιτεθούν ευκολότερα όσοι δεν θέλουν να βρίσκονται στη πλευρά της κοινωνία του θεάματος. Η αναρχική δράση για την καταστροφή της κοινωνίας και της κυριαρχίας ανταποκρίνεται τόσο στην άρνησης για εξουσία και ως εκ τούτου δεν διαπραγματεύεται με την τελευταία, αλλά θέλει να την ανατρέψει με βία και με μια ευρύτερη στρατηγική που ξεκινά από την επίγνωση ότι δεν θα ζήσουμε ποτέ ελεύθεροι δημιουργώντας νησίδες μέσα στη κοινωνία της μάζας. Επομένως ο αγώνας, για να μην είναι ρεφορμιστικός, πρέπει να εξετάσει την άμεση επίθεση ως πρακτική.

Με το τέλος της επιχείρησης Scripta Manent οι Alfredo, Nicola, Danilo, Valentina, Anna, Marco και Sandrone βρίσκονται αιχμάλωτοι σε φυλακές υψηλής ασφάλειας, και υπόκεινται σε περιορισμούς και λογοκρισία της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Άλλοι αναρχικοί βρίσκονται σε φυλακές στην Ιταλία και στον υπόλοιπο κόσμο, άλλοι εδώ και αλλού υποβάλλονται σε διάφορα περιοριστικά μέτρα, όπως η κατ ‘οίκον περιορισμό.

Καλούμε σε ένα μήνα κινητοποιήσεων ως ένδειξη αλληλεγγύης στις αναρχικές, επαναστατικές ατομικότητες που τους έπληξε η καταστολή, ως ευκαιρία για συντονισμό μεταξύ πρωτοβουλιών και πρακτικών.

Ρώμη, 30 Απριλίου 2017

Αναρχικοί/ες

[1] Η επιχείρηση Shadow  βασίζεται στο άρθρο 270bis, το οποίο έβαλαν σε εφαρμογή οι εισαγγελείς της Περούτζια το 2008. Το αδίκημα της συνέργειας κατέπεσε στην δική πρώτου βαθμού και στην δική του 2015 κατέληξε σε ποινή 3 χρόνων εναντίων δυο συντρόφων ενώ ένας τρίτος είναι υπό έρευνα βάση του άρθρου 302 με την επιβαρυντική διάταξη του τρομονόμου ακολουθώντας τα άρθρα του KNO3, καθώς υπήρξαν και ποινές εναντίων άλλων συντρόφων για απόπειρες σαμποτάζ σε σιδηροδρομικές γραμμές και κλοπή οχημάτων.

(Μετάφραση Traces of Fire)

Γένοβα – Βαλμπισάνο [Ιταλία]: Σαμποτάζ σε ιστό κινητής τηλεφωνίας, αλληλεγγύη στον αναρχικό αιχμάλωτο και σύντροφο Αλφρέντο Κόσπιτο που είναι σε απεργία πείνας (12/05/2017)

(Λάβαμε 15/5/17)

Σαμποτάζ σε ιστό κινητής τηλεφωνίας, αλληλεγγύη στον αναρχικό αιχμάλωτο και σύντροφο Αλφρέντο Κόσπιτο που είναι σε απεργία πείνας  ενάντια στη λογοκρισία που επιβλήθηκε σε όσους συνελήφθησαν με την επιχείρηση Scripta Manent.

Σπάμε την απομόνωση

(Πηγή : Croce Nera Anarchica autistici.org)

(Μετάφραση Traces of Fire)

Γράμμα της Anna Beniamino για την επιχείρηση Scripta Manent και άλλα.

Η δίωξη στο Τορίνο αποφάσισε να θέσει σε δοκιμασία μια ολόκληρη αναρχική τάση: Τον αφορμαλιστικό (αντι-οργανωτικό) αναρχισμό. Δεν πρόκειται για μια θυμική και αμυντική εκτίμηση, είναι αυτό που επισήμανε ο ανακριτής του Τορίνο Anna Ricci μέσω των ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν τον Ιούλιο του 2016 και επιβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο, πιθανόν ώστε να αποφευχθούν διαταραχές των διακοπών δημόσιου προσωπικού.

Η επιλογή των επιμελητών είναι ξεκάθαρη από το πλαίσιο που εμφανίστηκε στα εντάλματα σύλληψης, προϊόν μιας νοσηρής συνάντησης μεταξύ του τρόπου σκέψης μερικών μπάτσων και της σπασμωδικής ανάγνωσης συνοψίσεων του Wikipedia.

Το πλαίσιο αυτό δίνει μορφή σε μια κατασταλτική-Μανιχαϊστική έποψη μιας κοινωνικής αναρχίας, χρηστής και ακίνδυνης και μιας ( αντι-κοινωνικής και αντί-κλασσικής ) ”ατομικής αναρχίας”, βίαιης και εύπεπτης στην καταστολή της οποίας οι μεθόδοι εκφράζονται στο αφορμαλιστικό μοντέλο.

Πραγματοποιώντας τους απαραίτητους διαχωρισμούς, το πλαίσιο αυτό αποσκοπεί στο να ορίσει ένα συγκεκριμένο στρατόπεδο, στο να δημιουργήσει ένα κλουβί, ώστε από μια γενική ”επαναστατικότητα” ( ένα υποπροϊόν του αφορμαλιστικού μοντέλου ), πάντα βίαιη και υπόλογη σε διαφορετικής κλίμακας τιμωρία, να μπορέσουν να αντληθούν υποκατηγορίες σχηματίζοντας διαφορετικά σκέλη της έρευνας[1] για τους Ιταλούς μπάτσους: ”κλασσικός εξεγερτισμός”, ”κοινωνικός εξεγερτισμός”, ”οίκο-εξεγερτισμός” και η ”άτυπη αναρχική ομοσπονδία”.

Οι διαφορετικές εντάσεις και τάσεις υφίστανται πράγματι εντός του αναρχισμού, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως αυτή η μορφή άτεγκτης κατηγοριοποίησης είναι κληρονομικό στοιχείο από νοοτροπίες και απαιτήσεις δικαστών, οι οποίοι έχουν οριστεί να σκιαγραφούν συγκεκριμένους χώρους ώστε να πραγματοποιούν τις μανούβρες τους όσο καλύτερα μπορούν: Εντός αυτου του χώρου έγκειται και η ακόλουθη επιχείρηση.

Ιστορικά, η αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες υπήρξε κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για τους αναρχικούς και ένας τρόπος να συσπειρωθούν χτίζοντας μια επαναστατική ευαισθησία: επαναστατική αλληλεγγύη και όχι αλληλεγγύη με τους επαναστάτες.

Κατηγοριοποιημένοι από τους Digos του Τορίνο και τους εισαγγελείς πίσω στο 2012, στον απόηχο 20 χρόνων επανειλλημένων και αποτυχημένων κατασταλτικών προσπαθειών, η επιχείρηση Scripta Manent οδήγησε στην σύλληψη 5 αναρχικών: A.M, V.S, D.C, M.B, A.B, όλοι ήδη κάτω από έρευνα και/ή φυλακισμένοι, ακολουθούμενοι από πλήθος αναρχικών εκδόσεων πάνω στην δράση και την καταστολή, συγκεκριμένα : Pagine in Rivolta [2], το δελτίο Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός)[3], KNO3 [4]. Επιπροσθέτως, υπήρξαν εντάλματα σύλληψης για τους A.C, N.G, δύο συντρόφους στην φυλακή από το 2012 μετά από επίθεση στο διευθυντικό στέλεχος της Ansaldo Nucleare, Adinofli, ανειλλημένη στην δικαστική έδρα τον Οκτώβρη του 2013 σαν πυρήνας Όλγα ( FAI/FRI). Για χρόνια ήταν γνωστοί ως συντάκτες της Pagine in Rivolta με τον Alfredo ήδη διωκόμενο για την KNO3.

Tέσσερις ακόμα αναρχικοί έχουν τεθεί υπό την έρευνα των αρχών, όλοι εκ των οποίων προφυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ardire [5], μέρος της οποίας συγκλίνει με αυτές τις τρέχουσες νομικές διώξεις, μαζί με άλλες 4 συλλήψεις των οποίων ο δικαστής αρνήθηκε να επικυρώσει στο ένταλμα του Ιουλίου και οδήγησε στην ανεπιτυχή εισαγγελική απόπειρα επανεξέτασης τον Οκτώβριο του 2016. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν 32 επιδρομές σε όλη την Ιταλία, κατά τη διάρκεια των οποίων συνελήφθη ένας σύντροφος και συντάκτης του CNA ο οποίος και εξακολουθεί να κρατείται υπό το καθεστώς του AS2]6].

H έρευνα δρομολογείται ακόμη-

Η επιχείρηση κατευθύνεται από τον εισαγελέα Roberto Sparagna, νεοφερμένο στις αποκαλούμενες αντιτρομοκρατικές διαδικασίες αλλά ευρέως γνωστό για την διεξαγωγή αγώνων ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα. Είναι άγνωστο το κατά πόσο η επιχείρηση ήταν πρωτοβουλία του ή ενέργεια των μπάτσων του Τορίνο: Το τελευταίο φαντάζει πολύ πιο πιθανό καθώς το κύριο μέρος της έρευνας διεξήχθη και αρχειοθετήθηκε από τους Digos ανά τα χρόνια ενώ υπάρχει ελάχιστη εικόνα για παρασκηνιακά γεγονότα όπως οι ”χαιρετισμοί από τον Dr. Petronzi” ( πρώην διοικητής των Digos ) τους οποίους ο Sparagna φρόντισε να μεταφέρει στους συλληφθέντες κατά την διάρκεια μιας ανακρτικής απόπειρας.

Έχει ελάχιστη σημασία το αν ο ανακριτής είναι ουσιαστικά ένα υποχείριο/μαριονέτα ή αν ενεργεί βάσει της δικής του θέλησης. Η διακυρηγμένη πρόθεση είναι να καταστείλει και να βουλώσει μία αναρχική συνιστώσα η οποία πάντα υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει την άμεση δράση, την αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες, τις πολύμορφες πρακτικές της αναρχικής καταστρεπτικής δράσης και την συνεχή εξέγερση ενάντια στην πολιτική συμμόρφωση εντός και εκτός του κινηματικού περιβάλλοντος.

Όλοι κατηγορούνται με το άρθρο 270Α, μερικοί από το 2003, άλλοι από το 2008, [7] συνδεόμενοι με την FAI/FRI σε διαφορετικούς βαθμούς, ως ”διοργανωτές/υποστηρικτές” αλλά και ως ”μετέχοντες”.

Οι A.C και N.G κατηγορούνται επίσης με το άρθρο 280Α για μια σειρά επιθέσεων[8] πραγματοποιημένων από το 2005 έως το 2007 με βάση αυτό που ορίζεται ως ”σοβαρό πλαίσιο έρευνας” ακόμα κι αν στην πραγματικότητα οι ίδιοι σύντροφοι έχουν ήδη εξεταστεί από τους ίδιους μπάτσους, με τις ίδιες ”ενδείξεις” αμφότεροι αμέσως μετά τα ίδια γεγονότα και το 2012[9], μέσω της χρήσης του συνήθους οπλοστασίου από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, υποκλοπές, καταγραφή καμερών, κατασκοπία, εξέταση DNA με τις υποθέσεις να έχουν αρχειοθετηθεί.

Με αφετηρία τις συλλήψεις του 2012, η έρευνα αυτή είναι μια προσπάθεια να προστεθούν συνειρμικές κατηγορίες στην υπόθεση τραυματισμού του Adinofli και να εξεταστεί ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος συντρόφων που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με τους συλληφθέντες και την δράση τους: Οι μπάτσοι χρησιμοποίησαν το άρθρο 270Α και το αποκαλούμενο ”έγκλημα πρόθεσης” με σκοπό να εξετάσουν σχοινοτενώς ότι ήδη είχε περάσει από τα χέρια πληθώρας Ιταλών εισαγγελέων, συγκεντρώνοντας τα πάντα υπό την δικαιοδοσία τους μέσω της επαναφοράς και του μυρηκασμού σειράς υποθέσεων που έχουν ήδη αρχειοθετηθεί στο παρελθόν.

Η προσπάθεια αυτή να συγκεντρωθούν όλα αναφέρεται εντός της δικαστικής τάξης και είχε διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης ευρέως τα τελευταία χρόνια, όπως και τον Αύγουστο του 2016, με άρθρα εφημερίδων να αναφέρουν ότι ”αντι-τρομοκρατικές σύνοδοι” διεξήχθησαν μεταξύ διάφορων εισαγγελέων και να κάνουν λόγο για ”κακούς επικεφαλής” και ”βίαιες εισβολές” σε πλαίσια που από την δική τους σκοπιά ήταν δημοκρατικώς αποδεκτά.

Αυτή τη φορά, ακολουθώντας μια χρονική και λογική μορφή που αντιστρέφει την κλασική ακολουθία δράσης / καταστολής, η καταστολή αναζητά αναδρομικά ανυπόστατες ενέργειες και πολιτικές θέσεις ενοποιημένες κατά τη διάρκεια των 20 χρόνων, ως συγκράτηση και προειδοποίηση ενάντια στις τρέχουσες “υπερβολικές” εκθέσεις αλληλεγγύης. Αυτά έχουν σαφώς ως στόχο την καταστολή ανεπιθύμητης αλληλεγγύης και της εξάπλωσης ενός αναρχικού συναισθήματος που μιλάει ανοιχτά για κρατουμένους και δράσεις που  προπαγανδίζουν και υποστηρίζουν.

Οι φιλοδοξίες των μπάτσων επιδιώκονταν ακόμη υψηλότερες, όπως είναι εμφανές στις επιδρομές, τις αποτυχημένες συλλήψεις και πάνω απ’ όλα, στο κατηγορηματικό πλαίσιο που εκτείνεται σε 20 χρόνια αναρχικών δράσεων και δημοσιεύσεων.

Η εκδήλωση ξεκινά με τη Marini δίκη [10] το 1996 και τελειώνει με την τρέχουσα Croce Nera Anarchica, εντοπίζοντας μια βέλτιστη γραμμή που ξεκινάει από τις κριτικές για το πώς χειρίστηκε η δίκη Marini, περνά μέσα από τα διάφορα άρθρα και ισχυρισμούς που παρουσιάζονται στην Pagine in Rivolta, KNO3 και CNA, και τελειώνει με γραπτά που περιέχουν συνομιλίες και προσκλήσεις για να είναι παρόντες στη δίκη Adinolfi(ΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΗΜΕΝΑ ΨΗΛΑ ΚΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ) και τέλος, με το σημερινό CNA.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι υπερβολή να ισχυριζόμαστε ότι αυτή η νομική διαδικασία είναι αυτή που επεκτείνεται σε ένα αναρχικό συναίσθημα, ακόμα και αν προσπαθεί να επιτύχει τον κύκλο: ακρογωνιαίους λίθους αντι-αυταρχικής σκέψης και μεθόδου όπως άμεση δράση και η απόρριψη της εκπροσώπησης, η συγγένεια και το άτυπο, η επαναστατική αλληλεγγύη και η αμοιβαία βοήθεια, γίνονται, με τα λόγια και τα χάρτινα σκουπίδια των ανακριτών, επικίνδυνη πρώτη ύλη που πρέπει να κατασταλεί μόλις εμφανιστεί.

Δεν είναι απλώς ένα «έγκλημα της γνώμης» που τίθεται σε δίκη ούτε η λογοκρισία της δημοκρατικής ελευθερίας έκφρασης: αυτός είναι ο πόλεμος που η εξουσία επιτείνει ενάντια στον δεσμό μεταξύ σκέψης και δράσης που βρίσκεται στη βάση του αναρχισμού.

Προσπαθώντας να χτυπήσει δημοσιεύσεις, blogs ή άλλα μέσα επικοινωνίας που αναρχικοί αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν, η καταστολή επαναβεβαιώνει μόνο την εγκυρότητα αυτών των μέσων: να είναι αγκάθι στην πλευρά της υποταγής και της σιωπής.

Anna
φυλακές Latina

[1] Οι εισαγγελείς του Τορίνο έχουν παράξει αρκετές δικαστικές διαδικασίες βασισμένες σε αυτό το πλαίσιο τα τελευταία δύο χρόνια,το οποίο είχε ως συνέπεια να γίνουν προσπάθειες να δικαστούν και πάλι για το άρθρο 270Α 3 οικοαναρχικοί,οι οποίοι είχαν προηγουμένως καταδικαστεί στην Ελβετία για απόπειρα σαμποτάζ στην ΙΒΜ και να γίνουν έρευνες και να αποδοθούν κατηγορίες σε αναρχικούς εμπλεκόμενους με ένα ταμείο αλληλεγγύης για φυλακισμένους,με εισβολές και εντάλματα, χρησιμοποιώντας το ίδιο άρθρο 270Α.

[2] Η Pagine in Rivolta εκδιδόταν με τον υπότιτλο “επαναστατικό αναρχικό περιοδικό” από το 1997 εως το 2002,με 14 τεύχη κυμαινόμενης κυκλοφορίας που έφτανε τα χίλια αντίτυπα.Είχε άρθρα ανάλυσης και κριτικής του αναρχικού κινήματος,χρονολόγια άμεσων δράσεων,αναλήψεις ευθύνης,λίστες κρατουμένων και νέα για την καταστολή.

[3] (Η πρώτη απ΄τις κυκλοφορίες του Μαύρου Σταυρού στην ιταλική γλώσσα ήταν η ιστορική έκδοση που εκδιδόταν από το 1969 ως το 1973 για την στήριξη των ισπανών αντιφρανκιστών,με επιπλέον την εμπλοκή του Pino Pinelli και του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού του Stuart Christie.)Το δελτίο του ΑΜΣ που στοχοποιήθηκε από την καταστολή είναι αυτό που εκδιδόταν από το 2001 ως το 2005, και του τωρινού ΑΜΣ που δημοσιεύεται από το 2014 με ένα blog και ένα περιοδικό.Οι συντάκτες του Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός) του 2001/2005 ήταν οι στόχοι της επιχείρησης Croce Nera του 2005,μια επιχείρηση του άρθρου 270Α,η οποία οδήγησε στις συλλήψεις επτά συντρόφων και οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο,3 από τους οποίους είναι μεταξύ αυτών που εξετάζονται στη Scripta Manent.

[4] Το KNO3 βγήκε το 2008 ως ένα μόνο τεύχος με τον υπότιτλο “επαναστατική αναρχική εφημερίδα”.Το 2008 ήταν το αντικείμενο μιάς έρευνας υπό το άρθρο 270Α,της επιχείρησης “Σκιά”,εκκινούμενη από την εισαγγελέα της Perugia, Emanuela Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων,στην οποία το έγκλημα από κοινού έπεσε στη δίκη πρώτου βαθμού.Η δίκη οδήγησε στην καταδίκη εναντίον των A.C. και A.B.,ενώ ένας τρίτος σύντροφος τέθηκε υπό έρευνα για το άρθρο 302 με την επιβαρυντική περίπτωση της τρομοκρατίας συνδεδεμένη με άρθρα δημοσιοποιημένα στο KNO3,άλλοι σύντροφοι καταδικάστηκαν για το σαμποτάζ μιας σιδηροδρομικής γραμμής και για κλοπή αυτοκινήτου.

[5] Η επιχείρηση “Ardire” ξεκίνησε στην Perugia με την εισαγγελέα Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων και οδήγησε σε επτά συλλήψεις τον Ιούνιο του 2012.Βασίστηκε στο άρθρο 270Α και αναφερόταν σε μιά σειρά επιθέσεων ανειλημμένες από τη FAI/FRI μεταξύ το 2009 και του 2012.Η αρμοδιότητα της υπόθεσης πέρασε απο την Perugia στο Μιλάνο μετά από απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου στο εφετείο και για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,S.F., E.D.B.,G.P.S. και G.L.T.,πέρασε από το Μιλάνο στο Τορίνο και στη συνέχεια στη Scripta Manent.Ολοί όσοι φυλακίστηκαν αφέθηκαν το 2013 αφού εξέτισαν το μέγιστο.

[6] Ο D.C. συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας από τις εισβολές στα πλαίσια της Scripta Manent αφού βρέθηκαν στο σπίτι του ηλεκτρικά υλικά κοινής χρήσης (μπαταρίες των 9 βολτ και λάμπες).Η εισαγγελέας Francesca Polino από τη Ρώμη άνοιξε ξεχωριστή διαδικασία εναντίον του,ενόσω τον κρατούσε στο καθεστώς υψίστης ασφαλείας AS2.

[7] Από το 2003,επειδή αυτό είναι το έτος που προσδιορίζεται ως εκκίνηση της FAI επομένης της επίθεσης στον υπουργό εσωτερικών Prodi τότε και λόγω του κειμένου που ανέλαβε ευθύνη γι΄αυτή.Για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,είναι από το 2008 γιατί είχαν ήδη τεθεί υπό έρευνα για την ίδια επίθεση,χωρίς να έχουν επίσημα κατηγορηθεί.

[8] Αυτό αναφέρεται: στον εκρηκτικό μηχανισμό κατά των καραμπινιέρων RIS στην Parma τον Οκτώβρη του 2005,δράση που ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini (occasionalmente spettacolare)/FAI,στο εκρηκτικό/εμπρηστικό δέμα που στάλθηκε στον τότε δήμαρχο της Bologna, Sergio Cofferati,που επισης ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini/FAI,στη διπλή βομβιστική επίθεση στο κέντρο εκπαίδευσης καραμπινιέρων στο Fossano τον Ιούνιο του 2006 που ανέλαβε η FAI/RAT,στα εκρηκτικά/εμπρηστικά δέματα που στάλθηκαν στον τότε δήμαρχο του Τορίνο Chiamparino,στον διευθυντή της Torino Cronaca,Beppe Fossati και που τοποθετήθηκαν στο κτίριο της Coema Edilizia,εταιρίας εμπλεκόμενης με την κατασκευή του CIE(Κέντρο ταυτοποίησης και απέλασης μεταναστών) στο Τορίνο τον Ιούλιο του 2006,τα οποία όλα ανέλαβε η RAT/FAI,στους 3 εκρηκτικούς μηχανισμούς που εξερράγησαν διαδοχικά στη γειτονιά Crocetta του Τορίνο το Μάρτιο του 2007 που ανέλαβε η RAT/FAI.

[9] Το καλοκαίρι του 2012,κατά τη διάρκεια της έρευνας και της επακόλουθης σύλληψης των A.C. και N.G.,εισαγγελείς σε διάφορες ιταλικές επικράτειες ξανάνοιξαν μια σειρά φακέλων υποθέσεων από το αρχείο σχετιζόμενες με τις επιθέσεις που είχε αναλάβει η FAI τα τελευταία 10 χρόνια.

[10] Το 1995,περίπου τριάντα αναρχικοί συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη από τον εισαγγελέα της Ρώμης Antonio Marini σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων για το άρθρο 270Α,επιπλέον σε μια σειρά από συγκεκριμένα αδικήματα.Η κατηγορία από κοινού αναφερόμενη στη λεγόμενη οργάνωση ORAI έπεσε το 2004 και επικυρώθηκε μια καταδίκη για ανατρεπτική προπαγάνδα και άλλα συγκεκριμένα αδικήματα.

 

Μετάφραση: Διαχειριστική ομάδα Ragnarok

(Πηγή: 325)

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ο αναρχικός σύντροφος Αλφρέντο Κόσπιτο σε απεργία πείνας (03/05/2017)

Σήμερα, ο αναρχικός κρατούμενος Alfredo Cospito ξεκινά μια απεργία πείνας δέκα ημερών ενάντια στη λογοκρισία που του επέβαλε ο εισαγγελέας Sparagna [/ υπεύθυνος της επιχείρησης “Scripta Manent” /], η οποία λογοκρισία αποκλείει σχεδόν ολόκληρη την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία.

Ο Αλφρέντο ζητά από όλους τους συντρόφους του να στέλνουν βιβλία, περιοδικά, επιστολές και έντυπα γενικά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας και υποστήριξης της απεργίας του.

(Πηγή : Croce Nera Anarchica autistici.org)

Μετάφραση Traces of Fire

 

Ιταλία: Ενημέρωση για την επιχείρηση “Scripta Manent”

Πριν από δύο εβδομάδες, οι έρευνες που αφορούσαν την επιχείρηση Scripta Manent έκλεισε, οπότε τώρα αναμένεται η προκαταρκτική ακρόαση, όταν ο δικαστής θα αποφασίσει αν θα προβεί σε δίκη για τους υπόπτους συντρόφους.

(Πηγή : anarhija.info)

Μετάφραση Traces of Fire

Βασιλεία, Ελβετία: Εμπρησμός ΑΤΜ ως ένδειξη αλληλεγγύης στους συντρόφους που κατηγορούνται για την ληστεία τράπεζας στο Άαχεν

Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας δράσης για τους αναρχικούς που βρίσκονται σήμερα στο δικαστήριο και κατηγορούνται για τη ληστεία τράπεζας στο Άαχεν, ένα ακόμα ΑΤΜ πυρπολήθηκε στη Βασιλεία.

Σκατά στη δικαιοσύνη

Σκατά στα λεφτά

(Πηγή : insurrectionnewsworldwide)

(Μετάφραση Traces of Fire)

 

Ανάληψη Ευθύνης-Εμπρησμός αυτοκινήτου δημοσιοκάφρου του σκαι

Ανάληψη Ευθύνης-Εμπρησμός αυτοκινήτου δημοσιοκάφρου του σκαι

“Στο μέτρο που η κοινωνία ονειρέυεται την αναγκαιότητα, γίνεται αναγκαίο το όνειρο.Το θέαμα είναι ο εφιάλτης της αλυσοδεμένης σύγχρονης κοινωνίας, που σε τελευταία ανάλυση εκφράζει μόνο την  επιθυμία της να κοιμηθεί.Το θέαμα είναι ο φύλακας του ύπνου αυτού.”
Γκυ Ντεμπόρ

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού στο αυτοκινήτο του γ.παπαχρήστου κάτω απο το σπίτι του στον άγιο δημήτριο, στις 18/4 τα ξημερώματα.
Ο γ. παπαχρήστος αποτελεί ένα ανθρώπινο σκουπίδι των δημοσιογραφικών κύκλων. Η πορεία του παρόμοια με των ομοίων του. Ενας πολιτικός γυρολόγος που την εκάστοτε χρονική περίοδο καλείται να εξυπηρετήσει τα ανάλογα εξουσιαστικά συμφέροντα ειτέ αυτά είναι πολιτικά είτε οικονομικά, όπως αποδεικνύει η διαδρομή του απο τον “πράσινο” δολ στον νεοφιλελεύθερο σκάι.
Ποιός είναι όμως ο ρόλος του θεσμού του δημοσιογράφου?
Για μας ο δημοσιογράφος αποτελεί ένα ζωτικό κομμάτι ενός ιδεολογικού μηχανισμού των μέσων μαζικής εξαπάτησης, ο οποίος καλείται να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου. Η πρακτική τους για να επιτύχουν τα ανωτέρω συμφέροντα είναι η καλλιέργεια φόβου και ο εξωραισμός καταστάσεων,το δε μέσο  τους είναι η παραπλάνηση για την δημιουργία της δικής τους πραγματικότητας. Στην ελληνική “δημοκρατία” που φαινομενικά πρυτανεύει η ελευθερία του λόγου, ο πλουραλισμός των απόψεων ως δια μαγείας δείχνει να κατευθύνεται μονομερώς για την εξυπηρέτηση της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Το αποτέλεσμα είναι η άβουλη “κοινή γνώμη”να άγεται και να φέρεται αναλόγως με την κατεύθυνση των πληροφοριών που διακινούν οι ντελάληδες των μιντιακών κύκλων, αναζητώντας πάντα την ασφάλεια και την ηρεμία στην οποία εδράζεται η δύναμη του κράτους για την επιβολή του καθεστώτος ασφάλειας και όχι μόνο.
Πως όμως το ψέμα μεταφράζεται σε βίωμα και διαμορφώνεται η άποψη της “κοινής γνώμης”?
   Τα μέσα μαζικής εξαπάτησης μέσω της δύναμης της εικόνας δημιουργούν και αναπαράγουν μια φούσκα εικονικής πραγματικότητας, όπου συνδιάζονται σπασμένα ακυρωτικά μηχανήματα με την κοινή παραβατικότητα, ο ένοπλος επαναστατικός αγώνας με τις τυφλές επιθέσεις των τζιχαντιστών, το lifestyle με την υποκουλτούρα, η αλληλεγγύη στους μετανάστες με την φιλανθρωπία των μκο και η σύνδεση του μαχητικού αντιφασισμού με τις ρατσιστικές επιθέσεις των φασιστών.Το αποτέλεσμα όλων των ανωτέρων είναι η εγκαθίδρυση μιας στρεβλής και παραποιημένης αλήθειας στο υποσυνείδητο της “μάζας”η οποία πλέον αποτελεί για το κράτος και το κεφάλαιο την εφεδρεία των δήμιων πολιτών και των πιστών χειροκροτητών.
Τι εγκαθιδρύεται όμως μέσω της φούσκας εικονικής πραγματικότητας που βιώνει η “μάζα”?
Εμείς αναγνωριζουμε δυο παράλληλες διαδικασίας, η μια ορατή και η δεύτερη αόρατη. Η ορατή πλευρά που βασίζεται στην κατευθυνόμενη απαίτηση της “μάζας” για μεγαλύτερο έλεγχο και ασφάλεια δημιουργεί φυλακές υψίστης ασφαλείας και υπόγειες πτέρυγες ειδικών συνθήκών για τους αναρχικούς αντάρτες πόλης, κάμερες σε κάθε γωνιά της πόλης, μπάρες ελέγχου, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, εξοντωτικές ποινές φυλάκισης σε όσους αντιστέκονται στη σαπίλα του υπάρχοντος, μπάτσους σε κάθε γειτονιά και πάρκα “αναψυχής” και κατανάλωσης για την απρόσκοπτη κυκλοφορία του εμπορεύματος. Το μη ορατό κομμάτι που αναγνωρίζουμε άπτεται του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που δομουνται κάτω απο το καθεστώς της εικονικής πραγματικότητας.Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι σύγχρονες αστικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του φόβου, της ρουφιανιάς, της υπερκατανάλωσης, της αποξένωσης , του φιλοτομαρισμού και της απάθειας, της πατριδολαγνείας και της θρησκοληψίας.Όλα αυτά συνθέτουν την κοινωνία ελέγχου και διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό καθεστώς νεκρικής σιγής που προσπαθεί να καταπνίξει τις αντιστάσεις των “αόρατων” και “παράνομων” αυτής της κοινωνίας.
Δημιουργείται λοιπόν ένας  φαύλος κύκλος μεταξύ κράτους/κεφαλαίου, μέσων μαζικής εξαπάτησης και “κοινής γνώμης” που καταλήγει να είναι αυτόνομος και αλληλοτροφοδοτούμενος.
Ως εχθροί της κοινωνίας του θεάματος σπάμε αυτόν τον φαύλο κύκλο μέσα απο τον αναρχικό αγώνα, όπως τον έχουμε ορίσει στο πρώτο μας κείμενο. Παίρνουμε θέση μάχης επιλέγοντας οι ίδιοι τα μέσα του αγώνα, ξεφεύγοντας απο τα όρια της αστικής νομιμότητας. Συνδιάζουμε τις ανοιχτές με τις συνωμοτικές δράσεις, τις μοιραστικές κειμένων με τους εμπρησμούς, της εκδηλώσεις αλληλεγγύης με τις πολιτικές δολοφονίες, τις καθημερινές αντιστάσεις με την διαρκή επαναστατική δράση, λειτουργώντας αντιπαραθετικά στις επίπλαστες κοινωνικές σχέσεις που υποτάσσει η κυριαρχία και δημιουργώντας πραγματικές σχέσεις συντροφικότητας και αλληλεγγύης μέσα στις δομές του αναρχικού αγώνα.Απεμπολούμε τη σχέση θεατή και υποβολέα μέσα απο τις δομές αντιπληροφόρησης και χτίζουμε άμεσες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μέσα απο την αυτοοργανωμένη έκφραση και τη συλλογική δράση.Αρνούμαστε να γίνουμε υποχείρια του φόβου και της διαστρέβλωσης της που καλλιεργείται, επιλέγοντας τον δρόμο της επίθεσης στο καθεστώς προτάσσοντας το αυτοξεπέρασμα των δοσμένων κοινωνικών ρόλων μέσα απο τις εξεγερτικές διαδικασίες.Βασική μας επιδίωξη είναι η μεταφορά του φόβου που σπέρνουν τα μέσα μαζικής εξαπάτησης και η αντανάκλαση του πεδίου μάχης στις αυλές των μηχανισμών του συστήματος.
Κλείνοντας παρατηρούμε οτι η αριστερή διαχείριση του κράτους επιδιώκει την οριοθέτηση των μέσων αγώνα καθώς και την την ενσωμάτωση/αποπολιτικοποίηση των πρακτικών του που παρεκλίνουν της νομιμότητας.Αυτό έχει δυο αποτελέσματα με δυο ξεχωριστούς φορείς.Αρχικά την ασυλοποίηση των εξεγερτικών δράσεων στα εξάρχεια, δράσεις στις οποίες στεκόμαστε συναισθηματικά αλληλέγγυοι αλλά και απέναντι στο βαθμό που αυτές δεν εξαπλώνονται σε όλο το εύρος των μητροπόλεων και λειτουργούν ως βαλβίδα αποσυμπίεσης.Παράλληλα το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η εσωτερίκευση του φόβου και της καταστολής απο αυτούς που υποτίθεται οτι αντιστέκονται και έχει ως απότοκο την οριοθέτηση των μέσων και την στηλίτευση πρακτικών που ξεφεύγουν απο τα όρια που υποτάσσει το κράτος, όπως είναι ο ξυλοδαρμός των σκυλιών της εξουσίας.Ζητούμενο είναι η ενότητα θεωρίας και πράξης, μέσων αγώνα και πρακτικών, εντασσόμενα όλα σε μια διαρκή επαναστατική δράση για να γίνουμε πραγματικά επικίνδυνοι ως εξεγερμένοι για την καθεστηκυία τάξη.

 

 Αλληλεγγύη σε όλους τους αναρχικούς επαναστάτες και σε όσους   πραγματοποιούν τις επιθέσεις τους.
        Επίθεση με όλα τα μέσα σε κράτος, κεφάλαιο και θεσμούς κυριαρχίας
 

Υ.Γ. Μέσα απο τις συνομωτικές δράσεις, την οργάνωση αυτών και την επιθυμία για επίθεση μπορείς να καταστρέψεις τα πλάνα των εξουσιαστών με την ίδια ευκολία που δίνεις φωτιά σε ένα τσιγάρο

Πυρήνας Δράσης/Μητρόπολις Εάλω – FAI/IRF

Λιέγη, Βέλγιο: Η ομορφιά του καμένου αστυνομικού τμήματος

Δεν είμαστε στρατιώτες

Είμαστε εγκληματίες

Δεν έχουμε πατρίδα, ή κάποιο απώτερο σκοπό, δεν ακολουθούμε οδηγίες, εκτός από εκείνες του εαυτού μας.

Από την άλλη πλευρά, αγωνιζόμαστε.

Για να βρούμε τον εαυτό μας, και να εξερευνήσουμε την ελευθερία μας.

Παλεύουμε με την δυστυχία, την καταπίεση των ηθών μας, και με κάθε τι που μας φυλακίζει.

Το βράδυ της 18ης Απριλίου, βάλαμε φωτιά στο αστυνομικό τμήμα στη Λιέγη (Βέλγιο). Καταστράφηκε ολοσχερώς, από τις φλόγες.

Αφιερώνουμε αυτή την ενέργεια στους φυλακισμένους συντρόφους μας που κατηγορούνται για τη ληστεία της τράπεζας στο Άαχεν.

Αποφασιστικότητα και θάρρος!

Οι σκέψεις μας είναι με τον σύντροφο Damien από το Μοντρέιγ, ο οποίος παραμένει εγκλωβισμένος στις φυλακές Φλερί.

Μην παραιτηθείς ποτέ!

Χαιρετάμε όλους όσους συνωμοτούν.

Με βία, αγάπη και χαρά.

Είμαστε σε διαρκή πόλεμο.

“Μήπως έχεις φωτιά?”

(Πηγή : insurrectionnewsworldwide)

(Μετάφραση Traces of Fire)

 

 

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ενημέρωση για την λογοκρισία/ ο αναρχικός σύντροφος Nicola Gai στην απομόνωση (31/03/2017)

Μάθαμε μέσω της αλληλογραφίας με τους αναρχικούς συντρόφους που βρίσκονται στην πτέρυγα AS2 ( υψίστης ασφαλείας) στις φυλακές της Φεράρα, ότι έγινε παράταση στην λογοκρισία (6 Μαρτίου) για τρεις μήνες ακόμα, η παρακράτηση της αλληλογραφία ξεκίνησε και πάλι, και πολλά από τα γράμματα κατασχέθηκαν.

Επίσης, μας ενημέρωσαν ότι ο σύντροφος Nicola Gai ίσως βρίσκεται στην απομόνωση. Περιμένουμε να λάβουμε όλα τα στοιχεία, όσο το συντομότερο δυνατόν, αφού τελειώσουν τα επισκεπτήρια στη φυλακή.

(Πηγή : autistici.org)

(Μετάφραση Traces of Fire)

Παναγιώτης Αργυρού: Πολίτικη δήλωση για Εφετείο της υπόθεσης Χαλανδρίου

Η Εξέγερση δεν διαπραγματεύεται

Ο χρόνος είναι η ασθένεια της πραγματικότητας. Στη φυλακή ο χρόνος είναι λες και δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας βαραίνει σαν να πλημμύρισε ρινίσματα μολύβδου και καθημερινά τα πνευμόνια μας γεμίζουν από αυτό το άρρωστο οξυγόνο που μας βαραίνει και μας βαραίνει, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Βαραίνεις τόσο που κάποια στιγμή αρχίζεις να νομίζεις ότι σε κάθε σου βήμα σκοτώνεις και μία μέρα από τη ζωή σου, βήμα και μέρα, βήμα και μέρα…

Στα εξήμισι σχεδόν, χρόνια που βρίσκομαι αιχμάλωτος, έχω νιώσει να σκοτώνω πολλές μέρες στα ατελείωτα πήγαινε-έλα στις δικαστικές αίθουσες. Το άθλιο αυτό τελετουργικό των δικαστηρίων που διεξάγεται στο όνομα των νόμων της Δημοκρατίας, το έχω δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές και κάθε ξεχωριστή φορά έφευγα με ένα σακούλι δεκαετίες φυλακής στην πλάτη. Δεν είναι, όμως, μόνο οι βαριές ποινές που μου επιφύλαξε όλη αυτή η γραφειοκρατική βαρβαρότητα, η οποία αρέσκεται να αλέθει ζωές στη μυλόπετρα της δικαιοσύνης, που με ενοχλεί περισσότερο, όσο αυτό το αλαζονικό και αυτάρεσκο ύφος των δικαστών που εκτελούν την ελευθερίας μας νιώθοντας μέσα τους ότι εκπροσωπούν και κάτι το ανώτερο.

Τώρα, λοιπόν, βρισκόμαστε στη διαδικασία επανάληψης αυτών των δικών, μία διαδικασία στην οποία επανεξετάζονται οι πρωτόδικες δικαστικές κρίσεις για το αν ήταν ορθές ή όχι. Προσωπικά, δεν προσήλθα σε αυτή τη διαδικασία για να ζητιανέψω για ελαφρυντικά και άλλες τυχόν νομικές ελαφρύνσεις. Προσήλθα, όμως, με σκοπό να σταθώ αντιμέτωπος με την προπαγάνδα της εξουσίας, μία προπαγάνδα που θέλει να νομιμοποιήσει ηθικά και πολιτικά τις καταδίκες μας.
Για την Κυριαρχία είναι ιδιαίτερα σημαντικό και σκόπιμο όχι μόνο να εξοντώνει τους εχθρούς της καταδικάζοντας τους σε σε πολύχρονες ομηρίες, αλλά και το να τους αποδομεί σαν προσωπικότητες ώστε τα κίνητρά τους και οι πράξεις τους να φαντάζουν ιδιοτελείς, σκοτεινές, βρώμικες και οτιδήποτε άλλο εκτός από πράξεις που στοχεύουν στον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας: την εξουσία.

Για τη Δημοκρατία είμαστε μονάχα μερικοί εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να μας βαφτίζει τρομοκράτες, να ψηφίζει ειδικούς νόμους δίωξής μας, να δημιουργεί ειδικά σώματα καταδίωξης μας, μπορεί να μας δικάζουν σε ειδικές αίθουσες δικαστηρίων από ειδικούς δικαστές κληρωμένους ειδικά για αυτές τις περιστάσεις, μπορεί να μας κρατούν, ενίοτε, δέσμιους κάτω από ειδικές συνθήκες απομόνωσης ή και να φροντίζουν να μας επιβάλλουν κάθε πιθανό και απίθανο σενάριο εξαίρεσης μας από διάφορα δικαιώματα-κεκτημένα των κρατουμένων, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Κι εδώ παρατηρείται το εξής εξαιρετικά ασυνήθιστο. Παρά το ότι η δράση μας θεωρητικά υπάγεται στο κοινό ποινικό έγκλημα, όλο το πολιτικό σύστημα αισθάνεται την ανάγκη να την καταδικάζει πολιτικά διαρκώς, εκδηλώνοντας τον αποτροπιασμό του. Το ίδιο και ένας ολόκληρος συρφετός από δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς παντός είδους, φιγούρες του αριστεροπροοδευτικού καλλιτεχνικού στερεώματος και γενικά διάφορες προβεβλημένες και καταξιωμένες κοινωνικές προσωπικότητες. Όλοι αυτοί μαζί φροντίζουν να διατρανώνουν, σε όλους τους τόνους πόσο απεχθής τους είναι η κουλτούρα της βίας και πόσο “η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα”. Τέτοιος ντόρος, φυσικά, ποτέ δεν έχει γίνει για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου και ούτε πρόκειται να δούμε κάποια έκπληξη στο μέλλον.

Κι όμως, στα δικαστήρια αυτά, συχνά, οι εισαγγελείς νιώθουν την ανάγκη να προσθέσουν στις μακροσκελείς, συνήθως, αγορεύσεις τους, πέρα από τις νομικές διατυπώσεις και κάποιες πολιτικές θέσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει σε αίθουσες σαν κι αυτήν, εισαγγελείς να σπεύδουν να σχολιάσουν πολιτικά το τι σημαίνει τρομοκρατία, τι σημαίνει πολιτικό έγκλημα, και για ποιο λόγο είναι απαραίτητα τα όρια της διαμαρτυρίας στη Δημοκρατία. Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι εισαγγελείς εμφανίζονται να φορούν την Πορφύρα της Δημοκρατίας και να κηρύττουν την ηθική, την πολιτική και την πολιτισμική της ανωτερότητα για να καταλήξουν, τέλος, στην κλασική αρχαία γνωστή ετυμηγορία “αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν”. (Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία).

Μπορεί, φυσικά, να μην επαναλαμβάνουν τα λόγια που ο Σοφοκλής έβαλε στο στόμα του Κρέοντα στο πασίγνωστο έργο του “Αντιγόνη”, αλλά το νόημα είναι πάντοτε το ίδιο. Οι εισαγγελικές κρίσεις, εκπροσωπούσες το αξιακό σύμπαν της εξουσίας, δεν αρκούνται μονάχα στην έκδοση απλών κλασικών καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά επιδιώκουν να κατακεραυνώσουν την έμπρακτη εναντίωση στην εξουσία της Δημοκρατίας και τη βίαιη αμφισβήτηση των νόμων και των θεσμών της. Αυτά, λοιπόν, τα ειδικά δικαστήρια, επισήμως, αρνούνται να παραδεχτούν ότι στην πραγματικότητα είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου αλλά παράλληλα πασχίζουν με αγωνία, ως τελευταία προπύργια της ηθικής νομιμότητας του συστήματος, να υπερασπιστούν τις “ύψιστες” αξίες της Δημοκρατίας. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσε παρά να συνιστά μία έμμεση, έστω, παραδοχή ότι οι δίκες αυτές στην πραγματικότητα είναι και δίκες αξιών.

Στον πραγματικό κόσμο, τον υλικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι ιδέες εκείνες που δεν βρίσκουν ένα αντίκρυσμα σε αντίστοιχες πράξεις είναι ιδέες κούφιες, κενές, άδειες από κάθε ουσία και νόημα. Αν εγώ σήμερα, είμαι όμηρος της εξουσίας και δικάζομαι ξανά και ξανά, είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό είναι γιατί άφησα την ιδέα της αναρχίας να τρυπώσει μέσα μου και επέλεξα να ζήσω πολεμώντας με διάφορους τρόπους την εξουσία. Ερωτευμένος με την αξία της απόλυτης ελευθερίας, πιστεύοντας ακράδαντα μέσα μου πως κάθε είδους εξουσία, όποιο μανδύα κι αν ενδύεται κάθε φορά, δεν είναι παρά ένα βρόγχος στο λαιμό των ανθρώπων που σφίγγει και στραγγαλίζει την ελευθερία τους, μίσησα τους νόμους, τους κανόνες και την ηθική του κόσμου σας. Περιφρόνησα κάθε αρχή, σιχάθηκα κάθε έννοια πειθαρχίας, κι αγάπησα την ιδέα της εξέγερσης με την έννοια της διαρκούς έμπρακτης εναντίωσης στην εξουσία. Η γοητεία που άσκησε πάνω μου η ομορφιά της απόλυτης ελευθερίας ως αξία δεν ήταν ένα μετεφηβικό καπρίτσιο, ούτε ένας απλός νεανικός παροξυσμός από την εύκολη συγκίνηση της αδρεναλίνης και σίγουρα δεν ήταν αποτέλεσμα ενός τυχαίου περάσματος απ’ το διάδρομο μιας βιβλιοθήκης με αναρχικούς συγγραφείς.

Σε μια εποχή που η κοινωνική διαμαρτυρία και οι όποιοι κοινωνικοί αγώνες θεωρούνταν στην καλύτερη είτε κάτι το ντεμοντέ, το ξεπερασμένο, ένα απομεινάρι μιας παλιάς γραφικής εποχής που έπρεπε να μπει σε κάποιο μαυσωλείο τιμής ένεκεν, είτε ένα πεδίο ανάδειξης δικαιωματιών του συνδικαλισμού (και του εργατικού και του φοιτητικού) που συσπείρωναν την εκάστοτε κομματική πελατεία με έναν πανάθλιο πολιτικαντισμό, η μόνη κοινωνική δυναμική που όρθωνε το ανάστημά της με μαχητικούς όρους ήταν ο κόσμος της αναρχίας και ευρύτερης αντιεξουσίας. Πήρα την απόφαση να αποτελέσω ενεργό κομμάτι της δυναμικής αυτής, ωστόσο οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής έπλασαν σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη κοσμοαντίληψη μου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, τότε που εγώ άρχισα να παίρνω μέρος στα δρώμενα του αναρχικού χώρου, η διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα απέπνεε έναν απόλυτο ζόφο. Η πολιτική ηγεμονία του συστήματος είχε χτίσει δύο ισχυρότατες κολώνες, πλέον, πάνω στην κοινωνία:

  1. I) Από τη μία, η συστηματική διαφθορά και εξαγορά των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, κάτι που ξεκίνησε να εφαρμόζει ως κεντρική πολιτική η Σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της εξουσίας, ήδη από το 1980 και μετά, δημιούργησε ένα ολόκληρο χαοτικό σύμπαν “ταξικών αντιφατικών τοποθετήσεων”, που πέτυχαν μια ριζοσπαστική αναδιάρθρωση των, έως τότε, κοινωνικών τάξεων. Αυτή η εκρηκτική κοινωνική κινητικότητα εμφάνισε, από το πουθενά, καινούργιες κατηγορίες νεόπλουτων, ενώ η πάλαι ποτέ απεχθής (ακόμα και για την αριστερά του παρελθόντος) τάξη των νοικοκυραίων γιγαντώθηκε σε αδιανόητα μεγέθη, καθώς μέσα σε μία δεκαπενταετία αυξήθηκαν κατά χιλιάδες οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι παντός είδους μικρομεσαίοι εισοδηματίες, καθώς και οι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες ακινήτων και αγροτικών γαιών, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (τα λεγόμενα “μικροαφεντικά”) και οι κάθε είδους μικρομεσαίοι αυτοαπασχολούμενοι. Το κενό που δημιούργησε αυτή η άτυπη σοσιαλδημοκρατική, κοινωνική μεταρρύθμιση σε φτηνά εργατικά χέρια (σε σκλάβους, δηλαδή, που δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους) καλύφθηκε στη συνέχεια από την πολιτική ανοικτών συνόρων, που άρχιζε να εφαρμόζεται αργότερα, από το 1990 και μετά, όπου οι τεράστιες μεταναστευτικές εισροές άρχισαν να κατακλύζουν την ελληνική επικράτεια. Οι τρύπες, που είχαν παρουσιαστεί στον παραγωγικό τομέα, καλύφθηκαν από χιλιάδες πρόθυμα και φτηνά εργατικά χέρια μεταναστών, που κάτω από τις πιο ελεεινές συνθήκες εκμετάλλευσης (μαύρης ως επί τω πλείστον) έχτισαν με τον ιδρώτα τους, και πολύ συχνά με το αίμα τους, το μικρό θαύμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα το μεγαλύτερο, συντριπτικά, μέρος της κοινωνίας απολάμβανε μακάρια τις μέρες της αφθονίας του ακονίζοντας, συχνά πυκνά, τα ρατσιστικά του ένστικτα.

Αυτή η στρατηγική της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποσκοπούσε, προφανώς, στην πυρόσβεση της κοινωνικής οργής που ήταν έκδηλη ως το 1980 και στην ομαλή διατήρηση του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς ριζοσπαστικές αναταράξεις. Αν και αυτού του είδους οι πολιτικές τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν νέες, αλλά έχουν αναλυθεί εκτενώς στο παρελθόν, ακόμα και από εξέχουσες μορφές του κομμουνιστικού πάνθεον, όπως ο ίδιος ο Μαρξ και ο Λένιν (που μιλούσαν για τη δυνατότητα της σοσιαλδημοκρατίας να διαφθείρει σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μία “εργατική αριστοκρατία”, της οποίας τα σύνορα με την αστική τάξη καθίστανται δυσδιάκριτα και που αποτελεί κοινωνικό στήριγμα της μπουρζουαζίας ή την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού), δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό πολιτικό ανάχωμα σε αυτήν την προέλαση της κοινωνικής διαφθοράς, καθώς μονάχα μερικές επαναστατικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης στάθηκαν εχθρικά, καθώς και η αναρχία που μαζί με κάποια ανυπότακτα κομμάτια της νεολαίας, υπήρξαν φάρος εξέγερσης και αντίστασης σε όλη αυτή τη σαπίλα. Για αυτό και δέχτηκε, εξάλλου, την ανελέητη κρατική καταστολή.

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό κράτος, εξαρχής ιδρύσεώς του, να μην ήταν παρά μία αξιολύπητη χώρα εξάρτησης, δεμένη στα γεωπολιτικά συμφέροντα άλλων δυνάμεων και με τη θηλιά των εξωτερικών δανεισμών στο λαιμό της, αλλά ακόμα και έτσι, δίχως προηγμένη βιομηχανική ανάπτυξη ή την εκμετάλλευση άλλων τρίτων χωρών, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατάφερε να πετύχει με απόλυτους όρους, τη δημιουργία μιας από τις πιο σιχαμένες και σκατόψυχες “εργατικές αριστοκρατίες” που έχει υπάρξει, ίσως, ποτέ. Αξιοποιώντας από τη μία ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και κονδύλια, καθώς και την καθοδηγούμενη ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και πατώντας πάνω στις ράχες και στα πτώματα των “σκλάβων-μεταναστών”, η ελληνική “κοινωνική βάση του οπορτουνισμού” διευρύνθηκε τόσο που τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα άρχισαν σχεδόν να ευθυγραμμίζονται. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που γεννήθηκε η συλλογική ταυτότητα του “νεοέλληνα” και  στο κοινωνικό πεδίο. Βασίλευσαν οι αξίες της διαφθοράς, της παραδοπιστίας και του απόλυτου κοινωνικού κανιβαλισμού, καθώς όπου κι αν κοιτούσες γύρω σου, έβλεπες την επιβεβαίωση της υπαρξιακής ρήσης του Καζαντζάκη: “ο άνθρωπος είναι χτήνος (….) Του έκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Του έκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.”

  1. II) Από την άλλη πλευρά έχουμε τη βάναυση επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας ως πολιτισμική τροφή, πλέον. Η πρεμιέρα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών άρχισε να γράφει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι πίσω από κάθε σταθμό συστρατεύονταν πότε με το ένα και πότε με το άλλο μπλοκ εξουσίας. Αυτό, φυσικά, ήταν το ένα κομμάτι. Το άλλο ήταν, ότι παράλληλα άρχισε μία άνευ προηγουμένου πολιτισμική πλύση εγκεφάλου μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες που άρχισε σιγά σιγά να θεμελιώνει τη δικτατορία της μαζικής κουλτούρας. Ο δυτικός πολιτισμός και τρόπος ζωής υπερπροβλήθηκαν ως μονόδρομος και ταυτόχρονα μία απίστευτη υπερπροσφορά προϊόντων πολυεθνικών εταιρειών γέμισε τις βιτρίνες και τα ράφια της αφθονίας με ένα σωρό αγαθά, τόσο πρώτης ανάγκης, όσο και ολότελα κατασκευασμένων από την καταναλωτική κουλτούρα, που δεν άργησε να γίνει και ιδεολογία (καταναλώνω άρα υπάρχω). Η επενέργεια της διαφήμισης στο συλλογικό θυμικό και υποσυνείδητο δεν έφερε μόνο μία τεχνητή αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος αλλά ενίσχυσε καταλυτικά την επιβολή αισθητικών προτύπων, στερεοτυπικών κοινωνικών ρόλων καθώς και μία γενικότερη αντίληψη περί τρόπου ζωής, σκέψης και διασκέδασης. Κάτι που είχε αντανάκλαση και στην αστική πολεοδομία. Η άνθιση, σαν τα μανιτάρια των cafe-bars, των fast-foods, των εμπορικών κέντρων τύπου Village, Mall, κτλ και η αχαλίνωτη βιομηχανία της νυχτερινής διασκέδασης προκάλεσαν την πολεοδομική μεταμόρφωση ολόκληρων περιοχών που από μία μέρα στην άλλη μεταμορφώνονταν σε εμπορικές ζώνες ή ζώνες εναλλακτικής, λαϊκής, κυριλέ ή trendy διασκέδασης. Ο εκσυγχρονισμός, φυσικά, των δημόσιων και ημι-δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν καθόλου αθώος σε όλη αυτή τη διαδικασία πολεοδομικής ανάπλασης.

Επιπλέον, η διαδραστική επίδραση του θεάματος στο συλλογικό φαντασιακό άρχιζε να εκφυλίζει ολοένα και περισσότερο τη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα από το αηδιαστικό πολιτισμό που παρήγαγε το lifestyle, το λαμπερό star system, καθώς και τα διάφορα reality και talent shows. Γεννήθηκε έτσι, ένας εκτρωματικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων που διαστρέβλωνε κάθε αξία που μπορεί να σήμαινε κάτι αυθεντικό (αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, κτλ) ενώ αλλοιώθηκε δραματικά η αντίληψη των ανθρώπων για τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, κάθε σχέση που μπορεί να εμπεριείχε μία αγνή ιδιοτέλεια (όπως η φιλία, ο έρωτας, η συντροφικότητα) διαστρεβλώθηκε, με αποτέλεσμα η πλέον διαδεδομένη αντίληψη για όλων των ειδών τις σχέσεις να είναι ότι, αν δεν έχουν εργαλειακό χαρακτήρα, δεν πάνε πουθενά.

Αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, καθώς και της ίδιας της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων έγινε κυρίαρχος με τόσο απόλυτο τρόπο, ώστε η κάθε εμφάνιση μιας απόκλισης από αυτόν (είτε ενσυνείδητης είτε υποσυνείδητης) να προσκρούει πάνω σε έναν ισχυρό κοινωνικό ρατσισμό και μια πλειάδα κοινωνικών προκαταλήψεων, που άλλοτε εκδηλώνονται με τη μορφή μιας συλλογικής υποτίμησης, απαξίας, χλευασμού, κτλ. και άλλοτε με τη μορφή της ανοικτής επιθετικότητας, του μίσους και του κανιβαλισμού οποιασδήποτε προσωπικότητας γίνει αντιληπτό ότι διαφέρει.

Αντιλαμβανόμενος, λοιπόν, αυτόν τον κοινωνικό ζόφο της εποχής μου, ένα ζόφο που έπλασε μία καθολική, συλλογική ταυτότητα κανιβαλισμού, ένα συλλογικό, κανιβαλικό “εμείς”, εχθρικό απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, σε οτιδήποτε αμφιβάλλει, αμφισβητεί, σε οτιδήποτε εξεγείρεται και επιτίθεται στο υπάρχον, έβλεπα πως μόνο και μόνο  η επιλογή του να θες να είσαι αναρχικός δεν μπορεί παρά να είναι μία αντικοινωνική επιλογή, αφού στέκεται εχθρικά απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα. Στάθηκα ενάντια, λοιπόν, στην κοινωνία (όχι ως ένα ενιαίο άθροισμα ανθρώπων, όπως θεωρούν ότι την εννοούμε κάποιοι που επιτίθενται σε σκιάχτα των θέσεών μας) ως μηχανή αναπαραγωγής όλων των κυρίαρχων ιδεολογιών, αντιλήψεων, σχέσεων, αξιών. Ενάντια σε αυτή την κοινωνία ως πλυντήριο της εξουσιαστικής τυραννίας της δημοκρατίας, των νόμων και των θεσμών της, ενάντια σε αυτό το αδυσώπητο, συλλογικό “Εμείς” που συνθλίβει και κατακρεουργεί κάθε διαφορετικότητα, με κάθε δυνατό τρόπο, επέλεξα την υπεράσπιση ενός Εγώ, ενός εξεγερμένου Εγώ, ενός αναρχικού Εγώ, ενός Εγώ διατεθειμένου να υπερασπιστεί κάποιες αξίες, ακόμα κι αν αυτό αρκούσε από μόνο του να στρέψει όλον τον κόσμο εναντίον του. Ενός Εγώ που μπορεί να εκτιμά περισσότερο την αξία ενός όμορφου δάσους, παρά μία απέραντη τσιμεντούπολη στην οποία ανθρώπινα μυρμήγκια κινούνται ακατάπαυστα ζώντας για να δουλεύουν, δουλεύοντας για να καταναλώνουν, καταναλώνοντας για να υπάρχουν και υπάρχοντας για να δουλεύουν. Ξέρω ότι αυτές οι αναφορές μου στο ζεύγος “εμείς-εγώ” ξενίζουν και ερεθίζουν την εριστικότητα πολλών. Ας έχουν υπόψιν του, πως τόσο ο Φασισμός όσο και ο Ναζισμός, το συλλογικό Εμείς κολάκεψαν στην πορεία τους προς την εξουσία. Από την άλλη, ο αναρχικός ριζοσπαστικός φεδεραλισμός ποτέ δεν εξέλαβε το Εμείς ως υπεράνω του Εγώ, αλλά ως μία ισότιμη αρμονική συνύπαρξη.

Στο δικό μου το μυαλό κλείδωσα, λοιπόν, αρκετά νωρίς ότι το να υπερασπίζεσαι και να μάχεσαι για μια αξία, για ένα ιδανικό, για ένα όνειρο ή απλώς για αυτό που θεωρείς ηθικό και δίκαιο, δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση αναλόγως το πόσους έχεις δίπλα σου ή το πόσο ελκυστική φαίνεται αυτή η στάση ζωής στην κοινωνική πλειοψηφία. Η υπεράσπιση κάποιων πραγμάτων που αξιακά θεωρεί κάποιος υψηλά, μπορεί να είναι κάλλιστα μία ατομική επιλογή και καθόλου δεν χάνει την αξία της ως τέτοια, ίσα ίσα που την καθιστά πολλές φορές και πιο όμορφη, αν και σίγουρα δυσκολότερη. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος εξασφαλισμένη την κοινωνική συναίνεση ή τη λαϊκή αποδοχή για να υπερασπίζεται ανοιχτά τη θέση πως “η Γη γυρίζει”, καθώς η ηθική υπεροχή μιας τέτοιας στάσης ζωής δεν κρίνεται με όρους μπακάλικους, αλλά με όρους αξιακούς. Από αυτή την άποψη το να υπερασπίζεσαι ανοιχτά πως “η Γη γυρίζει”, ακόμα κι όταν όλη η κοινωνία θέλει να σε δει να καίγεσαι στην πυρά, τι άλλο είναι αν όχι μια επιλογή κόντρα στην κοινωνία, συνεπώς αντικοινωνική;

Η δική μου αξία, λοιπόν, αυτή που εγώ θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστώ, να δώσω μάχη για αυτήν ήταν αυτή ακριβώς η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας. Έχω ξοδέψει κι εγώ άπειρες στιγμές ονειροπολώντας έναν ελεύθερο κόσμο, όπου απόλυτα ελεύθεροι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους απόλυτα ελεύθερες σχέσεις, αλλά ξυπνώντας απ’ την ονειροπόληση αυτή και αντικρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, κατέληγα σε έναν κυνικό πολιτικό ρεαλισμό ότι τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει εφικτό αν δεν καταστραφεί εξ’ ολοκλήρου η κοινωνία, που είναι η μήτρα όλων αυτών των συνθηκών που αποτελούν τις συμπληγάδες πέτρες που συνθλίβουν τις υπάρξεις μας. Θεωρώντας ότι πλέον ζω σε ένα εχθρικό περιβάλλον που όλοι γύρω μου είναι διατεθειμένοι να στραφούν ενάντια σε άτομα σαν κι εμένα μόνο και μόνο γιατί διαφέρουμε, υιοθέτησα αυτόν τον κυνικό πολιτικό ρεαλισμό και ως θέαση των πραγμάτων, κι αυτόν ακριβώς το ρεαλισμό είναι που εγώ, προσωπικά, ορίζω ως μηδενισμό.
Έτσι, λοιπόν, ως αναρχικός υιοθέτησα λογικές και πρακτικές ατομικής και συλλογικής εξέγερσης, επιλέγοντας να έχω μια ρηξιακή σχέση με το υπάρχον, την πολιτική του διάρθρωση, καθώς και με την κοινωνία μέσα από την οποία αναπαράγεται καθώς πλέον  η νομιμοποίηση του στην κοινωνική συνείδηση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Την ένταξή μου και τη στράτευσή μου στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς την είδα και τη βίωσα ως την επιβίβαση μου σε ένα πειρατικό καράβι που δεν σκόπευε ποτέ να καταλήξει σε κάποιο σίγουρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά να διασχίσει τα ανεξερεύνητα και αχαρτογράφητα νερά της άγριας ελευθερίας και της αναρχικής επίθεσης, κουρσεύοντας τη σύγχρονη αποικιοκρατία των ζωών μας, κάτι που θεωρώ μια όμορφη και συγκινητική εμπειρία για την οποία δεν πρόκειται να μετανιώσω ποτέ.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τουλάχιστον έτσι όπως εγώ τη βίωσα μου προσέφερε τη δυνατότητα να συλλογικοποιήσω τις επιθυμίες για άρνηση, επίθεση και καταστροφή, όμως ταυτόχρονα ήταν και κάτι πολύ περισσότερο. Πιο σημαντικό από τις δεκάδες επιθέσεις σε στόχους της κυριαρχίας και του συστήματος (που θα αποφύγω να αναφέρω για πολλοστή φορά) ήταν το γεγονός ότι ένιωσα την ευκαιρία να ενωθώ μαζί με άλλες συντροφικότητες για να συγκρουστούμε μετωπικά με τη Δικτατορία της μαζικής κουλτούρας και της κυρίαρχης ιδεολογίας που είχε ριζώσει βαθιά μέσα στην κοινωνία σαν καρκίνος με πολλαπλές μεταστάσεις. Αποφεύγοντας τις παγίδες ενός φθηνού λαϊκισμού, που δεν θέλει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους χάριν κάποιας κοινωνικής απεύθυνσης, σε αυτιά, ήδη, εχθρικά και προκατειλημμένα απέναντί μας, πήραμε συλλογικά την απόφαση να κάνουμε μια κριτική σκιαγράφηση της κοινωνίας, των δυναμικών που εκτυλίσσονται εντός της και των κοινωνικών κομματιών που περιδινίζονται σε αυτές. Η κριτική αυτή θέση δεν είχε ποτέ σκοπό να προτάξει ένα γενικό και τυφλό ολοκαύτωμα, αλλά μια σκεπτικιστική και υποψιασμένη θέαση διάφορων κοινωνικών συμπεριφορών που στην τελική έχουν περιγράψει και επιφανείς κομμουνιστικές προσωπικότητες, διάσημοι υπαρξιστές φιλόσοφοι, αναρχικοί ατομικιστές και μηδενιστές άλλων εποχών, νεομαρξιστές διαφόρων σχολών, καταστασιακοί θεωρητικοί, καθώς και πλήθος πολιτικοποιημένων λογοτεχνών και ποιητών του ρεύματος της κοινωνικής ηθογραφίας. Μπορεί να μετανιώνω για διάφορα πράγματα στη ζωή μου, η επιλογή, όμως, να υπηρετήσω μια τέτοια στρατηγική δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ένα από αυτά.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου παρουσία στο περιβόητο σπίτι στο Χαλάνδρι, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι, πως 100% δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπόλοιπων ευρύτερων, φιλικών, συγγενικών σχέσεων που άλλοι άνθρωποι έτυχε να έχουν με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν εντελώς αυθαίρετα. Από αυτήν την άποψη δεν μπορώ παρά να αναλάβω κάθε ευθύνη σε ότι αφορά την ύπαρξη του εκρηκτικού μηχανισμού που βρέθηκε στο σπίτι καθώς μόνο άγνωστη δεν μου ήταν. Λυπάμαι πολύ που ένα τέτοιο επιχειρησιακό λάθος, στο οποίο προφανώς ήμουν αναμειγμένος προσωπικά, όπως το να βρίσκεται ένας εκρηκτικός μηχανισμός έστω και για πολύ λίγες ώρες σε ένα καθ’όλο νόμιμο σπίτι που μπαινοβγαίνουν δεκάδες άσχετοι άνθρωποι, έγινε αιτία να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία διώξεων κόσμου που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την ΣΠΦ. Το ηθικό κομμάτι όμως αυτής της κατασκευής δεκάδων κατηγορητηρίων θα βαραίνει για πάντα την ίδια την αντιτρομοκρατική καθώς και την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς της δικαιοσύνης που φρόντισαν να καλύψουν το μακιαβελισμό και τη λογική παράπλευρων διώξεων που είδαμε όλα αυτά τα χρόνια, από το 2008 έως και σήμερα.

Εσείς τώρα λοιπόν όντας κομμάτι αυτού του αποστήματος από ποια θέση θα κρίνετε τη δική μου στάση ζωής; Το γεγονός ότι επέλεξα να οπλίσω τις επιθυμίες μου και να διαλέξω την εξεγερτική βία απέναντι σε κάθε μορφή τυραννίας πως μπορεί να κριθεί αξιακά από προσωπικότητες σαν κι εσάς που είναι απλώς ενεργούμενα του κόσμου της εξουσίας; Δεν σας αρκεί όμως η χρήση της στυγνής δύναμης που σας παρέχει η θέση σας, δε σας φτάνει μόνο να ρυθμίσετε το χρόνο που θα παραμείνω όμηρος στα κελιά της δημοκρατίας, αλλ μα θέλετε να ξεπλύνετε ηθικά και πολιτικά την ταφόπλακα που βάζετε πάνω στην ελευθερία μου, θέλετε όλο αυτό να γίνει στο όνομα δήθεν κάποιων ανώτερων αξιών και ηθικών πλεονεκτημάτων. Τέτοια όμως δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Θα αρκούσε να παρακολουθήσει αυτή εδώ την διαδικασία ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που δεν ξεπούλησε τελείως ακόμα την αξιοπρέπεια του για να σας σιχαθεί κατευθείαν κι εσάς και τα υποτιθέμενα ανώτερα ιδανικά σας. Όλη αυτή η διαδικασία που φανερά ξεπλένει και συγκαλύπτει σοκαριστικές αντιφάσεις των επίλεκτων διωκτικών αρχών που μας έχουν αναλάβει, ώστε να του μπει στο μυαλό η ιδέα να κάψει συθέμελα ή και να τινάξει στον αέρα ένα δικαστήριο, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο του φαινόταν αδιανόητο πριν.

Η σύγκρουση η δική μας δεν αφορά μονάχα εμάς και αυτήν εδώ την αίθουσα, καθώς δεν είναι ξεκομμένη από την συνολική ανθρώπινη ιστορία. Σε αυτήν εδώ την σύγκρουση ενυπάρχει η αναπαράσταση της προαιώνιας σύγκρουσης μεταξύ Εξουσίας και Εξέγερσης, μεταξύ Πειθαρχίας και Ανυπακοής. Είναι αλήθεια πως επέλεξα τον δρόμο της βίας και προέβην σε βίαιες πράξεις. Έντυσα την ανυπακοή μου και την εξέγερση μου με φωτιά και μπαρούτι και τη έστρεψα σε κάθε τι που συμβολίζει και υπηρετεί την Κυριαρχία. Όταν ακούω το “η βία είναι ίδια απ’ όπου κι αν προέρχεται” φτύνω γιατί αηδιάζω. Γιατί σε αυτήν την φράση κρύβεται η αλαζονεία της εξουσίας που θέλει το μονοπώλιο της βίας για τον εαυτό της. Γιατί πως είναι δυνατόν η βία της εξέγερσης όσο  στυγνή και αμείλικτη κι αν είναι, να συγκριθεί με την βία της εξουσίας; Πως μπορούν να μπουν στον ίδιο παρανομαστή αυτά τα δύο, με ποιο θράσος τολμούν και εξισώνουν τη μια μορφή βίας με την άλλη; Πως μπορεί να είναι ποτέ ίδια η βία των εξεγερμένων σκλάβων της Ρώμης με τη βία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας; Πως μπορεί να είναι ίδια η βία του εξεγερμένου δούλου ενάντια στο μαστίγιο του δουλέμπορου; Πως μπορεί να συγκριθεί η βία του τυραννοκτόνου με τη βία του τυράννου; Πως μπορούν να συγκριθούν όλα τα δικαστήρια του κόσμου καμένα με μια μόνο ανθρώπινη ελευθερία που σαπίζει κάπου θαμμένη σε κάποιο τσιμεντένιο τάφο;

Δεν έχετε λοιπόν κανένα ηθικό πλεονέκτημα υπέρ σας, καμία ανώτερη αξία που πάνω να νίψετε τας χείρας σας για τους αποκεφαλισμούς ελευθεριών που υπογράφετε. Εγώ από την άλλη έχω από την δική μου μεριά την ηθική δικαίωση της εξέγερσης που ύψωσε το ανάστημα της απέναντι στην εξουσία. Κι αυτό μου αρκεί. Κι είναι αρκετά όμορφο από μόνο του που δεν μετανιώνω για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής. Και ναι είναι αλήθεια πως οι συνέπειες είναι βαριές. Η στέρηση της ελευθερίας, η αναπηρία των αισθήσεων, η απώλεια όλων εκείνων των αυτονόητων που εκτιμάς όταν πια εκλείπουν, είναι πράγματα που βαραίνουν, και βαραίνουν πολύ όσο περνάει ο καιρός στη φυλακή. Τόσο που σε κάθε βήμα νιώθεις πως σκοτώνεις μια μέρα από την ζωή σου…

Κι όμως η ομορφιά της επιλογής του να αντεπιτεθώ  στην εξουσία βαραίνει περισσότερο. Και για αυτό δεν μετανιώνω για αυτή την επιλογή γιατί ποτέ δεν ήμουν διατεθειμένος να την παζαρέψω. Ποτέ μα ποτέ δεν λογάριασα τις αξίες μου στο ζύγι του ρεαλισμού και του εφικτού. Η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας είναι απ’ τα πιο όμορφα πράγματα για να δώσει μάχη κανείς. Και κάθε φορά που ρωτούσα τον εαυτό μου αν θα έπαιρνα την ίδια επιλογή κόντρα σε όλα τα προγνωστικά η απάντηση κάθε φορά ήταν “Ναι”. Θα έκανα την ίδια επιλογή κι ας ήταν εξαρχής γροθιά στο μαχαίρι. Θα την έκανα ακόμα κι αν ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που θα πίστευε σε αυτή, ακόμα κι αν όλα φαίνονταν μάταια και άσκοπα, ακόμα κι αν ήξερα ότι όλα αυτά θα θαφτούν στο σκοτάδι και ότι κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ότι υπήρξε μια τόσο απελπισμένη μάχη, ακόμα και τότε πάλι την ίδια επιλογή θα έκανα. Γιατί πολύ απλά η αξία της εξέγερσης δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF