ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ

Ο χρόνος είναι σχετικός. Δεν υπόκειται αφ’ εαυτού του σε κατηγοριοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις. Η κατανομή των χρονικών διανυσμάτων σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες είναι προϊόν της ανθρώπινης ανάγκης να σχηματοποιεί, να δημιουργεί πλαίσια που γίνονται αντιληπτά ως “ιστορικές” περίοδοι, ή ως χρονικά ορόσημα τα οποία έχουν ένα διαφοροποιημένο αντίκτυπο στο συνειδησιακό εύρος κάθε ατομικότητας. Άλλες φορές ερμηνευτικό, άλλες πολιτικό κι άλλες καθαρά συναισθηματικό, χωρίς καν αυτό να μπορεί να φιλτραριστεί με ορθολογικούς όρους.
Τη στιγμή λοιπόν που γράφονται αυτές οι γραμμές αρχίζει και πλησιάζει εκείνη η χρονική στιγμή που συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τις μεγάλες εκείνες μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη του 2008, μέρες και νύχτες που φωτίστηκαν από τις πύρινες φλόγες του μίσους και της εκδίκησης για τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Για κάποιους ίσως είναι ένα ένας ακόμα χρόνος από εκείνα τα γεγονότα, για κάποιες ίσως είναι μια επέτειος που χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζει, σβήνεται και χάνεται. Για κάποιους άλλους, για το κομμάτι μιας γενιάς που πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές αποτελεί το σφράγισμα μιας δεκαετίας από το σημείο μηδέν, από την μέρα εκείνη όπου τα πράγματα πήραν μία τροπή που έδειχναν ότι μπροστά στον ορίζοντα ανοίγει ένας δρόμος πιθανόν χωρίς επιστροφή. Μιλώντας για εμένα είναι μία δεκαετία από την οποία τον ένα μόνο χρόνο πρόλαβα να ζήσω ελεύθερος, τον δεύτερο σε καθεστώς παρανομίας και τα υπόλοιπα οκτώ σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Επομένως η συνειδητοποίηση ότι ο χρονικός ορίζοντας μιας ολόκληρης δεκαετία εξαντλείται, δε μπορεί παρά να επιφέρει μία δυνατή αλληλουχία συναισθηματικών εξάρσεων και κυρίως μία τεράστια φόρτιση σε κάποιους ανθρώπους που αρνηθήκαμε πεισματικά να δεχτούμε ότι ο Δεκέμβρης ήταν μόνο ένας μήνας. Γιατί για κάποιους ανθρώπους η εξέγερση εκείνη κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν αποφάσισα ωστόσο να τοποθετηθώ δημόσια τόσο για όλα αυτά, όσο για να διεκδικήσω εκείνο το μικρό μερίδιο που μου αναλογεί στην πολιτική και ιστορική αποκατάσταση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του νεαρού, του μαθητή, του 15χρονου, φίλου για κάποιους, νεαρό μέλος μιας ευρύτερης μεγάλης παρέας για άλλους, αλλά και συντρόφου για πολλούς.
Είθισται ως κινηματική παράδοση και της αναρχίας και της αριστεράς, όταν ένα πρόσωπο από την κοινότητα του αγώνα χάνεται να αναλαμβάνει την τιμητική του προσφώνηση το πιο οικείο, φιλικό και πολιτικό περιβάλλον του, να μιλήσει για το πρόσωπό αυτό, τις απόψεις, τα πιστεύω, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τα προτερήματα ή και τα όποια ελαττώματά συμπληρώνουν τις ανθρώπινες αντιφάσεις που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Μέσα από αυτήν την τιμητική προσφώνησή αναλαμβάνουν να εκθέσουν στον υπόλοιπο κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπικότητα του προσώπου που χάθηκε από κοντά μας, να εκφράσουν την λύπη, την οδύνη, την οργή ίσως, για την απώλεια του από δίπλα μας αλλά και ταυτόχρονα από τα χαρακώματα του αγώνα.
Η περίπτωση όμως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι ίσως από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις, που όσο κι αν έχουν μιλήσει οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά και οι λιγότερο κοντινοί, όσο κι αν έχει εκφραστεί το στενό αλλά και ευρύτερο φιλικό και συντροφικό του περιβάλλον σχετικά με το ποιος ήταν, ποια ήταν η προσωπικότητά του, ποιες οι θέσεις του και οι απόψεις του, έχουν ωστόσο αγνοηθεί συστηματικά με πείσμα και με ακατάληπτη εμμονή. Όχι μόνο έχουν αγνοηθεί με ξεκάθαρα απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, αλλά οι φωνές τους έχουν σκεπαστεί κιόλας με μία συστηματική καταγραφή της ιστορίας έτσι όπως βολεύει την κάθε πλευρά που μιλάει πάνω στο θέμα, καταγραφές που εξυπηρετούν την κατασκευή μεγάλων εύπεπτων αφηγήσεων βασισμένες σε μια εργαλειακά λαϊκίστικη πολιτική εξωστρέφειας. Από την πρωτη στιγμή έχουν αρνηθεί να γίνουν δεκτές οι μαρτυρίες ανθρώπουν του περίγυρου του σχετικά με το ποιός ήταν ο Αλέξανδρος. Ακόμα και η προσωπική μαρτυρία του στενού του φίλου και συντρόφου, καθότι αναρχικός και ο ίδιος ως μαθητής από τα 15 του, Νίκου Ρωμανού μέσα από την επιστολή του “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή” έχει αγνοηθεί από πολλές πλευρές εντός του κινήματος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έτσι έχει καταντήσει ως κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων στο κοινωνικό να έχει μείνει η ιστορία που μιλάει για ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό μαθητή που βγήκε στα Εξάρχεια ένα Σάββατο για τη γιορτή του συμμαθητή του και πού κατέληξε να πέσει θύμα ενός αστυνομικού που πυροβόλησε δολοφονικά εναντίον μιας παρέας παιδιών που “αυθαδίασε” στο πρόσωπο της εξουσίας. Η πραγματικότητα για την επίσημη αποτύπωση της οποίας παλεύουμε πολλά άτομα όλα αυτή τη δεκαετία, είναι πολύ μακριά από αυτή τη νερόβραστη σούπα που σερβίρεται ως καταγραφή των γεγονότων.

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός σύντροφος που ξεκίνησε να ασχολείται με την αναρχία και τους αγώνες της ήδη από το Φλεβάρη του 2008. Άρχισε να δίνει δυναμικά το παρόν σε διάφορες κινηματικές διαδικασίες,  συνελεύσεις μαθητών αλλά και γενικά στα Εξάρχεια, και ειδικά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, αποτελώντας κι ο ίδιος με τη δική του παρέα επίσης νεαρών ατόμων, κομμάτι της λεγόμενης “παρέας της Μεσολογγίου”, η οποία βρισκόταν σε δυσμένεια για αρκετό κόσμο εντός του αναρχικού χώρου την εποχή εκείνη. Η παρέα αυτή των νεαρών συντρόφων/ισσών που εμφανίστηκε περίπου εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα εξαιρετικό ενθουσιώδες μπούγιο παιδιών με αστείρευτη ενεργητικότητα, ζωντάνια και θέληση για συμμετοχή σε δράσεις, αρκετά πολύβουο και ζωηρό ώστε σύντομα να γίνει γνωστό σε όλα τα Εξάρχεια Μιλάμε για μια εποχή μετά τους κυβερνητικούς ανασχηματισμούς που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007, όπου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναλάβει από κοινού ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και ο απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού Παναγιώτης Χηνοφώτης. Η αντικατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει άλλο αέρα στο συγκεκριμένο υπουργείο και συγκεκριμένα μία αλλαγή τακτικής στο ζήτημα της καταστολής. Από το προηγούμενο δόγμα μηδενικής ανοχής Βουλγαράκη – Πολύδωρα, με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΑΤ μέχρι και το Λόφο του Στρέφη, τα μαζικά πογκρόμ, προσαγωγών πέριξ της πλατείας, τις στρατοπεδευμένες διμοιρίες μέσα στην καρδιά των Εξαρχείων, της πρώτης εφαρμογής των πεζών περιπολιών ,της σκληρής και αιματηρής καταστολής των φοιτητικών διαδηλώσεων και των μαζικών συλλήψεων και ξυλοδαρμών ακόμα και αλληλέγγυων στα δικαστήρια, υπήρξε μια διάθεση αποκλιμάκωσης. Οι διμοιρίες αποτραβήχτηκαν, ακόμα και αυτή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ και για ένα διάστημα φάνηκε πως η πολιτική επιδίωξη του Υπουργείου έτεινε περισσότερο προς μια λογική του κατευνασμού των “μπαχαλάκηδων” σε μία περίοδο όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε ενταθεί πάρα πολύ το προηγούμενο διάστημα.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου ως ένα νεαρό αναρχικό σύντροφο, αρκετά ενθουσιώδη και ενεργητικό, με μια αστείρευτη θέληση για δράση παίρνοντας κι ο ίδιος μέρος μαζί με μια μεγαλύτερη παρέα εξίσου νεαρών δραστήριων ατόμων σε προκλήσεις εναντίον της εξουσίας και της καταστολής εντός των στενών ορίων των Εξαρχείων. Καταστάσεις ωστόσο που προκαλούσαν και μία μεγάλη κινηματική γκρίνια η οποία δεν πρωτοτυπούσε καθόλου, όπως δεν πρωτοτυπεί και τώρα. Τα ίδια επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα ακούγονταν και τότε. Αντί για “ακίνδυνη επαναλαμβανόμενη γραφικότητά του Σαββατοκύριακου” είχαμε το κλασικό “Σαββατιάτικο ξεκαύλωμα” και αντί του “επί Σαμαρά αυτά δεν θα τα σκεφτόσασταν καν” είχαμε το “επί Βουλγαράκη-Πολύδωρα δε θα τα τολμούσατε αυτά”. Εντελώς ίδια ήταν τα επιχειρήματα γκρίνιας για τις “κλούβες που γυρίσανε πισω” και όπως επίσης το διαχρονικά πιο άθλιο κατηγορώ εναντίον της αναρχικής νεολαίας αυτό το “σε δυο χρονάκια εσείς θα είσαστε σπιτάκια σας”. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ξεκάθαρα μέσα σε πολλά απο αυτά που διαχρονικά υποτιμούνται καθ’ αυτόν τον τρόπο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νεολαίοι της ηλικίας αυτής μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως και ο σύντροφος Μιχάλης Καλτεζάς το 1985, δε γύρισε σπιτάκι του σε δυο χρονάκια. Τι θά ήταν ο Αλέξανδρος αν ζούσε; Αυτό δεν το ξέρουμε με σιγουριά ούτε μπορούμε να το υποθέσουμε. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οτιδήποτε. Να είχε πάει πράγματι σπίτι του, να είχε εγκαταλείψει την αναρχία, να είχε “ωριμάσει πολιτικά” και να έκραζε τα “μπάχαλα” ή και να είχε μείνει στην κατεύθυνση μιας εξεγερτικής τάσης της αναρχίας. Θα μπορούσε οτιδήποτε που δεν το ξέρουμε και δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα όμως είναι πως έπεσε νεκρός από τα πυρά μπάτσου, ένα Σάββατο βράδυ στις 6 Δεκέμβρη του 2008 στην οδό Μεσολογγίου μέσα στα Εξάρχεια. Ενός μπάτσου που αρνήθηκε να μετανιώσει στο Εφετείο λέγοντας πως πυροβόλησε εναντίον ενός αναρχικού δίνοντας ταυτόχρονα το πολιτικό σκεπτικό της πράξης του το οποίο αναιρεί την αφήγηση περί ενός απλού άφρονος μπάτσου-δολοφόνου .

Αυτό το οποίο συνέβη, και όλα αυτά τα οποία επακολούθησαν εγγράφονται λοιπόν στην ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Στην ιστορία ενός δυναμικού πολύμορφου πολυσυλλεκτικού κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου υπάρχουν διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ της διαχρονικής αντιμπατσικής οργής εντός των Εξαρχείων και της γενικότερης όξυνσης του επιπέδου της ανατρεπτικής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Είναι κατανοητό το γιατί μοχθούν επί 10 χρόνια κάθε λογής προοδευτικοί, αριστεροί, κοινοβουλευτικοί και μη, κάθε λογής προοδευτικοί, ακαδημαϊκοί, εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και λοιποί απολογητές του δημοκρατικού καθεστώτος (όπως εσχάτως η ανεκδιήγητη Ζωή Κωνσταντοπούλου που με θράσος τόλμησε να χαρακτηρήσει στο Εφετείου του Κορκονέα , ως πλαστή την προ τριετίας επιστολή του συντρόφου Νίκου Ρωμανού) να αποσυνδέσουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου από αυτή την εξίσωση. Είναι κατανοητό γιατί ο ίδιος ο θεσμικός τους ρόλος απαιτεί να προωθούν την αποριζοσπαστικοποίηση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σε κάθε μεγάλο ή μικρό κοινωνικό γεγονός. Αυτό που δεν είναι εύκολα κατανοητό σε μία πρώτη ανάγνωση είναι το γιατί επιθυμεί το ίδιο ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προχωρώντας σε μια πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει την πολιτική στράτευση του Αλέξανδρου ως αναρχικού/αντιεξουσιαστή μαθητή. Θα μπορούσε να είναι η προσκόλληση σε μία πιο λαϊκίστικη αφήγηση προς επιδίωξη πρόκλησης ευρύτερων κοινωνικών συμπαθειών , είναι όμως μόνο αυτό; Δυστυχώς μέσα σε όλα αυτά τα 10 χρόνια έχει προκύψει περίτρανα η διατύπωση ότι προφανώς και δεν είναι μόνο αυτό. Δεδομένης της προσωπικότητας του Αλέξανδρου, με ποιες παρέες άραζε, ποιους φίλους είχε, σε ποια σκηνικά χωνόταν, πράγματα δηλαδή που κάποιοι εντός του χώρου δεν θα τα συγχωρήσουν ποτέ, η επίσημη παραδοχή της πολιτικής του ιδιότητας θα σημαίνει μία αλληλουχία πολιτικών τετελεσμένων τα οποία κρίνονται ανεπιθύμητα, κι ένα από αυτά θα είναι φυσικά αυτομάτως η παραδοχή ότι σε όλη αυτή την αντιμπατσική οργή, που εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες εκφράζεται στα Εξάρχεια, έχει και πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται διαλεκτικά με τον ευρύτερο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αφαίρεση λοιπόν της πολιτικής ιδιότητας του Αλέξανδρου υπακούει,όσο λυπηρό και οικτρό και αν ακούγεται ακούγεται, σε μία εξυπηρέτηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που διακατέχεται από φανατική εμπάθεια σε συγκεκριμένες λογικές και πρακτικές. Το πόσο τραγική και ηθικά μεμπτή είναι μία τέτοια επιλογή μπορεί κανείς να το αντιληφθεί αν απλά φανταστεί πόσο αποκρουστικό θα ήταν να υπάρχουν πολιτικές τάσεις μέσα στο ευρύτερο κίνημα, που θα αρνούνταν την πολιτική ιδιότητα προσώπων που έχουνε εκλείψει από την κοινότητα του αγώνα σε διάφορες εποχές, και που σίγουρα κάποιος κόσμος τις πένθησε βαθύτατα, και που θα αναγνώριζαν μόνο την επαγγελματική ή κοινωνική: εργάτης, πατέρας κτλ.

Με αυτή τη μικρή συμβολή δεν έχω καμία αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ότι θα μνημονεύεται εντός του χώρου μας ο Αλέξανδρος ως αναρχικός και ότι κάποιοι θα ρισκάρουν να δημιουργηθούν ανεπιθυμητά για τους ίδιους πολιτικά τετελεσμένα. Είναι όμως μία τοποθέτηση συνεπής σε μια ευρύτερη συλλογική προσπάθεια χρόνων για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα η πολιτική αθλιότητα των επιλογών που αρνούνται μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο. Από τη δική μου μεριά με όλο το συγκινησιακό βάρος που έρχεται να φέρει αυτή η χρονιά ως το επισφράγισμα μιας ολόκληρης εποχής θα ήθελα να χαιρετίσω τον χαμένο μας σύντροφο, αυτόν που ήταν πάντοτε παρόν μαζί μας σε όλα εκείνα που ακολούθησαν, με το νεανικό του χαμόγελο που έσβησε τόσο γρήγορα, να γνέφει συνωμοτικά και να μας κλείνει το ματι στις καλές εποχές, στις επιτυχίες, στις μέρες και τους μήνες που τραντάχτηκε η κανονικότητα, αλλα και στις στραβές, τις αποτυχίες, τα κυνηγητά, τις παρανομίες, τις φυλακές. Μπορει μια δεκαετία να φτάνει στο τελος της, ένας κύκλος να κλείνει και να αφήνει πίσω μια ολόκληρη εποχή, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που θυμομαστε, πονάμε ακόμα και η καρδιά μας παραμένει μια αρμαθιά απο ξυράφια.

Δε λέμε αντίο. Δέκα χρόνια είναι λίγα. Δε στέγνωσε ακόμα το αίμα, ούτε τα δάκρυα και ούτε έσβησε το μισος.
Μονάχα φωνάζουμε με τις μικρές ή μεγάλες μας φωνές ΕΚΔΙΚΗΣΗ για να μη σταματήσει ποτέ να θυμάται ό κόσμος ότι τους νεκρούς μας δεν τους κλαίμε απλά, δεν τους αφήνουμε πίσω, τους κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και ας βαραίνουν τα βήματα μας.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ  ΜΑΘΗΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ
ΝΕΚΡΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της ΣΠΦ

(Πηγή: the-blast.espivblogs.net)

[Πάτρα] Συζήτηση – Τηλεφωνική επικοινωνία με τον Π. Αργυρού + vegan κουζίνα

Συζήτηση – Τηλεφωνική επικοινωνία με τον Π. Αργυρού (Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς) με κεντρικό θέμα την καταστολή, τα πρόσωπά της, τους φορείς της, τη θέση και την αυτοπροστασία μας απέναντί της, αλλά και ό,τι άλλο προκύψει στη ροή της κουβέντας

+ Vegan συλλογική κουζίνα οικονομικής ενίσχυσης για την υπόθεση των 6 ατόμων που συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με μπάτσους την 1/3/18

Στον χώρο θα υπάρχουν κείμενα, μπροσούρες, βιβλία τόσο του ίδιου του συντρόφου και της ΣΠΦ όσο και γενικότερα αναρχικού και ανατρεπτικού περιεχομένου

(Πηγή: athens.indymedia)

Ανταπόκριση στο κάλεσμα αλληλεγγύης στους προφυλακισμένους του Αμβούργου

(Λάβαμε 29/7/17)
Στην εξορία της αιχμαλωσίας λίγα είναι εκείνα τα πράγματα που μπορούν να χαρίσουν ένα χαμόγελο, μια ζεστή σκέψη ή ένα ευχάριστο συναίσθημα. Μπορώ να πω ωστόσο με κάποια σιγουριά ότι αυτές τις μέρες του Ιούλη που παρακολούθησα το Αμβούργο να παραδίδεται στη διάρκεια της Συνόδου των G-20 στο χάος των ταραχών, των συγκρούσεων με την αστυνομία, των πυρήνων οδοφραγμάτων, της λεηλασίας εμπορικών καταστημάτων , των βανδαλισμών και εμπρησμών στόχων της κυριαρχίας η σκέψη μου σίγουρα αναθερμάνθηκε, πλήθος ευχαριστώ και ζωντανών συναισθημάτων με κατέκλυσε κι ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο μου.
Θα είμαι ειλικρινής ωστόσο . Αν και πολύ νωρίς είχε φανεί πως ένα μεγάλο κομμάτι της εξεγερσιακής αναρχίας είχε τη διάθεση να σηκώσει ψηλά τον πήχη , κάτι που είχε αποτυπωθεί και στο κάλεσμα για μια μαχητική εκστρατεία άτυπου συντονισμού τους προηγούμενους από τη Σύνοδο μήνες , κι αν και υπήρξε πλήθος δημοσίων κειμένων και αναλήψεων ευθύνης που ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα αυτό (κάποια συντρόφια μάλιστα είχαν την ευγένεια να αναφερθούν και στην παρακαταθήκη του Μαύρου Δεκέμβρη) δεν ήμουν καθόλου βέβαιος πως οι επίμαχες μέρες θα ήταν πράγματι τόσο δυναμικές. Κι αυτό γιατί δε μου ήταν άγνωστες οι δυσκολίες, οι αντιξοότητες και οι προκλήσεις που θα είχε να αντιμετωπίσει ο κόσμος που θα ήθελε να οργανώσει και να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο φιλόδοξο πλάνο ταραχών. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επικρατεί σε διάφορες χώρες λόγω της τζιχαντιστικής ασύμμετρης απειλής , η αυστηροποίηση των διασυνοριακών ελέγχων λόγω των μεγάλων προσφυγικών κυμμάτων , η αναγγελία στρατιωτικοποίησης του Αμβούργου και ανέγερσης ειδικών φυλακών ειδικά για τους ταραχοποιούς, η τρομοκρατία των Media για μηδενική ανοχή σε όσους προκαλέσουν επεισόδια, η κυριαρχία και η ηττοπάθεια διάφορων αντι-εξεγερτικών ρευμάτων της αναρχίας (που πιθανώς να μιλούσαν με μια δόση ειρωνείας για φιλόδοξη προσπάθεια επανάληψης μιας Γένοβας) αλλά ακόμα και μια προκατάληψη ενάντια στις αντι-Συνόδους ως στημένα ραντεβού με τους μπάτσους, από κύκλους της ίδιας της εξεγερσιακή αναρχίας (μια προκατάληψη που θα πρέπει να παραδεχτώ πως κι εγώ έχω στηρίξει στο παρελθόν) , όλα αυτά λοιπόν μαζί ήταν χωρίς αμφιβολία παράγοντες αυξημένης δυσκολίας.
Κι όμως ενάντια στα προβλεπόμενα τελικά η σπίθα άναψε και η εκστρατεία “Φέρτε το Χάος στο Αμβούργο” πέτυχε με αποτέλεσμα αυτός ο τόσο καλοστημένος κατασταλτικός μηχανισμός που υποτίθεται θα τσάκιζε τους ταραχοποιούς να γελοιοποιηθεί.
Η ένταση των γεγονότων και η επιτυχία πάνω από όλα των διαφόρων σχεδίων που τελικώς συνδύασαν την τακτική των αποκεντρωμένων καταδρομικών επιθέσεων μαζί με αυτή της πρόκλησης εξεγερσιακών στιγμών μέσα στην καρδιά των διαδηλώσεων απέδειξαν με τον πιο απτό τρόπο ότι ο ανταγωνισμός των δυο διαφορετικών σκεπτικών είναι ανώφελος καθώς το καθένα συνεισφέρει και εμπλουτίζει με τον τρόπο του την αναρχική εξέγερση. Εξάλλου όταν η σύγκρουση τολμά να αναμετριέται στα ίσια με την παντοδυναμία της καταστολής και την υποτιθέμενη απέραντη ισχύ της κρατικής τρομοκρατίας , τότε όλα είναι πιθανά όπως το να ξεφτιλιστεί ένας τόσο υπερβολικός κατασταλτικός μηχανισμός σαν κι αυτόν που εκτάκτως ενεργοποιήθηκε στο Αμβούργο τις μέρες της Συνόδου. Είναι γεγονός επίσης πως μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές στην ιστορία των απανταχού εξεγερτικών γεγονότων έγιναν ακριβώς κόντρα στις πιθανότητες κι αυτή είναι και η ομορφιά τους σε πολλές περιπτώσεις.
Δε μπορώ λοιπόν παρά να είμαι συνεπαρμένος από έναν άνεμο ενθουσιασμού και αυτοπεποίθησης που ταξίδεψε χιλιάδες χιλιόμετρα από το Αμβούργο ως αυτόν τον τόπο αιχμαλωσίας. Κι αυτό γιατί με αυτά τα γεγονότα μπορεί να δει ο καθένας πως η δυναμική που απελευθερώνουν τέτοιες εκρηκτικές καταστάσεις δεν αρχίζει και τελειώνει σε μια δεδομένη στιγμή αλλά ταξιδεύει και διαχέεται στέλνοντας το μήνυμα παντού πως το κλειδί για τα πάντα είναι η αποφασιστικότητα κι ο θάνατος της ηττοπάθειας. Αυτό αρκεί για τη δημιουργία μιας, δυο ή και περισσότερων στιγμών οι οποίες είναι δυνατόν να αποτελούν ένα ορόσημο , έναν ιστορικό σταθμό , κάτι όπου θα μπορούμε να στρέψουμε το βλέμμα μας όταν τα πράγματα είναι άσχημα , όταν η απογοήτευση κυριαρχεί και η ματαιότητα φαίνεται να παρελαύνει.
Κι όταν θα κοιτάμε πίσω η ενθύμηση θα μας δίνει αυτήν ακριβώς τη δύναμη που χρειάζεται για να συνεχίζουμε. Μέχρι το επόμενο Αμβούργο, μέχρι την επόμενη εξέγερση , μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της κυριαρχίας.
Όμως από την άλλη μεριά και οι δυνάμεις της εξουσίας ξέρουν να συνεκτιμούν αυτές τις στιγμές , να τις αξιολογούν , να βυθοσκοπούν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις τους και αντίστοιχα να εκδικούνται με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο που να δηλώνει ότι κάθε εκδήλωση εξέγερσης θα τσακίζεται. Έτσι λοιπόν μετά τις εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών , την επέλαση των πάνοπλων κομάντος των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στους εξεγερμένους δρόμους του Αμβούργου, την σκληρή επίθεση σε μπλοκ διαδηλωτών η καταστολή έδειξε κι άλλο τα δόντια της με την προφυλάκιση πολλών δεκάδων ατόμων που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στις ταραχές σύμφωνα με τις ενημερώσεις (36 κρατούνται ακόμα).
Αυτή τη στιγμή ένα νέο κάλεσμα έχει ήδη απευθυνθεί και έχει τεθεί σε κίνηση και αφορά ακριβώς την αλληλεγγύη στους προφυλακισμένους της αντι-συνόδου και ήδη οι πρώτες διαδηλώσεις καθώς και οι επιθέσεις με βανδαλισμούς και εμπρησμούς σε διάφορες ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι γεγονός. Σε ανταπόκριση στο κάλεσμα αυτό θα ήθελα κι εγώ λοιπόν να εκφράσω την αλληλεγγύη μου σε όσους και όσες προφυλακίστηκαν για τα γεγονότα του Αμβούργου καθώς θα ήθελα επίσης να επιστρέψω αυτό το τεράστιο χαμόγελο που μου χάρισαν όλοι εκείνοι κι εκείνες που υπενθύμισαν με τον πιο ωραίο τρόπο ότι η Αναρχία όταν θέλει είναι δυνατή.
Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Παναγιώτης Αργυρού: Πολίτικη δήλωση για Εφετείο της υπόθεσης Χαλανδρίου

Η Εξέγερση δεν διαπραγματεύεται

Ο χρόνος είναι η ασθένεια της πραγματικότητας. Στη φυλακή ο χρόνος είναι λες και δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας βαραίνει σαν να πλημμύρισε ρινίσματα μολύβδου και καθημερινά τα πνευμόνια μας γεμίζουν από αυτό το άρρωστο οξυγόνο που μας βαραίνει και μας βαραίνει, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Βαραίνεις τόσο που κάποια στιγμή αρχίζεις να νομίζεις ότι σε κάθε σου βήμα σκοτώνεις και μία μέρα από τη ζωή σου, βήμα και μέρα, βήμα και μέρα…

Στα εξήμισι σχεδόν, χρόνια που βρίσκομαι αιχμάλωτος, έχω νιώσει να σκοτώνω πολλές μέρες στα ατελείωτα πήγαινε-έλα στις δικαστικές αίθουσες. Το άθλιο αυτό τελετουργικό των δικαστηρίων που διεξάγεται στο όνομα των νόμων της Δημοκρατίας, το έχω δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές και κάθε ξεχωριστή φορά έφευγα με ένα σακούλι δεκαετίες φυλακής στην πλάτη. Δεν είναι, όμως, μόνο οι βαριές ποινές που μου επιφύλαξε όλη αυτή η γραφειοκρατική βαρβαρότητα, η οποία αρέσκεται να αλέθει ζωές στη μυλόπετρα της δικαιοσύνης, που με ενοχλεί περισσότερο, όσο αυτό το αλαζονικό και αυτάρεσκο ύφος των δικαστών που εκτελούν την ελευθερίας μας νιώθοντας μέσα τους ότι εκπροσωπούν και κάτι το ανώτερο.

Τώρα, λοιπόν, βρισκόμαστε στη διαδικασία επανάληψης αυτών των δικών, μία διαδικασία στην οποία επανεξετάζονται οι πρωτόδικες δικαστικές κρίσεις για το αν ήταν ορθές ή όχι. Προσωπικά, δεν προσήλθα σε αυτή τη διαδικασία για να ζητιανέψω για ελαφρυντικά και άλλες τυχόν νομικές ελαφρύνσεις. Προσήλθα, όμως, με σκοπό να σταθώ αντιμέτωπος με την προπαγάνδα της εξουσίας, μία προπαγάνδα που θέλει να νομιμοποιήσει ηθικά και πολιτικά τις καταδίκες μας.
Για την Κυριαρχία είναι ιδιαίτερα σημαντικό και σκόπιμο όχι μόνο να εξοντώνει τους εχθρούς της καταδικάζοντας τους σε σε πολύχρονες ομηρίες, αλλά και το να τους αποδομεί σαν προσωπικότητες ώστε τα κίνητρά τους και οι πράξεις τους να φαντάζουν ιδιοτελείς, σκοτεινές, βρώμικες και οτιδήποτε άλλο εκτός από πράξεις που στοχεύουν στον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας: την εξουσία.

Για τη Δημοκρατία είμαστε μονάχα μερικοί εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να μας βαφτίζει τρομοκράτες, να ψηφίζει ειδικούς νόμους δίωξής μας, να δημιουργεί ειδικά σώματα καταδίωξης μας, μπορεί να μας δικάζουν σε ειδικές αίθουσες δικαστηρίων από ειδικούς δικαστές κληρωμένους ειδικά για αυτές τις περιστάσεις, μπορεί να μας κρατούν, ενίοτε, δέσμιους κάτω από ειδικές συνθήκες απομόνωσης ή και να φροντίζουν να μας επιβάλλουν κάθε πιθανό και απίθανο σενάριο εξαίρεσης μας από διάφορα δικαιώματα-κεκτημένα των κρατουμένων, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Κι εδώ παρατηρείται το εξής εξαιρετικά ασυνήθιστο. Παρά το ότι η δράση μας θεωρητικά υπάγεται στο κοινό ποινικό έγκλημα, όλο το πολιτικό σύστημα αισθάνεται την ανάγκη να την καταδικάζει πολιτικά διαρκώς, εκδηλώνοντας τον αποτροπιασμό του. Το ίδιο και ένας ολόκληρος συρφετός από δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς παντός είδους, φιγούρες του αριστεροπροοδευτικού καλλιτεχνικού στερεώματος και γενικά διάφορες προβεβλημένες και καταξιωμένες κοινωνικές προσωπικότητες. Όλοι αυτοί μαζί φροντίζουν να διατρανώνουν, σε όλους τους τόνους πόσο απεχθής τους είναι η κουλτούρα της βίας και πόσο “η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα”. Τέτοιος ντόρος, φυσικά, ποτέ δεν έχει γίνει για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου και ούτε πρόκειται να δούμε κάποια έκπληξη στο μέλλον.

Κι όμως, στα δικαστήρια αυτά, συχνά, οι εισαγγελείς νιώθουν την ανάγκη να προσθέσουν στις μακροσκελείς, συνήθως, αγορεύσεις τους, πέρα από τις νομικές διατυπώσεις και κάποιες πολιτικές θέσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει σε αίθουσες σαν κι αυτήν, εισαγγελείς να σπεύδουν να σχολιάσουν πολιτικά το τι σημαίνει τρομοκρατία, τι σημαίνει πολιτικό έγκλημα, και για ποιο λόγο είναι απαραίτητα τα όρια της διαμαρτυρίας στη Δημοκρατία. Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι εισαγγελείς εμφανίζονται να φορούν την Πορφύρα της Δημοκρατίας και να κηρύττουν την ηθική, την πολιτική και την πολιτισμική της ανωτερότητα για να καταλήξουν, τέλος, στην κλασική αρχαία γνωστή ετυμηγορία “αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν”. (Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία).

Μπορεί, φυσικά, να μην επαναλαμβάνουν τα λόγια που ο Σοφοκλής έβαλε στο στόμα του Κρέοντα στο πασίγνωστο έργο του “Αντιγόνη”, αλλά το νόημα είναι πάντοτε το ίδιο. Οι εισαγγελικές κρίσεις, εκπροσωπούσες το αξιακό σύμπαν της εξουσίας, δεν αρκούνται μονάχα στην έκδοση απλών κλασικών καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά επιδιώκουν να κατακεραυνώσουν την έμπρακτη εναντίωση στην εξουσία της Δημοκρατίας και τη βίαιη αμφισβήτηση των νόμων και των θεσμών της. Αυτά, λοιπόν, τα ειδικά δικαστήρια, επισήμως, αρνούνται να παραδεχτούν ότι στην πραγματικότητα είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου αλλά παράλληλα πασχίζουν με αγωνία, ως τελευταία προπύργια της ηθικής νομιμότητας του συστήματος, να υπερασπιστούν τις “ύψιστες” αξίες της Δημοκρατίας. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσε παρά να συνιστά μία έμμεση, έστω, παραδοχή ότι οι δίκες αυτές στην πραγματικότητα είναι και δίκες αξιών.

Στον πραγματικό κόσμο, τον υλικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι ιδέες εκείνες που δεν βρίσκουν ένα αντίκρυσμα σε αντίστοιχες πράξεις είναι ιδέες κούφιες, κενές, άδειες από κάθε ουσία και νόημα. Αν εγώ σήμερα, είμαι όμηρος της εξουσίας και δικάζομαι ξανά και ξανά, είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό είναι γιατί άφησα την ιδέα της αναρχίας να τρυπώσει μέσα μου και επέλεξα να ζήσω πολεμώντας με διάφορους τρόπους την εξουσία. Ερωτευμένος με την αξία της απόλυτης ελευθερίας, πιστεύοντας ακράδαντα μέσα μου πως κάθε είδους εξουσία, όποιο μανδύα κι αν ενδύεται κάθε φορά, δεν είναι παρά ένα βρόγχος στο λαιμό των ανθρώπων που σφίγγει και στραγγαλίζει την ελευθερία τους, μίσησα τους νόμους, τους κανόνες και την ηθική του κόσμου σας. Περιφρόνησα κάθε αρχή, σιχάθηκα κάθε έννοια πειθαρχίας, κι αγάπησα την ιδέα της εξέγερσης με την έννοια της διαρκούς έμπρακτης εναντίωσης στην εξουσία. Η γοητεία που άσκησε πάνω μου η ομορφιά της απόλυτης ελευθερίας ως αξία δεν ήταν ένα μετεφηβικό καπρίτσιο, ούτε ένας απλός νεανικός παροξυσμός από την εύκολη συγκίνηση της αδρεναλίνης και σίγουρα δεν ήταν αποτέλεσμα ενός τυχαίου περάσματος απ’ το διάδρομο μιας βιβλιοθήκης με αναρχικούς συγγραφείς.

Σε μια εποχή που η κοινωνική διαμαρτυρία και οι όποιοι κοινωνικοί αγώνες θεωρούνταν στην καλύτερη είτε κάτι το ντεμοντέ, το ξεπερασμένο, ένα απομεινάρι μιας παλιάς γραφικής εποχής που έπρεπε να μπει σε κάποιο μαυσωλείο τιμής ένεκεν, είτε ένα πεδίο ανάδειξης δικαιωματιών του συνδικαλισμού (και του εργατικού και του φοιτητικού) που συσπείρωναν την εκάστοτε κομματική πελατεία με έναν πανάθλιο πολιτικαντισμό, η μόνη κοινωνική δυναμική που όρθωνε το ανάστημά της με μαχητικούς όρους ήταν ο κόσμος της αναρχίας και ευρύτερης αντιεξουσίας. Πήρα την απόφαση να αποτελέσω ενεργό κομμάτι της δυναμικής αυτής, ωστόσο οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής έπλασαν σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη κοσμοαντίληψη μου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, τότε που εγώ άρχισα να παίρνω μέρος στα δρώμενα του αναρχικού χώρου, η διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα απέπνεε έναν απόλυτο ζόφο. Η πολιτική ηγεμονία του συστήματος είχε χτίσει δύο ισχυρότατες κολώνες, πλέον, πάνω στην κοινωνία:

  1. I) Από τη μία, η συστηματική διαφθορά και εξαγορά των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, κάτι που ξεκίνησε να εφαρμόζει ως κεντρική πολιτική η Σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της εξουσίας, ήδη από το 1980 και μετά, δημιούργησε ένα ολόκληρο χαοτικό σύμπαν “ταξικών αντιφατικών τοποθετήσεων”, που πέτυχαν μια ριζοσπαστική αναδιάρθρωση των, έως τότε, κοινωνικών τάξεων. Αυτή η εκρηκτική κοινωνική κινητικότητα εμφάνισε, από το πουθενά, καινούργιες κατηγορίες νεόπλουτων, ενώ η πάλαι ποτέ απεχθής (ακόμα και για την αριστερά του παρελθόντος) τάξη των νοικοκυραίων γιγαντώθηκε σε αδιανόητα μεγέθη, καθώς μέσα σε μία δεκαπενταετία αυξήθηκαν κατά χιλιάδες οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι παντός είδους μικρομεσαίοι εισοδηματίες, καθώς και οι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες ακινήτων και αγροτικών γαιών, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (τα λεγόμενα “μικροαφεντικά”) και οι κάθε είδους μικρομεσαίοι αυτοαπασχολούμενοι. Το κενό που δημιούργησε αυτή η άτυπη σοσιαλδημοκρατική, κοινωνική μεταρρύθμιση σε φτηνά εργατικά χέρια (σε σκλάβους, δηλαδή, που δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους) καλύφθηκε στη συνέχεια από την πολιτική ανοικτών συνόρων, που άρχιζε να εφαρμόζεται αργότερα, από το 1990 και μετά, όπου οι τεράστιες μεταναστευτικές εισροές άρχισαν να κατακλύζουν την ελληνική επικράτεια. Οι τρύπες, που είχαν παρουσιαστεί στον παραγωγικό τομέα, καλύφθηκαν από χιλιάδες πρόθυμα και φτηνά εργατικά χέρια μεταναστών, που κάτω από τις πιο ελεεινές συνθήκες εκμετάλλευσης (μαύρης ως επί τω πλείστον) έχτισαν με τον ιδρώτα τους, και πολύ συχνά με το αίμα τους, το μικρό θαύμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα το μεγαλύτερο, συντριπτικά, μέρος της κοινωνίας απολάμβανε μακάρια τις μέρες της αφθονίας του ακονίζοντας, συχνά πυκνά, τα ρατσιστικά του ένστικτα.

Αυτή η στρατηγική της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποσκοπούσε, προφανώς, στην πυρόσβεση της κοινωνικής οργής που ήταν έκδηλη ως το 1980 και στην ομαλή διατήρηση του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς ριζοσπαστικές αναταράξεις. Αν και αυτού του είδους οι πολιτικές τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν νέες, αλλά έχουν αναλυθεί εκτενώς στο παρελθόν, ακόμα και από εξέχουσες μορφές του κομμουνιστικού πάνθεον, όπως ο ίδιος ο Μαρξ και ο Λένιν (που μιλούσαν για τη δυνατότητα της σοσιαλδημοκρατίας να διαφθείρει σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μία “εργατική αριστοκρατία”, της οποίας τα σύνορα με την αστική τάξη καθίστανται δυσδιάκριτα και που αποτελεί κοινωνικό στήριγμα της μπουρζουαζίας ή την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού), δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό πολιτικό ανάχωμα σε αυτήν την προέλαση της κοινωνικής διαφθοράς, καθώς μονάχα μερικές επαναστατικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης στάθηκαν εχθρικά, καθώς και η αναρχία που μαζί με κάποια ανυπότακτα κομμάτια της νεολαίας, υπήρξαν φάρος εξέγερσης και αντίστασης σε όλη αυτή τη σαπίλα. Για αυτό και δέχτηκε, εξάλλου, την ανελέητη κρατική καταστολή.

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό κράτος, εξαρχής ιδρύσεώς του, να μην ήταν παρά μία αξιολύπητη χώρα εξάρτησης, δεμένη στα γεωπολιτικά συμφέροντα άλλων δυνάμεων και με τη θηλιά των εξωτερικών δανεισμών στο λαιμό της, αλλά ακόμα και έτσι, δίχως προηγμένη βιομηχανική ανάπτυξη ή την εκμετάλλευση άλλων τρίτων χωρών, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατάφερε να πετύχει με απόλυτους όρους, τη δημιουργία μιας από τις πιο σιχαμένες και σκατόψυχες “εργατικές αριστοκρατίες” που έχει υπάρξει, ίσως, ποτέ. Αξιοποιώντας από τη μία ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και κονδύλια, καθώς και την καθοδηγούμενη ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και πατώντας πάνω στις ράχες και στα πτώματα των “σκλάβων-μεταναστών”, η ελληνική “κοινωνική βάση του οπορτουνισμού” διευρύνθηκε τόσο που τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα άρχισαν σχεδόν να ευθυγραμμίζονται. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που γεννήθηκε η συλλογική ταυτότητα του “νεοέλληνα” και  στο κοινωνικό πεδίο. Βασίλευσαν οι αξίες της διαφθοράς, της παραδοπιστίας και του απόλυτου κοινωνικού κανιβαλισμού, καθώς όπου κι αν κοιτούσες γύρω σου, έβλεπες την επιβεβαίωση της υπαρξιακής ρήσης του Καζαντζάκη: “ο άνθρωπος είναι χτήνος (….) Του έκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Του έκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.”

  1. II) Από την άλλη πλευρά έχουμε τη βάναυση επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας ως πολιτισμική τροφή, πλέον. Η πρεμιέρα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών άρχισε να γράφει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι πίσω από κάθε σταθμό συστρατεύονταν πότε με το ένα και πότε με το άλλο μπλοκ εξουσίας. Αυτό, φυσικά, ήταν το ένα κομμάτι. Το άλλο ήταν, ότι παράλληλα άρχισε μία άνευ προηγουμένου πολιτισμική πλύση εγκεφάλου μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες που άρχισε σιγά σιγά να θεμελιώνει τη δικτατορία της μαζικής κουλτούρας. Ο δυτικός πολιτισμός και τρόπος ζωής υπερπροβλήθηκαν ως μονόδρομος και ταυτόχρονα μία απίστευτη υπερπροσφορά προϊόντων πολυεθνικών εταιρειών γέμισε τις βιτρίνες και τα ράφια της αφθονίας με ένα σωρό αγαθά, τόσο πρώτης ανάγκης, όσο και ολότελα κατασκευασμένων από την καταναλωτική κουλτούρα, που δεν άργησε να γίνει και ιδεολογία (καταναλώνω άρα υπάρχω). Η επενέργεια της διαφήμισης στο συλλογικό θυμικό και υποσυνείδητο δεν έφερε μόνο μία τεχνητή αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος αλλά ενίσχυσε καταλυτικά την επιβολή αισθητικών προτύπων, στερεοτυπικών κοινωνικών ρόλων καθώς και μία γενικότερη αντίληψη περί τρόπου ζωής, σκέψης και διασκέδασης. Κάτι που είχε αντανάκλαση και στην αστική πολεοδομία. Η άνθιση, σαν τα μανιτάρια των cafe-bars, των fast-foods, των εμπορικών κέντρων τύπου Village, Mall, κτλ και η αχαλίνωτη βιομηχανία της νυχτερινής διασκέδασης προκάλεσαν την πολεοδομική μεταμόρφωση ολόκληρων περιοχών που από μία μέρα στην άλλη μεταμορφώνονταν σε εμπορικές ζώνες ή ζώνες εναλλακτικής, λαϊκής, κυριλέ ή trendy διασκέδασης. Ο εκσυγχρονισμός, φυσικά, των δημόσιων και ημι-δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν καθόλου αθώος σε όλη αυτή τη διαδικασία πολεοδομικής ανάπλασης.

Επιπλέον, η διαδραστική επίδραση του θεάματος στο συλλογικό φαντασιακό άρχιζε να εκφυλίζει ολοένα και περισσότερο τη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα από το αηδιαστικό πολιτισμό που παρήγαγε το lifestyle, το λαμπερό star system, καθώς και τα διάφορα reality και talent shows. Γεννήθηκε έτσι, ένας εκτρωματικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων που διαστρέβλωνε κάθε αξία που μπορεί να σήμαινε κάτι αυθεντικό (αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, κτλ) ενώ αλλοιώθηκε δραματικά η αντίληψη των ανθρώπων για τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, κάθε σχέση που μπορεί να εμπεριείχε μία αγνή ιδιοτέλεια (όπως η φιλία, ο έρωτας, η συντροφικότητα) διαστρεβλώθηκε, με αποτέλεσμα η πλέον διαδεδομένη αντίληψη για όλων των ειδών τις σχέσεις να είναι ότι, αν δεν έχουν εργαλειακό χαρακτήρα, δεν πάνε πουθενά.

Αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, καθώς και της ίδιας της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων έγινε κυρίαρχος με τόσο απόλυτο τρόπο, ώστε η κάθε εμφάνιση μιας απόκλισης από αυτόν (είτε ενσυνείδητης είτε υποσυνείδητης) να προσκρούει πάνω σε έναν ισχυρό κοινωνικό ρατσισμό και μια πλειάδα κοινωνικών προκαταλήψεων, που άλλοτε εκδηλώνονται με τη μορφή μιας συλλογικής υποτίμησης, απαξίας, χλευασμού, κτλ. και άλλοτε με τη μορφή της ανοικτής επιθετικότητας, του μίσους και του κανιβαλισμού οποιασδήποτε προσωπικότητας γίνει αντιληπτό ότι διαφέρει.

Αντιλαμβανόμενος, λοιπόν, αυτόν τον κοινωνικό ζόφο της εποχής μου, ένα ζόφο που έπλασε μία καθολική, συλλογική ταυτότητα κανιβαλισμού, ένα συλλογικό, κανιβαλικό “εμείς”, εχθρικό απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, σε οτιδήποτε αμφιβάλλει, αμφισβητεί, σε οτιδήποτε εξεγείρεται και επιτίθεται στο υπάρχον, έβλεπα πως μόνο και μόνο  η επιλογή του να θες να είσαι αναρχικός δεν μπορεί παρά να είναι μία αντικοινωνική επιλογή, αφού στέκεται εχθρικά απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα. Στάθηκα ενάντια, λοιπόν, στην κοινωνία (όχι ως ένα ενιαίο άθροισμα ανθρώπων, όπως θεωρούν ότι την εννοούμε κάποιοι που επιτίθενται σε σκιάχτα των θέσεών μας) ως μηχανή αναπαραγωγής όλων των κυρίαρχων ιδεολογιών, αντιλήψεων, σχέσεων, αξιών. Ενάντια σε αυτή την κοινωνία ως πλυντήριο της εξουσιαστικής τυραννίας της δημοκρατίας, των νόμων και των θεσμών της, ενάντια σε αυτό το αδυσώπητο, συλλογικό “Εμείς” που συνθλίβει και κατακρεουργεί κάθε διαφορετικότητα, με κάθε δυνατό τρόπο, επέλεξα την υπεράσπιση ενός Εγώ, ενός εξεγερμένου Εγώ, ενός αναρχικού Εγώ, ενός Εγώ διατεθειμένου να υπερασπιστεί κάποιες αξίες, ακόμα κι αν αυτό αρκούσε από μόνο του να στρέψει όλον τον κόσμο εναντίον του. Ενός Εγώ που μπορεί να εκτιμά περισσότερο την αξία ενός όμορφου δάσους, παρά μία απέραντη τσιμεντούπολη στην οποία ανθρώπινα μυρμήγκια κινούνται ακατάπαυστα ζώντας για να δουλεύουν, δουλεύοντας για να καταναλώνουν, καταναλώνοντας για να υπάρχουν και υπάρχοντας για να δουλεύουν. Ξέρω ότι αυτές οι αναφορές μου στο ζεύγος “εμείς-εγώ” ξενίζουν και ερεθίζουν την εριστικότητα πολλών. Ας έχουν υπόψιν του, πως τόσο ο Φασισμός όσο και ο Ναζισμός, το συλλογικό Εμείς κολάκεψαν στην πορεία τους προς την εξουσία. Από την άλλη, ο αναρχικός ριζοσπαστικός φεδεραλισμός ποτέ δεν εξέλαβε το Εμείς ως υπεράνω του Εγώ, αλλά ως μία ισότιμη αρμονική συνύπαρξη.

Στο δικό μου το μυαλό κλείδωσα, λοιπόν, αρκετά νωρίς ότι το να υπερασπίζεσαι και να μάχεσαι για μια αξία, για ένα ιδανικό, για ένα όνειρο ή απλώς για αυτό που θεωρείς ηθικό και δίκαιο, δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση αναλόγως το πόσους έχεις δίπλα σου ή το πόσο ελκυστική φαίνεται αυτή η στάση ζωής στην κοινωνική πλειοψηφία. Η υπεράσπιση κάποιων πραγμάτων που αξιακά θεωρεί κάποιος υψηλά, μπορεί να είναι κάλλιστα μία ατομική επιλογή και καθόλου δεν χάνει την αξία της ως τέτοια, ίσα ίσα που την καθιστά πολλές φορές και πιο όμορφη, αν και σίγουρα δυσκολότερη. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος εξασφαλισμένη την κοινωνική συναίνεση ή τη λαϊκή αποδοχή για να υπερασπίζεται ανοιχτά τη θέση πως “η Γη γυρίζει”, καθώς η ηθική υπεροχή μιας τέτοιας στάσης ζωής δεν κρίνεται με όρους μπακάλικους, αλλά με όρους αξιακούς. Από αυτή την άποψη το να υπερασπίζεσαι ανοιχτά πως “η Γη γυρίζει”, ακόμα κι όταν όλη η κοινωνία θέλει να σε δει να καίγεσαι στην πυρά, τι άλλο είναι αν όχι μια επιλογή κόντρα στην κοινωνία, συνεπώς αντικοινωνική;

Η δική μου αξία, λοιπόν, αυτή που εγώ θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστώ, να δώσω μάχη για αυτήν ήταν αυτή ακριβώς η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας. Έχω ξοδέψει κι εγώ άπειρες στιγμές ονειροπολώντας έναν ελεύθερο κόσμο, όπου απόλυτα ελεύθεροι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους απόλυτα ελεύθερες σχέσεις, αλλά ξυπνώντας απ’ την ονειροπόληση αυτή και αντικρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, κατέληγα σε έναν κυνικό πολιτικό ρεαλισμό ότι τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει εφικτό αν δεν καταστραφεί εξ’ ολοκλήρου η κοινωνία, που είναι η μήτρα όλων αυτών των συνθηκών που αποτελούν τις συμπληγάδες πέτρες που συνθλίβουν τις υπάρξεις μας. Θεωρώντας ότι πλέον ζω σε ένα εχθρικό περιβάλλον που όλοι γύρω μου είναι διατεθειμένοι να στραφούν ενάντια σε άτομα σαν κι εμένα μόνο και μόνο γιατί διαφέρουμε, υιοθέτησα αυτόν τον κυνικό πολιτικό ρεαλισμό και ως θέαση των πραγμάτων, κι αυτόν ακριβώς το ρεαλισμό είναι που εγώ, προσωπικά, ορίζω ως μηδενισμό.
Έτσι, λοιπόν, ως αναρχικός υιοθέτησα λογικές και πρακτικές ατομικής και συλλογικής εξέγερσης, επιλέγοντας να έχω μια ρηξιακή σχέση με το υπάρχον, την πολιτική του διάρθρωση, καθώς και με την κοινωνία μέσα από την οποία αναπαράγεται καθώς πλέον  η νομιμοποίηση του στην κοινωνική συνείδηση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Την ένταξή μου και τη στράτευσή μου στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς την είδα και τη βίωσα ως την επιβίβαση μου σε ένα πειρατικό καράβι που δεν σκόπευε ποτέ να καταλήξει σε κάποιο σίγουρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά να διασχίσει τα ανεξερεύνητα και αχαρτογράφητα νερά της άγριας ελευθερίας και της αναρχικής επίθεσης, κουρσεύοντας τη σύγχρονη αποικιοκρατία των ζωών μας, κάτι που θεωρώ μια όμορφη και συγκινητική εμπειρία για την οποία δεν πρόκειται να μετανιώσω ποτέ.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τουλάχιστον έτσι όπως εγώ τη βίωσα μου προσέφερε τη δυνατότητα να συλλογικοποιήσω τις επιθυμίες για άρνηση, επίθεση και καταστροφή, όμως ταυτόχρονα ήταν και κάτι πολύ περισσότερο. Πιο σημαντικό από τις δεκάδες επιθέσεις σε στόχους της κυριαρχίας και του συστήματος (που θα αποφύγω να αναφέρω για πολλοστή φορά) ήταν το γεγονός ότι ένιωσα την ευκαιρία να ενωθώ μαζί με άλλες συντροφικότητες για να συγκρουστούμε μετωπικά με τη Δικτατορία της μαζικής κουλτούρας και της κυρίαρχης ιδεολογίας που είχε ριζώσει βαθιά μέσα στην κοινωνία σαν καρκίνος με πολλαπλές μεταστάσεις. Αποφεύγοντας τις παγίδες ενός φθηνού λαϊκισμού, που δεν θέλει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους χάριν κάποιας κοινωνικής απεύθυνσης, σε αυτιά, ήδη, εχθρικά και προκατειλημμένα απέναντί μας, πήραμε συλλογικά την απόφαση να κάνουμε μια κριτική σκιαγράφηση της κοινωνίας, των δυναμικών που εκτυλίσσονται εντός της και των κοινωνικών κομματιών που περιδινίζονται σε αυτές. Η κριτική αυτή θέση δεν είχε ποτέ σκοπό να προτάξει ένα γενικό και τυφλό ολοκαύτωμα, αλλά μια σκεπτικιστική και υποψιασμένη θέαση διάφορων κοινωνικών συμπεριφορών που στην τελική έχουν περιγράψει και επιφανείς κομμουνιστικές προσωπικότητες, διάσημοι υπαρξιστές φιλόσοφοι, αναρχικοί ατομικιστές και μηδενιστές άλλων εποχών, νεομαρξιστές διαφόρων σχολών, καταστασιακοί θεωρητικοί, καθώς και πλήθος πολιτικοποιημένων λογοτεχνών και ποιητών του ρεύματος της κοινωνικής ηθογραφίας. Μπορεί να μετανιώνω για διάφορα πράγματα στη ζωή μου, η επιλογή, όμως, να υπηρετήσω μια τέτοια στρατηγική δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ένα από αυτά.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου παρουσία στο περιβόητο σπίτι στο Χαλάνδρι, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι, πως 100% δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπόλοιπων ευρύτερων, φιλικών, συγγενικών σχέσεων που άλλοι άνθρωποι έτυχε να έχουν με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν εντελώς αυθαίρετα. Από αυτήν την άποψη δεν μπορώ παρά να αναλάβω κάθε ευθύνη σε ότι αφορά την ύπαρξη του εκρηκτικού μηχανισμού που βρέθηκε στο σπίτι καθώς μόνο άγνωστη δεν μου ήταν. Λυπάμαι πολύ που ένα τέτοιο επιχειρησιακό λάθος, στο οποίο προφανώς ήμουν αναμειγμένος προσωπικά, όπως το να βρίσκεται ένας εκρηκτικός μηχανισμός έστω και για πολύ λίγες ώρες σε ένα καθ’όλο νόμιμο σπίτι που μπαινοβγαίνουν δεκάδες άσχετοι άνθρωποι, έγινε αιτία να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία διώξεων κόσμου που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την ΣΠΦ. Το ηθικό κομμάτι όμως αυτής της κατασκευής δεκάδων κατηγορητηρίων θα βαραίνει για πάντα την ίδια την αντιτρομοκρατική καθώς και την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς της δικαιοσύνης που φρόντισαν να καλύψουν το μακιαβελισμό και τη λογική παράπλευρων διώξεων που είδαμε όλα αυτά τα χρόνια, από το 2008 έως και σήμερα.

Εσείς τώρα λοιπόν όντας κομμάτι αυτού του αποστήματος από ποια θέση θα κρίνετε τη δική μου στάση ζωής; Το γεγονός ότι επέλεξα να οπλίσω τις επιθυμίες μου και να διαλέξω την εξεγερτική βία απέναντι σε κάθε μορφή τυραννίας πως μπορεί να κριθεί αξιακά από προσωπικότητες σαν κι εσάς που είναι απλώς ενεργούμενα του κόσμου της εξουσίας; Δεν σας αρκεί όμως η χρήση της στυγνής δύναμης που σας παρέχει η θέση σας, δε σας φτάνει μόνο να ρυθμίσετε το χρόνο που θα παραμείνω όμηρος στα κελιά της δημοκρατίας, αλλ μα θέλετε να ξεπλύνετε ηθικά και πολιτικά την ταφόπλακα που βάζετε πάνω στην ελευθερία μου, θέλετε όλο αυτό να γίνει στο όνομα δήθεν κάποιων ανώτερων αξιών και ηθικών πλεονεκτημάτων. Τέτοια όμως δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Θα αρκούσε να παρακολουθήσει αυτή εδώ την διαδικασία ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που δεν ξεπούλησε τελείως ακόμα την αξιοπρέπεια του για να σας σιχαθεί κατευθείαν κι εσάς και τα υποτιθέμενα ανώτερα ιδανικά σας. Όλη αυτή η διαδικασία που φανερά ξεπλένει και συγκαλύπτει σοκαριστικές αντιφάσεις των επίλεκτων διωκτικών αρχών που μας έχουν αναλάβει, ώστε να του μπει στο μυαλό η ιδέα να κάψει συθέμελα ή και να τινάξει στον αέρα ένα δικαστήριο, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο του φαινόταν αδιανόητο πριν.

Η σύγκρουση η δική μας δεν αφορά μονάχα εμάς και αυτήν εδώ την αίθουσα, καθώς δεν είναι ξεκομμένη από την συνολική ανθρώπινη ιστορία. Σε αυτήν εδώ την σύγκρουση ενυπάρχει η αναπαράσταση της προαιώνιας σύγκρουσης μεταξύ Εξουσίας και Εξέγερσης, μεταξύ Πειθαρχίας και Ανυπακοής. Είναι αλήθεια πως επέλεξα τον δρόμο της βίας και προέβην σε βίαιες πράξεις. Έντυσα την ανυπακοή μου και την εξέγερση μου με φωτιά και μπαρούτι και τη έστρεψα σε κάθε τι που συμβολίζει και υπηρετεί την Κυριαρχία. Όταν ακούω το “η βία είναι ίδια απ’ όπου κι αν προέρχεται” φτύνω γιατί αηδιάζω. Γιατί σε αυτήν την φράση κρύβεται η αλαζονεία της εξουσίας που θέλει το μονοπώλιο της βίας για τον εαυτό της. Γιατί πως είναι δυνατόν η βία της εξέγερσης όσο  στυγνή και αμείλικτη κι αν είναι, να συγκριθεί με την βία της εξουσίας; Πως μπορούν να μπουν στον ίδιο παρανομαστή αυτά τα δύο, με ποιο θράσος τολμούν και εξισώνουν τη μια μορφή βίας με την άλλη; Πως μπορεί να είναι ποτέ ίδια η βία των εξεγερμένων σκλάβων της Ρώμης με τη βία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας; Πως μπορεί να είναι ίδια η βία του εξεγερμένου δούλου ενάντια στο μαστίγιο του δουλέμπορου; Πως μπορεί να συγκριθεί η βία του τυραννοκτόνου με τη βία του τυράννου; Πως μπορούν να συγκριθούν όλα τα δικαστήρια του κόσμου καμένα με μια μόνο ανθρώπινη ελευθερία που σαπίζει κάπου θαμμένη σε κάποιο τσιμεντένιο τάφο;

Δεν έχετε λοιπόν κανένα ηθικό πλεονέκτημα υπέρ σας, καμία ανώτερη αξία που πάνω να νίψετε τας χείρας σας για τους αποκεφαλισμούς ελευθεριών που υπογράφετε. Εγώ από την άλλη έχω από την δική μου μεριά την ηθική δικαίωση της εξέγερσης που ύψωσε το ανάστημα της απέναντι στην εξουσία. Κι αυτό μου αρκεί. Κι είναι αρκετά όμορφο από μόνο του που δεν μετανιώνω για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής. Και ναι είναι αλήθεια πως οι συνέπειες είναι βαριές. Η στέρηση της ελευθερίας, η αναπηρία των αισθήσεων, η απώλεια όλων εκείνων των αυτονόητων που εκτιμάς όταν πια εκλείπουν, είναι πράγματα που βαραίνουν, και βαραίνουν πολύ όσο περνάει ο καιρός στη φυλακή. Τόσο που σε κάθε βήμα νιώθεις πως σκοτώνεις μια μέρα από την ζωή σου…

Κι όμως η ομορφιά της επιλογής του να αντεπιτεθώ  στην εξουσία βαραίνει περισσότερο. Και για αυτό δεν μετανιώνω για αυτή την επιλογή γιατί ποτέ δεν ήμουν διατεθειμένος να την παζαρέψω. Ποτέ μα ποτέ δεν λογάριασα τις αξίες μου στο ζύγι του ρεαλισμού και του εφικτού. Η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας είναι απ’ τα πιο όμορφα πράγματα για να δώσει μάχη κανείς. Και κάθε φορά που ρωτούσα τον εαυτό μου αν θα έπαιρνα την ίδια επιλογή κόντρα σε όλα τα προγνωστικά η απάντηση κάθε φορά ήταν “Ναι”. Θα έκανα την ίδια επιλογή κι ας ήταν εξαρχής γροθιά στο μαχαίρι. Θα την έκανα ακόμα κι αν ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που θα πίστευε σε αυτή, ακόμα κι αν όλα φαίνονταν μάταια και άσκοπα, ακόμα κι αν ήξερα ότι όλα αυτά θα θαφτούν στο σκοτάδι και ότι κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ότι υπήρξε μια τόσο απελπισμένη μάχη, ακόμα και τότε πάλι την ίδια επιλογή θα έκανα. Γιατί πολύ απλά η αξία της εξέγερσης δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF

Π.Αργυρού-εφετείο ΣΠΦ:Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

 

Τους προηγούμενους μήνες έλαβε χώρα ένας επιπλέον κύκλος εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας. Κάποιες από αυτές έχουν ενδιαφέρον καθώς είναι αποκαλυπτικές ως προς τις μεθοδεύσεις του συνόλου των διωκτικών αρχών. Δεδομένης της έλλειψης ενημέρωσης όπως αυτή φάνηκε στα κενά της αντιπληροφόρησης (σκοπούμενα ή μη) θα αποπειραθώ να καταγράψω εκείνες τις λεπτομέρειες που θεωρώ ότι αξίζουν αναφοράς.Όσα ακολουθήσουν θα είναι μια όσο το δυνατόν συμπυκνωμένη παράθεση καταθέσεων αρκετών από τους μάρτυρες, σε μια διαδικασία που διήρκεσε αρκετούς μήνες. Σίγουρα θα υπάρχουν παραλείψεις και σημεία που ίσως μου διέφυγαν, οπότε ο εμπλουτισμός των ενημερώσεων και από άλλους μόνο χρήσιμος θα είναι. Δυστυχώς, η απουσία διαθεσιμότητας, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον για την καταγραφή στιγμιότυπων των δικών αυτών (που στην τελική δεν αφορούν μονάχα τους εμπλεκόμενους σε αυτές αλλά και όσους αντλούν ενδεχομένως ένα ενδιαφέρον γύρω από τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις) ενισχύουν τα ελλείμματα ενημέρωσης. Ελπίζω τα όσα αναφερθούν να μπορούν να χρησιμεύσουν κάπου σε υποθέσεις που είναι ήδη ανοιχτές και στις οποίες σύντροφοι δικάζονται με παρόμοια μοτίβα μεθοδεύσεων, όπως αυτά φάνηκαν μέσα από τις καταθέσεις μαρτύρων ( ψεύτικες αναγνωρίσεις, ανώνυμα τηλεφωνήματα, παρακολουθήσεις σπιτιών κτλ). Σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως όλη αυτή η ενημέρωση έχει και μια αυτούσια πολιτική αξία, διότι μέσα από τις περιγραφές προκύπτει αρκετά γλαφυρά το πως οι κατασταλτικοί θεσμοί της Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του εσωτερικού εχθρού που βαφτίζουν “τρομοκρατία”.

 

1) Στην ογκώδη λίστα μαρτύρων κατηγορίας οι περισσότεροι ήταν αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και βαθμίδων. Όχι κάτι παράξενο για υποθέσεις όπως αυτή. Όμως εδώ το αξιοπερίεργο είναι ότι πολλοί από αυτούς δεν είχαν το παραμικρό να πουν γιατί πολύ απλά δεν είχαν κανενός είδους εμπλοκή στις εξεταζόμενες υποθέσεις (εκρήξεις στην οικεία του πρώην υπουργού Παναγιώτη Χηνοφώτη, της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη και στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης). Για παράδειγμα στην περίπτωση της έκρηξης στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης εμφανίστηκαν αρκετοί αστυνομικοί των ΜΑΤ που δεν είχαν να πουν τίποτα απολύτως καθώς ναι μεν υπηρετούσαν στην διμοιρία που αναλάμβανε τη στατική φύλαξη του υπουργείου, τη μέρα της έκρηξης όμως έλειπαν σε άδεια. Ως προς το περίεργο της υπόθεσης οι ίδιοι απάντησαν πως δεν είχαν ιδέα γιατί καλέστηκαν, κι ότι ενώ φρόντισαν να ξεκαθαρίσουν πως έλειπαν σε άδεια, παρόλαυτά τα ονόματα τους μπήκαν στην λίστα με τους μάρτυρες. Αν αυτό το μπέρδεμα αφορούσε μόνο την προανάκριση δεν θα προξενούσε εντύπωση διότι κάτι τέτοια διαδικαστικά λάθη δεν είναι σπάνια. Πως όμως έφτασαν τα ονόματα τους να συμπεριληφθούν στη λίστα μαρτύρων κατηγορίας για την δίκη; Ούτε και η πιο αφελής καλοπιστία δεν θα δεχόταν το επιχείρημα ότι όλο αυτό οφείλεται σε μια απλή γραφειοκρατική κωλυσιεργία. Δεδομένου μάλιστα ότι η επιλογή των συγκεκριμένων μαρτύρων έγινε, όπως οι ίδιοι είπαν, από την ίδια την αντιτρομοκρατική, η καχυποψία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη μαρτύρων κατηγορίας στη λίστα χωρίς αυτοί να έχουν οτιδήποτε να πουν ήταν μια μεθόδευση και όχι ένα απλό λάθος. Που μπορεί να αποσκοπεί όμως αυτή η φαινομενικά άκυρη μεθόδευση;Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι το να εμφανίζονται πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε μια δίκη, και δη αστυνομικοί, επιβαρύνει από μόνο του το κλίμα. Πόσο μάλλον όταν στην εξέταση τους μπορεί να προκύψει ένα αόριστο κλίμα κινδυνολογίας. Είναι δεδομένο ότι καθώς οι αστυνομικοί έλειπαν σε άδεια μόνο υποθετικά θα μπορούσαν να απαντήσουν σε μια ερώτηση του στυλ : “Από την θέση που ήταν τοποθετημένη η βόμβα θα μπορούσατε να κινδυνέψετε αν είχατε υπηρεσία και εάν η έκρηξη γινόταν πρόωρα ;” Ό,τι κι αν απαντούσαν όμως με αυτή την τεχνική ενισχύεται η γενική εντύπωση ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αντάρτικου πόλης αποσκοπούν ή δεν νοιάζονται για παράπλευρες απώλειες. Δεν είναι τόσο το ποινικό κομμάτι που ενδιαφέρει τις αρχές σε αυτήν την περίπτωση, όσο η πολιτική σκοπιμότητα του να ακούγεται όσο περισσότερο γίνεται αυτή η αόριστη κινδυνολογία, ώστε να χτυπιέται το κύρος και το ηθικό ανάστημα των ανταρτών πόλης, καθώς είναι πάγια τακτική να επιχειρείται η αποδόμηση τους ως εν δυνάμει μακελάρηδες αθώων ανθρώπων. Σε τελική ανάλυση κανείς δεν θα ασχοληθεί με το αν οι αστυνομικοί ήταν ή δεν ήταν παρόντες καθώς αυτό που μένει είναι αυτή η αόριστη κινδυνολογία. Το γεγονός αυτό το πιστοποιεί και η κατάθεση τηλεφωνήτριας της άμεσης δράσης, η οποία ήταν αυτή που κλήθηκε να μεταβιβάσει το προειδοποιητικό τηλεφώνημα στους ανωτέρους της. Η συγκεκριμένη τηλεφωνήτρια αρνιόταν επίμονα να αναγνωρίσει εάν τέτοιου είδους προειδοποιητικά τηλεφωνήματα έχουν ή όχι έναν προστατευτικό χαρακτήρα, βρίσκοντας προφάσεις του στυλ “δεν μπορώ να έχω άποψη επί του θέματος”. Μόνο όταν ρωτήθηκε ότι αφού δεν μπορεί να έχει άποψη γιατί μπήκε στον κόπο να απασχολήσει τους ανωτέρους της, παραδέχθηκε “υποθέτω πως ναι έχουν προστατευτικό χαρακτήρα”.

 

Ανάμεσα στους αστυνομικούς που κατέθεσαν ήταν κι ένα στέλεχος της αντιτρομοκρατικής που ισχυρίστηκε ότι υπηρεσιακό του καθήκον είναι να συλλέγει πληροφορίες μέσω ιστοσελίδων στο ιντερνετ, κι ότι κατά την έρευνα του αυτή, εντόπισε μια ανάληψη της ΣΠΦ στον ιστότοπο athens indymedia. Αρχικά όταν καλέστηκε να εξειδικεύσει το αντικείμενο των ερευνών του απάντησε αόριστα πως ερευνά ανοικτές πηγές στο ιντερνετ, τις οποίες αργότερα προσδιόρισε ως ειδησεογραφικές σελίδες. Σε αυτό το σημείο μη μπορώντας να συνδέσει τις ειδησεογραφικές σελίδες με το athens indymedia άρχισε σιγά σιγά να αποφεύγει τις απαντήσεις ή να απαντάει με ένα τελείως γελοίο τρόπο. Στο τέλος κατέληξε να μας πει πως το αντικείμενο της δουλειάς του είναι να πραγματοποιεί τυχαίες αναζητήσεις στο google και πως τυχαία ανακάλυψε την ανάληψη στο athens indymedia, το οποίο αφενός παραδεχόταν ότι δεν είναι ειδησεογραφικό σαιτ από την άλλη όμως εμφανιζόταν ανίκανος να το εντάξει σε κάποια κατηγορία. Ο λόγος φυσικά ήταν απλός. Ήθελε πάση θυσία να αποφύγει να αναγνωρίσει ότι το athens indymedia είναι ένα αντιεξουσιαστικό μέσο αντιπληροφόρησης, καθώς αυτό θα ήταν μια έμμεση παραδοχή ότι η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί τέτοιου είδους μέσα σε σταθερή βάση.

 

Μια ιδιαίτερη περίπτωση όμως ήταν η εξέταση των αστυνομικών ειδικών φρουρών που υπηρετούσαν στην φύλαξη της οικείας του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης Παναγιώτη Χηνοφώτη. Προσπερνώντας το διόλου ασήμαντο γεγονός πως ένας από αυτούς δήλωσε πως κατά τη γνώμη του η φύλαξη του υπουργού οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, έχει σημασία να σταθούμε στην κατάθεση των άλλων δύο. Αυτοί λοιπόν (και οι δύο) κατέθεσαν πως το διάστημα πριν την έκρηξη αντιληφθήκαν τον οδηγό μιας μοτοσικλέτας να φωτογραφίζει ένα σπίτι στον ίδιο δρόμο με το σπίτι του υπουργού. Αν και ο οδηγός φορούσε κράνος, οι ειδικοί φρουροί αναγνώρισαν με τα διαπεραστικά μάτια τους πως κάτω από το κράνος είναι ένας νεαρός άντρας περίπου 25 χρονών με μακριά σγουρά καστανά μαλλιά. Ως εδώ καλά. Το μόνο παράξενο είναι η ικανότητα των φρουρών να βλέπουν μέσα από κράνη. Το θέμα είναι πως αυτή η περιγραφή συνέπιπτε με την τότε εμφάνιση μέλους της ΣΠΦ. Το πραγματικό πρόσωπο όμως κάτω από το κράνος καλέστηκε και εμφανίστηκε στο δικαστήριο όπου και προέκυψε πως επρόκειτο για έναν επαγγελματία μεσίτη πάνω από 40 χρονών, φαλακρός ήδη από τα 17 του χρόνια, ο οποίος εκείνη την ημέρα τραβούσε φωτογραφίες ένα σπίτι για επαγγελματικούς λόγους. Αυτό το έργο παίχτηκε και στο πρωτόδικο δικαστήριο και συνεχίστηκε και τώρα στο εφετείο. Βέβαια, ενώ όπως είναι λογικό, μιας και η πραγματικότητα διέψευσε τους αστυνομικούς, θα περίμενε κανείς να ανασκευάσουν οι φρουροί τις καταθέσεις τους ή τουλάχιστον να πουν ότι έκαναν λάθος, αυτοί αρνήθηκαν πεισματικά και επέμειναν ακόμα και στο εφετείο στην αρχική τους αναγνώριση. Μπροστά σε αυτό το προκλητικό θράσος τους κατατέθηκε αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο αστυνομικών με τον μεσίτη. Το αίτημα έγινε δεκτό και έτσι εμφανίστηκαν και οι τρεις μπροστά στην έδρα με τους αστυνομικούς να πρέπει να εξηγήσουν το πως ο φαλακρός μεσίτης 40 χρονών μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας 25χρονος νεαρός με μακριά καστανά σγουρά μαλλιά. Σε μια προσπάθεια να τα μπαλώσουν ο ένας αστυνομικός προσπάθησε να τα γυρίσει λίγο λέγοντας ότι “εντάξει δεν είναι απαραίτητο να οδηγούσε ο μεσίτης τη μηχανή την συγκεκριμένη ημέρα”για να πάρει την πληρωμένη απάντηση του μεσίτη πως αυτός ήταν .Το όλο σκηνικό ήταν τόσο γελοίο που ακόμα και η έδρα κρατιόταν να μη γελάσει. Μπροστά σε αυτό το τσίρκο με μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα ο ένας εκ των αστυνομικών άλλαξε την κατάθεση του λέγοντας πως τον οδηγό δεν τον είδε ο ίδιος αλλά ότι μετέφερε ότι του είπε ο συνάδερφος του που τον είδε, έκανε δηλαδή μια διαμεσολαβημένη αναγνώριση. Ο άλλος τώρα που έμεινε μόνος του, καθώς ακόμα και ο συνάδελφος του τον κρέμασε, δεν μπόρεσε ποτέ να αιτιολογήσει, με κάποιο λογικό στοιχείο τουλάχιστον το γεγονός ότι το πρόσωπο που είδε ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το πραγματικό πρόσωπο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Πέρα όμως από το γελοίο του θέματος αυτό που χρήζει προσοχής και είναι ενδεικτικό του πως μαγειρεύονται τέτοιες αναγνωρίσεις, είναι το γεγονός πως οι δύο ειδικοί φρουροί προφανώς καθοδηγήθηκαν από την αντιτρομοκρατική να δώσουν την υπαρκτή περιγραφή ενός προσώπου που βρισκόταν στο στόχαστρο των αρχών, ώστε ακόμα κι αν αυτή διαψευστεί αργότερα στη δίκη να έχουν ήδη δημιουργηθεί εντυπώσεις που θα δώσουν πάσα στο δικαστήριο να ξεθολώσει το τοπίο με κάποια υπεραπλουστατευτική εξήγηση του στυλ: “Μπορεί οι αστυνομικοί να είδαν τον συγκεκριμένο ύποπτο σε άλλο χρόνο και τόπο και να μπερδεύτηκαν”. Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή των αστυνομικών να επιμένανε στην αναγνώριση της πρώτης της κατάθεσης μέχρι και στο εφετείο και ενώ μπροστά στα μάτια τους βρισκόταν με σάρκα και οστά ένας τελείως άλλος άνθρωπος από αυτόν που αναγνωρίσανε, και παρόλα αυτά να μην τίθεται ζήτημα ψευδορκίας αυτεπάγγελτα. Φυσικά όσοι έχουμε αναλάβει ευθύνη για την συμμετοχή μας στην οργάνωση δεν ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ για τέτοιες τεχνικές λεπτομέρειες και για το λεγόμενο αδιάβλητο κύρος της δικαιοσύνης, αλλά για το γεγονός ότι οι διωκτικές αρχές συνολικά μεθοδεύουν πλαστές αναγνωρίσεις προσώπων με σκοπό να τους εμπλέξουν σε υποθέσεις, καθώς δεν είναι καθόλου αδιάφοροτο το ότι ένα σωρό άνθρωποι έχουν βρεθεί να κατηγορούνται χωρίς λόγο για τη ΣΠΦ.

 

Ένας από τους σημαντικότερους μάρτυρες της δίκης (από πολιτικής άποψης) ήταν ο πρώην υπουργός Παναγιώτης Χηνοφώτης, ο οποίος είπε ενδιαφέροντα πράγματα από πολλές απόψεις. Πρώτα από όλα ενίσχυσε τον ισχυρισμό του αστυνομικού της προσωπικής του φρουράς ότι η φύλαξη του οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, προσθέτοντας κιόλας πως “όλα τα πρόσωπα θεσμικού και πολιτικού κύρους και επιφάνειας διαθέτουν προσωπική φρουρά για πολιτικούς λόγους”. Στην συνέχεια μάλιστα παραδέχτηκε πως η βομβιστική επίθεση εναντίον του θα μπορούσε να έχει και πολιτικό χαρακτήρα λόγω της θέσης του ως υπουργός το 2009. Σε σχέση με την ίδια την ΣΠΦ ανέφερε πως ενημερώθηκε σχετικά πρώτη φορά από κάποιον αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής, αρμόδιο για αυτά τα θέματα, κάποιον ταξίαρχο Μπαλακο. Κατατέθηκε επιτόπου αίτημα να κληθεί ο ταξίαρχος Μπαλακος ώστε να μας πει αν όντως έκανε μια τέτοια ενημέρωση στον υπουργό καθώς και το περιελάμβανε αυτή η ενημέρωση. Το αίτημα έγινε δεκτό, ο Μπαλάκος ήρθε λοιπόν σε επόμενη συνεδρία στην οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι παρείχε οποιαδήποτε τέτοια ενημέρωση στον υπουργό, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, καθιστώντας φανερό ότι ένας από τους δύο ψεύδεται. Σε σχέση με την δολοφονία του αναρχικού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο Χηνοφώτης είπε πως υπέβαλλε την παραίτηση του για λόγους ευθιξίας. Ως προς αυτό ρωτήθηκε αν σήμαινε πως ταυτόχρονα αναλάμβανε και την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία ως είθισται να κάνουν οι πολιτικοί που παραιτούνται επικαλούμενοι πολιτική ευθιξία αλλά ενοχλήθηκε και κάλεσε το δικαστήριο να τον προστατέψει λέγοντας πως “δεν ήρθα ως εδώ για να υποστώ ανάκριση”

 

ii) Ο τελευταίος κύκλος εξέτασης αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας αφορούσε τρία στελέχη της αντιτρομοκρατικής τον Χρήστο Κοτλίδα, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Δημήτρη Χωριανόπουλο. Και οι τρεις τους καθαιρέθηκαν στις κρίσεις του Νοεμβρίου του 2009 μαζί με πολλά άλλα ηγετικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής, μέσα σε μια νύχτα με τον έντυπο τύπο να μιλάει για “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών στην Αντιτρομοκρατική”. Κανένας από αυτούς δεν συμπεριλαμβανόταν στην λίστα μαρτύρων αλλά καλέστηκαν μετά από αίτημα από την πλευρά των κατηγορούμενων.

 

Ο Κοτλίδας κλήθηκε διότι σε δημοσιεύματα του τύπου περιγραφόταν ως ο τμηματάρχης του 3ου Τμήματος της Αντιτρομοκρατικής, που περιγράφεται ως τμήμα ελέγχου αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, κάτι που είχαν επιβεβαιώσει και προγενέστερα κάποιοι από τους προηγούμενους μάρτυρες της Αντιτρομοκρατικής. Το ζητούμενο φυσικά ήταν να έρθει ώστε να δώσει μια εικόνα του τι είναι ακριβώς αυτό το τμήμα και με το ασχολείται. Ο ίδιος αρνήθηκε πως το τμήμα ονομάζεται έτσι και ότι η κανονική ονομασία του τμήματος είναι Τμήμα Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας κατά του πολιτεύματος. Δεν μπόρεσε βέβαια να πει τι το διαφορετικό ερευνά ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής, ενώ υπάρχει αντίστοιχο τμήμα της κρατικής ασφάλειας. Στην συνέχεια ρωτήθηκε ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά “εγκλημάτων κατά του πολιτεύματος” που ερευνά το τμήμα του και χωρίς να το πολυσκεφτεί έφερε ως παράδειγμα την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού το πρωί της ίδιας ημέρας στο υπουργείο οικονομικών. Αυτό προκάλεσε σειρά ερωτήσεων στις οποίες ο Κοτλίδας απέφυγε να απαντάει καταλαβαίνοντας ότι εκτέθηκε παραπάνω. Έτσι ανέφερε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει αν γενικώς τοποθετήσεις εκρηκτικών μηχανισμών σε υπουργεία είναι ενέργειες κατά του πολιτεύματος αλλά και ότι δεν μπορεί να πει αν θα πρόκειται για ενέργεια κατά του πολιτεύματος αν βγει τελικώς ανάληψη γιατί δεν του αρέσει να μιλάει προκαταβολικά. Τότε ρωτήθηκε αν για μια παλιότερη έκρηξη σε υπουργείο, στην οποία υπήρξε ανάληψη ευθύνης από τη ΣΠΦ, όπως στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, θα μπορούσε να πει αν ήταν ενέργεια κατά του πολιτεύματος, αλλά απάντησε αρνητικά με έναν πολύ αφαιρετικό και αόριστο τρόπο. Όσο όμως κι αν απέφυγε να απαντάει, εκείνο που είχε σημασία είχε ειπωθεί έστω και εκ παραδρομής. Ίσως είναι και η πρώτη φορά (τουλάχιστον δεν θυμάμαι εγώ άλλη) που αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής παραδέχεται μπροστά σε δικαστήριο ότι μια βομβιστική επίθεση σε υπουργείο θα μπορούσε υπό συνθήκες να είναι ενέργεια κατά του πολιτεύματος ανοίγοντας το δρόμο για να θεωρηθούν και ως πολιτικά εγκλήματα. Τέτοιες δηλώσεις, ακόμα και με λανθάνουσα γλώσσα ξεκαθαρίζουν το τοπίο ως προς τις δίκες εναντίον αναρχικών ανταρτών πόλης, καθώς εδώ και πολλά χρόνια ακούμε συνεχώς πως πολιτικό έγκλημα είναι μόνο η κατάλυση της Δημοκρατίας από στρατιωτικό πραξικόπημα.

 

Οι δύο μάρτυρες που απέμειναν ήταν οι πιο κομβικοί ίσως αυτής της δίκης. Επιτελικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, σε ηγετικές βαθμίδες του 1ου τμήματος (καταπολέμηση εσωτερικής τρομοκρατίας) της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, ήταν από εκείνους που είχαν ρόλο επόπτη και διευθυντή στην κατασταλτική επιχείρηση εναντίον της ΣΠΦ και ειδικότερα στο σχεδιασμό της εισβολής στο σπίτι του Χαλανδρίου στις 23/9/2009. Αυτοί οι δύο λοιπόν, ο Φραγκίσκος και ο Χωριανόπουλος, καλέστηκαν μιας και ήταν αυτοί που όλοι οι υφιστάμενοι τους, τους υπέδειξαν ως αρχιτέκτονες της όλης επιχείρησης στο Χαλάνδρι. Στις καταθέσεις τους όμως υπήρξε ένα τεράστιο χάσμα που βίαζε την κοινή λογική, καθώς για ακριβώς τα ίδια πράγματα είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

 

Ο Γιάννης Φραγκίσκος εμφανίστηκε πρώτος κατά σειρά. Στάθηκε μπροστά στο δικαστήριο με ένα κάπως απολογητικό ύφος, ακόμα και ως προς την πλευρά αυτών που βρισκόμαστε κατηγορούμενοι. Στις ερωτήσεις που του γίνονταν , άρχισε σιγά-σιγά να σκιαγραφείται μια άλλη εικόνα για το τι συνέβη στο Χαλάνδρι στις 23/9/2009 ανατρέποντας όλα τα ως τότε δεδομένα της υπόθεσης. Ανέτρεψε εντελώς την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, μια εκδοχή στην οποία είχαν θεμελιωθεί σε πρώτο βαθμό οι έως τώρα διώξεις όλων των εμπλεκόμενων στις δικογραφίες, ανεξάρτητα από το αν δήλωναν μέλη της ΣΠΦ ή όχι). Τι μας είπε λοιπόν ο Φραγκίσκος για το πως ξεκίνησαν όλα αυτά;

 

Σύμφωνα με τον Φραγκίσκο το νήμα της ιστορίας ξεκίνησε από τον Γενάρη του 2009 και την επίθεση του ΕΑ στην διμοιρία των ΜΑΤ που φιλούσε το υπουργείο πολιτισμού. Στην τεράστια επιχείρηση της αστυνομίας που ακολούθησε, έγιναν εισβολές σε σπίτια καθώς και προσαγωγές και συλλήψεις διαφόρων αναρχικών. Ένα από αυτά τα σπίτια ήταν και αυτό που διέμενε ο Γιώργος Νικολόπουλος, μέλος της ΣΠΦ, ο οποίος τότε συνελήφθη κιόλας μαζί με άλλους αναρχικούς που βρίσκονταν τότε στο σπίτι ως επισκέπτες. Αυτή είναι η κομβική στιγμή, λέει ο Φραγκίσκος κατά την οποία, ένας συγκεκριμένος κύκλος ανθρώπων μπαίνει στο μικροσκόπιο της αντιτρομοκρατικής, η οποία έκτοτε τους παρακολουθεί περιοδικά με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο σπίτι του Χαλανδρίου, όπου διέμενε το μέλος της ΣΠΦ, Χάρης Χατζημιχελάκης. Μάλιστα ο Φραγκίσκος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η εισβολή στο σπίτι των Εξαρχείων δεν έγινε τυχαία, αλλά ότι υπήρχαν στοιχεία από πιο παλιά, τα οποία δεν είχε υπόψη του ο ίδιος. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια εκδοχή΄, η οποία χωρίς αμφιβολία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Χωριανόπουλου περί ανώνυμου τηλεφωνήματος. Όσο προχωρούσε η κατάθεση του και συνεχίζονταν οι ερωτήσεις τόσο περισσότερα αποκάλυπτε ο Φραγκίσκος με την ίδια απολογητική διάθεση. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε πως πράγματι υπήρξε ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής (δεν διευκρίνισε ποιο και αν είναι το 3ο ή κάποιο άλλο), του οποίου αρμοδιότητα είναι η μελέτη και παρακολούθηση προσώπων και δραστηριοτήτων του αναρχικού χώρου ώστε να φιλτράρει πληροφορίες και να καταλήγει σε λίστες υπόπτων.

 

Με τη χαρακτηριστική άνεση ενός αναλυτή πληροφοριών που μελετάει “περιβάλλοντα” περιέγραψε μεταξύ Δεκέμβρη 2009 και Σεπτέμβρη 2009, και ειδικότερα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, η αντιτρομοκρατική είχε θορυβηθεί και ανησυχούσε ιδιαίτερα για την κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς οι δραστηριότητες συνολικά του αναρχικού χώρου έδειχναν μια άνοδο σε επίπεδο κινητικότητας. Η αύξηση της αναρχικής παρουσίας τόσο με τις διάφορες δημόσιες εκδηλώσεις, όσο και με τις συνεχείς επιθέσεις άμεσης δράσης και αντάρτικου πόλης, είχε δημιουργήσει φόβους για μια ενδεχόμενη εσωτερική αποσταθεροποίηση (σύμφωνα πάντα με τον ίδιο τον Φραγκίσκο) φόβους που εντάθηκαν μετά και την εκτέλεση του στελέχους της αντιτρομοκρατικής Νεκτάριου Σάββα, από την οργάνωση Σέχτα Επαναστατών. Άρχισε λοιπόν ,λέει, να γίνεται επιβεβλημένη μια διευρυμένη επιχείρηση αντιμετώπισης του φαινομένου προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα στο μέλλον (πάντα σύμφωνα με τον Φραγκίσκο). Έτσι η αντιτρομοκρατική αποφασίζει να κλειδώσει σε ότι είχε στα χέρια της μέχρι τότε αρχίζοντας μια πιο συστηματική παρακολούθηση των ανθρώπων που είχε στο στόχαστρο ήδη από τον Γενάρη του 2009. Η επιχείρηση αυτή, η οποία κατέληξε να επικεντρωθεί κάποια στιγμή στο Χαλάνδρι, επισπεύσθηκε για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η απροσδόκητη βομβιστική επίθεση στο σπίτι της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη ( κάτι που παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος) αλλά και λόγω των εθνικών εκλογών του Οκτωβρίου (κάτι που δεν παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος, ούτε απέρριψε όμως κατηγορηματικά). Η στάση του Φραγκίσκου σε αυτό το σημείο υπήρξε τόσο απολογητική, που εκπλαγήκαμε σχεδόν όλοι. Έφτασε στο σημείο να ομολογήσει ότι η επιχείρηση έγινε βιαστικά και πρόχειρα με αποτέλεσμα να εμπλακούν στις δικογραφίες πρόσωπα άσχετα με την υπόθεση, και να χαρακτηριστεί το σπίτι ως γιάφκα, χαρακτηρισμό που ο Φραγκίσκος απέρριψε απόλυτα. Είπε μάλιστα, πως κατά την γνώμη του “θα έπρεπε να περιμέναμε περισσότερο καιρό ώστε να εξασφαλίσουμε πως δεν θα κατηγορηθεί άδικα κόσμος”. Μας έδωσε την εντύπωση, μάλιστα, πως η τελική απόφαση για την ημέρα εισβολής δεν ήταν δική του, αλλά αρνήθηκε να υποδείξει ποιου ήταν, αφήνοντας ωστόσο υπαινιγμούς για τους ανωτέρους του δείχνοντας τον Χωριανόπουλο, χωρίς να λέει το όνομα του. Τέτοιου στυλ υπονοούμενα συνεχίστηκαν, πιο έντονα μάλιστα όταν καλέστηκε να σχολιάσει τις συνθήκες αποπομπής του από τη θέση του, κάτι για το οποίο έδειχνε να μην κατανοεί τους λόγους και δεν έκρυψε μάλιστα και την ενόχληση του για το γεγονός. Οι υπαινιγμοί του ότι η αποπομπή του αυτή ίσως έκρυβε πολιτική σκοπιμότητα ήταν τόσο έντονοι που παρενέβη φανερά ενοχλημένος ο αναπληρωτής εισαγγελέας ( ο οποίος δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ σε δίκη σε βαθμό που να μοιάζει διακοσμητικός) για να απαιτήσει από τον Φραγκίσκο πιο ξεκάθαρες τοποθετήσεις και έτσι ο Φραγκίσκος είπε πως υποθέτει ότι αποπέμφθηκε επειδή οι ανώτεροι του είχαν εχθρική στάση απέναντι του λόγω του “πως έβλεπα τα πράγματα που γίνονταν μερικές φορές”. Με αυτή την ντρίμπλα ο Φραγκίσκος. όχι μόνο εξέθεσε την αντιτρομοκρατική αλλά φρόντισε αρκετά έξυπνα να αποτινάξει κι από πάνω του την ευθύνη για τα όποια μελανά σημεία στον τρόπο λειτουργίας της. Σχολίασε δεικτικά μάλιστα πως όντως ειπώθηκαν μερικές υπερβολές τότε στα κανάλια σε σχέση με το σπίτι, τους συλληφθέντες και όλη την επιχείρηση, αλλά όπως μας είπε δεν ήταν ευθύνη της αντιτρομοκρατικής να τις διαψεύσει αλλά ευθύνη του ίδιου του αρχηγού της αστυνομίας. Τελειώνοντας την κατάθεση του δήλωσε πως αισθάνεται στεναχώρια που οι έρευνες της αντιτρομοκρατικής έγιναν τότε με τέτοιο τρόπο ώστε “να οδηγηθούν πολλά αθώα νεαρά παιδιά στις φυλακές” που θα μπορούσαν να είναι και δικά του παιδιά ( δικά του λόγια) και ξεκαθάρισε πως πλέον δεν έχει τις αντιλήψεις που είχε τότε. Στο γιατί πιστεύει ότι δεν καλέστηκε τόσα χρόνια να καταθέσει αυτά που είπε τώρα, ακόμα και ο ίδιος έδειξε να απορεί και είπε πως πραγματικά δεν καταλαβαίνει τον λόγο, αλλά πως ποτέ δεν είναι αργά.

 

Τα αποτελέσματα από αυτήν την κατάθεση ενός εξέχοντος στελέχους της αντιτρομοκρατικής που τίναξε στον αέρα όλο το επικοινωνιακό παιχνίδι της υπηρεσίας γύρω από το πως έφτασε στο σπίτι του Χαλανδρίου και το αν αυτό ήταν τελικά γιάφκα ή όχι, προφανώς καταλήγουν ότι ο Φραγκίσκος είχε τη δική του προσωπική ατζέντα να εκθέσει την αντιτρομοκρατική (για ρεβανσιστικούς λόγους ενδεχομένως επειδή τον ξήλωσαν μέσα στην νύχτα δια τηλεφώνου). Αυτό ωστόσο είναι αδιάφορο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δημιουργήθηκε ένα ρήγμα στις αφηγήσεις της αντιτρομοκρατικής.

 

Οι προεκτάσεις αυτής της ιστορίας ξεπερνούν κατά πολύ την υπόθεση που εκδικάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς παρόμοιες επιχειρήσεις και μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής έχουν υπάρξει πολλές και αν κάτι μένει είναι το πόσο παρασκήνιο τελικά κρύβεται πίσω από κάθε ανώνυμο τηλεφώνημα που δέχεται η αντιτρομοκρατική.

Η τελευταία κατάθεση, αυτή του Δημήτρη Χωριανόπουλου, του διευθυντή της αντιτρομοκρατικής και προϊσταμένου του Γιάννη Φραγκίσκου, αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον καθώς επρόκειτο να έχει τεράστια απόκλιση από όσα είπε ο Φραγκίσκος. Με δεδομένο όμως τα απολύτως αντικρουόμενα δεδομένα ανάμεσα στις δυο εκδοχές το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί όχι μόνο δεν καλύφθηκε αλλά μεγάλωσε κι άλλο.

 

Ο Χωριανόπουλος, βασικά, κατάφερε το ακατόρθωτο. Αφού έπεσε σε αντιφάσεις με όλα όσα είχαν δηλώσει οι υφιστάμενοι του σχεδόν σε όλα τα επίπεδα κατέληξε στο τέλος να αντιφάσκει πλήρως και με τον εαυτό του από ερώτηση σε ερώτηση.

 

Ξεκινώντας ο Χωριανόπουλος να καταθέτει επέδειξε ένα αρκετά εντυπωσιακό ταλέντο ελιγμών. Έτσι, ανάλογα με το αν ήθελε να επωμιστεί κάποιες ευθύνες ή όχι φαινόταν πότε να είναι σε γνώσει όλων των ενεργειών των υφισταμένων του και πότε όχι. Κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με τις καταθέσεις όλων των προηγούμενων αντιτρομοκρατικάριων (Χηνόπουλος και λοιπών), οι οποίοι, επίσης, για να αποφύγουν να απαντούν σε καυτές ερωτήσεις έλεγαν ότι ενεργούσαν αποκλειστικά κατόπιν εντολών ανωτέρων τους, δείχνοντας όλοι τον Χωριανόπουλο. Ο ίδιος ωστόσο επιφύλαξε για τον εαυτό του μια εικόνα Πόντιου Πιλάτου, ο οποίος δεν χρειαζόταν καν να δίνει εντολές, γιατί οι υφιστάμενοι του ήταν έμπειροι και ήξεραν τι να κάνουν, επομένως αυτός καθόταν στο γραφείο του και ενημερωνόταν μόνο για τα ουσιώδη κι όχι για τα γενικά στοιχεία της επιχείρησης. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με το Χωριανόπουλο, πως έχουμε μία επιχειρησιακή ομάδα 20-30 ατόμων γύρω από το σπίτι του Χαλανδρίου, η οποία κινείται αυτόνομα παίρνοντας πρωτοβουλίες και στέλνοντας απλώς αναφορές για τα ουσιώδη στο Χωριανόπουλο, κάτι ολωσδιόλου αντίθετο με αυτά που είχε πει ο Χηνόπουλος, ο οποίος ουσιαστικά μας είχε δώσει την εντύπωση πως κανείς δεν έκανε ρούπι αν πρώτα δεν το ήξερε ο Χωριανόπουλος.

 

Όλα αυτά ίσως ήταν ασήμαντα, παρά το ότι βρίθουν αντιφάσεων, άρχισαν όμως να αποκτούν πιο σοβαρή διάσταση όταν ο Χωριανόπουλος κλήθηκε να πει αν ήξερε το πως προέκυπταν οι ταυτοποιήσεις υπόπτων που έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι στο Χαλάνδρι. Εδώ εξέλειπε το στοιχείο της σύνδεσης οχημάτων με τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων. Αντ’ αυτού ο Χωριανόπουλος ανέπτυξε μία περιπτωσιολογία βασισμένη σε εικασίες: είπε για παράδειγμα πως οι ύποπτοι (όσοι δηλαδή μπαινόβγαιναν στο σπίτι) είτε αναγνωρίζονταν από φωτογραφίες τους που είχε η αντιτρομοκρατική εξαιτίας προηγούμενου ποινικού μητρώου τους (όταν ρωτήθηκε βέβαια να πει ποιοι ήταν αυτοί, είπε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει), είτε οι ύποπτοι τύγχαναν παρακολούθησης από τους αστυνομικούς που επιτηρούσαν το σπίτι στο Χαλάνδρι μέχρι το δικό τους σπίτι, όπου και οι γείτονες υποβάλλονταν σε άτυπη ανάκριση από τους αστυνομικούς για να δώσουν πληροφορίες για τους υπόπτους, “γιατί αλλιώς”, λέει, “δεν θα μπορούσε να προκύψει ταυτοποίηση στοιχείων”. Φυσικά, επικαλέστηκε άγνοια για το αν υπήρξαν τέτοιες παρακολουθήσεις, καθώς ο ίδιος δεν έδωσε (σύμφωνα με τα λεγόμενά του) σχετική εντολή για το πως και αν θα πρέπει να γίνονται τέτοιες παρακολουθήσεις πετώντας έτσι το μπαλάκι στους υφισταμένους του. Αν, δηλαδή, είχαν γίνει θα ήταν πρωτοβουλία των ίδιων και όχι κατόπιν δικής του εντολής, μάλιστα δε θα χρειαζόταν καν να ενημερωθεί, διότι οι αναφορές που λάμβανε αφορούσαν μόνο τα ουσιώδη. Έτσι, παρότι επόπτης ο Χωριανόπουλος του συνόλου των επιχειρήσεων κατά ένα πολύ βολικό τρόπο ήξερε μονάχα αυτά που δεν θα τον έφερναν σε μια δύσκολη θέση στο δικαστήριο. Βέβαια, οι 4 από τους συνολικά 20-30 αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση (και που κανένας τους δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιοι ήταν όλοι οι υπόλοιποι) ποτέ δεν ανέφεραν κάποια τέτοια παρακολούθηση υπόπτου μέχρι την προσωπική του οικεία. Στο δια ταύτα, λοιπόν, ως προς την ταυτοποίηση υπόπτων με τα πραγματικά τους στοιχεία το μόνο που μας προσέφερε ο Χωριανόπουλος ήταν δύο ζουμερές εικασίες.

 

Στο βασικό ζήτημα του ανώνυμου τηλεφωνήματος, η κατάσταση άρχιζε να αγγίζει τη γελοιότητα. Σε πρώτη φάση, ο Χωριανόπουλος, και παρά τις διαψεύσεις Φραγκίσκου, επέμεινε στην αρχική του κατάθεση περί ανώνυμου τηλεφωνήματος ορίζοντας το χρονικά κάπου κοντά στις 23/9. Είπε, επίσης, πως η υπηρεσία δεν προέβη σε καμία ενέργεια ταυτοποίησης του τηλεφωνήματος, γιατί ο αριθμός ήταν απόρρητος και καλούσε στην εσωτερική γραμμή της υπηρεσίας. Δηλαδή, προσπάθησε να μας πείσει πως η αντιτρομοκρατική δεν έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει την πηγή μίας κλήσης με απόκρυψη στην εσωτερική της γραμμή!!! Στη συνέχεια, για να τα μπαλώσει κάπως, παραδέχθηκε ότι η δυνατότητα υπάρχει, αλλά θα χρειαζόταν να διατάξει άρση απόρρητου ο αρμόδιος εισαγγελέας κάτι που κρίθηκε πολυτέλεια. Δηλαδή, εντελώς πρακτικά μιλώντας, έρχεται πιο εύκολο στην αντιτρομοκρατική να στείλει 20-30 άτομα να παρακολουθούν ένα σπίτι και όσους μπαινοβγαίνουν σε αυτό, βασισμένη σε ένα απλό ανώνυμο τηλεφώνημα, παρά να κοιτάξει να διασταυρώσει πρώτα την αξιοπιστία του ίδιου του τηλεφωνήματος. Βέβαια, για να μην μας δημιουργηθεί η εντύπωση πως η αντιτρομοκρατική αξιολογεί τα ανώνυμα τηλεφωνήματα ανάλογα με το πόσο ειλικρινής ακούγεται η φωνή του εκάστοτε πληροφοριοδότη, ο Χωριανόπουλος μας ξεκαθάρισε πως αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις. Έτσι, λοιπόν, ήρθε και κόλλησε η ερώτηση “πως αφού αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής, αν δηλαδή αρκεί ένα ανώνυμο τηλεφώνημα για να τεθεί ένα σπίτι υπό επιτήρηση από δύναμη 20-30 αστυνομικών, τι θα γινόταν αν υπήρχαν 100 ανώνυμα τηλεφωνήματα (έστω και στημένα) που θα υποδεικνύουν 100 διαφορετικά σπίτια ως κρησφύγετα τρομοκρατών και αν θα δέσμευε 20-30 αστυνομικούς για κάθε ένα από αυτά (δηλαδή κάπου στους 2000-3000 αστυνομικούς συνολικά);” ζήτησε τη βοήθεια της προέδρου για να αποφύγει να απαντήσει φανερά ενοχλημένος κιόλας, αλλά υπήρξε επιμονή στην ερώτηση και έτσι επανέλαβε ξανά πως “η υπηρεσία λειτουργεί έτσι σε όλες τις περιπτώσεις”. Το γελοίο της υπόθεσης είναι πως η ακραία συνέπεια αυτού του ισχυρισμού σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο όπου κάποιοι κακόβουλοι φαρσέρ θα έστελναν την αντιτρομοκρατική να παρακολουθεί 100 σπίτια δείχνει πόσο αβάσιμη είναι εξαρχής όλη αυτή η ιστορία των ανώνυμων τηλεφωνημάτων, η οποία διακρίνεται από ένα modus operandi που στηρίζεται αποκλειστικά στην παραδοξολογία. Σε αναζήτηση έστω ενός ψήγματος λογικής, ρωτήθηκε αν δίνεται συνήθως ένα χρονικό περιθώριο λήξης τέτοιων επιχειρήσεων σε περίπτωση που δεν προκύπτει κάτι επιλήψιμο κατά την επιτήρηση, αλλά ο Χωριανόπουλος έσπευσε να δώσει μία αφοπλιστικότατη απάντηση “όσο χρειαστεί”, κάνοντας την υπόθεση να φαίνεται ακόμα πιο γελοία, καθώς αν πιστέψουμε όλη αυτή τη μπούρδα θα πρέπει να δεχτούμε πως η αντιτρομοκρατική δέχεται π.χ. ένα ωραίο ωραίο ανώνυμο τηλεφωνηματάκι, στο οποίο ένας υπερβολικά πρόθυμος ρουφιάνος υποδεικνύει ένα σπίτι ως γιάφκα τρομοκρατών κι αντί να διασταυρωθεί η αυθεντικότητα του τηλεφωνήματος οργανώνεται ευθύς ένα κλιμάκιο 20-30 μπάτσων που παρακολουθούν νυχθημερόν το σπίτι κι όσους μπαινοβγαίνουν για “όσο χρειαστεί” για αόριστο χρονικό διάστημα, δηλαδή αφού συγκεκριμένο deadline για τη λήξη της επιχείρησης δεν παίζει.

 

Σε δεύτερη φάση, πάντα σε σχέση με το ανώνυμο τηλεφώνημα, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε πως σχολιάζει το γεγονός ότι ο Φραγκίσκος στη δίκη του κατάθεση ισχυρίστηκε εντελώς διαφορετικά πράγματα αρνούμενος την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, δίνοντας μάλιστα μία πολύ λογικότερη και ρεαλιστικότερη εκδοχή του πως η αντιτρομοκρατική κατέληξε στο σπίτι στο Χαλάνδρι, απάντησε μεταξύ άλλων ασυναρτησιών ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να ενημερώσει το Φραγκίσκο για την ύπαρξη τηλεφωνήματος. Ρωτήθηκε και για άλλα πράγματα αλλά κρυβόταν πίσω από ηλίθιες προφάσεις. Είτε π.χ. ότι δεν μπορούσε να ξέρει πως υπήρχαν στοιχεία για τον ίδιο κύκλο ανθρώπων ήδη απ’ το Γενάρη, διότι αυτός ανέλαβε τα καθήκοντα του το Μάρτιο του 2009 και δεν κατάφερε να δώσει μία επαρκή εξήγηση για το αν στην αντιτρομοκρατική στοιχεία από ανοιχτές υποθέσεις μένουν αναξιοποίητα με κάθε αλλαγή ηγεσίας και απλώς επέμεινε πως ο ίδιος ενημερώθηκε για τα συγκεκριμένα άτομα κατευθείαν από το ανώνυμο τηλεφώνημα. Στο τέλος κι αφού ρωτήθηκε για το αν θα επαναλάμβανε αυτά που έλεγε και μπροστά στο Φραγκίσκο κατατέθηκε αίτημα για κατά αντιπαράσταση εξέταση των δύο τους.

 

Σε τρίτη φάση διαβάστηκε στο Χωριανόπουλο η συνέντευξη ενός ανώνυμου αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής στο δημοσιογράφο του Βήματος Βασίλη Λαμπρόπουλο. Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο αστυνομικός στη συνέντευξη αυτή εξηγούσε πως τα ανώνυμα τηλεφωνήματα που υποτίθεται δίνουν πληροφορίες στην αντιτρομοκρατική είναι ψεύτικα, ότι αποτελούν απλώς ένα εφεύρημα προκειμένου η υπηρεσία να κρύβει τον πραγματικό τρόπο που συλλέγει πληροφορίες, κι όταν ρωτιούνται σχετικά με τα τηλεφωνήματα στις δίκες είχαν κάποιες απαντήσεις-κονσέρβα, όπως ότι τα τηλεφωνήματα είναι μη εντοπίσιμα, άλλοτε γιατί δεν υπάρχει αναγνώριση κλήσης στο κέντρο, ή αν υπάρχει βγάζει απόκρυψη ή ότι απλώς είναι στην εσωτερική γραμμή της αντιτρομοκρατικής. Ζητήθηκε ένα σχόλιο από τον Χωριανόπουλο, αλλά αυτός το μόνο που ψέλλισε ήταν πως ο συνάδελφός του είναι ανεύθυνος που έδωσε συνέντευξη, το ίδιο κι ο Λαμπρόπουλος που τη δημοσίευσε.

 

Στο ζήτημα του αν το σπίτι στο Χαλάνδρι είναι γιάφκα ή όχι, ο Χωριανόπουλος αναίρεσε την πρώτη του κατάθεση στο πρωτόδικο δικαστήριο, πως επρόκειτο για σπίτι και το γύρισε λέγοντας πως τελικά αποφάσισε πως είναι γιάφκα διότι μετά την πρώτη κατάθεση άνοιξε ένα λεξικό κι είδε τον ορισμό της λέξης γιάφκας ως παρασκευαστήριο βομβών. Αφήνοντας κατά μέρος τον απίθανο ισχυρισμό ότι ένας βετεράνος αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής δεν έχει την κριτική ικανότητα να διακρίνει τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων σπιτιού-γιάφκας και πως χωρίς τη βοήθεια λεξικού μπερδεύεται, εγείρεται κι ένα σημαντικό ερώτημα: που στηρίζει ο Χωριανόπουλος τον ισχυρισμό του ότι στο συγκεκριμένο σπίτι κατασκευάστηκε ο μηχανισμός που βρέθηκε μέσα; θέλει και ρώτημα; Στο γεγονός ότι βρέθηκε μέσα κάτι που συνιστά, όμως, υπερβατικό συμπέρασμα. Αυτό που μένει, λοιπόν, από όλο αυτό είναι πως για το Χωριανόπουλο το σπίτι είναι γιάφκα επειδή το διάβασε σε ένα λεξικό.

 

Στο ζήτημα της συνέντευξης του στην τηλεοπτική εκπομπή του δημοσιογράφου Τέλογλου, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε τι τον ώθησε να μιλήσει δημόσια ως διευθυντής της αντιτρομοκρατικής για την υπόθεση που ήταν ακόμη ανοιχτή, κι αν αυτό συνάδει δεοντολογικά με τη θέση του, ο ίδιος απάντησε πως μίλησε γενικά κι όχι πάνω στα στοιχεία της δικογραφίας. Αυτός ο εξωφρενικός ισχυρισμός προκάλεσε μοιραία ένα ντόμινο ερωτήσεων στις οποίες προσπαθώντας ο Χωριανόπουλος να απαντήσει ξεφτιλίστηκε εντελώς.. Τόλμησε, δηλαδή, να πει πως παρόλο που μίλησε στην εκπομπή για το σπίτι του Χαλανδρίου δεν υπάρχει κάτι το αντιδεοντολογικό, καθώς το σπίτι δεν ήταν, λέει, κομμάτι της δικογραφίας!!! Το σπίτι, δηλαδή, του οποίου τη διεύθυνση έδωσε στην αντιτρομοκρατική ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ως γιάφκα τρομοκρατών, το ίδιο σπίτι το οποίο ανέλαβαν να παρακολουθούν 20-30 αστυνομικοί για 3-4 συνεχόμενες μέρες, το ίδιο σπίτι από το οποίο όσοι μπαινοβγαίνουν ήταν ύποπτοι κι έπρεπε να τους βγουν εντάλματα κατά τον Χωριανόπουλο, το ίδιο σπίτι στο οποίο έγινε η εισβολή στις 23/9 και στο οποίο βρέθηκε ένας εκρηκτικός μηχανισμός, αυτό λοιπόν το σπίτι δεν ήταν στοιχείο της δικογραφίας που σχηματίστηκε ακριβώς λόγω αυτού του σπιτιού, επομένως δεν ήταν αντιδεοντολογικό να το σχολιάζει δημόσια ο Χωριανόπουλος σε μία τηλεοπτική εκπομπή.

 

Αν νομίζει κανείς πως ο παραλογισμός τελείωσε εκεί γελιέται. Πιο μετά, ο Χωριανόπουλος παραδέχθηκε κι αυτός πως πράγματι υπάρχει ένα τμήμα στην αντιτρομοκρατική που παρακολουθεί τον αναρχικό χώρο, τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν καθώς και τις δραστηριότητες στο εσωτερικό του, αλλά αυτό δεν είναι και κάτι παράξενο, λέει, γιατί έτσι κι αλλιώς η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί “τους πάντες”. Δηλαδή, από το να ομολογήσει ο Χωριανόπουλος ανοιχτά ότι η αντιτρομοκρατική έχει μια συγκεκριμένη ατζέντα παρακολούθησης ανατρεπτικών και επαναστατικών χώρων, προτίμησε να ομολογήσει ευθέως ότι ζούμε σε μια κοινωνία που η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί ο,τι κινείται. Στο δικό του μυαλό ίσως έτσι το έσωσε κάπως αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι λέει αλήθεια (κι εδώ που φτάσαμε γιατί να μην το δεχτούμε άραγε;) υπάρχει μία επίσημη, πλέον, διαβεβαίωση από τα πλέον αρμόδια χείλη ότι στη Δημοκρατία όλοι είναι υπό παρακολούθηση.

 

Στο ζήτημα του αν η επιχείρηση αυτή κάθε αυτή κρίνεται επιτυχής από τον ίδιο απάντησε θετικά, αλλά όταν ρωτήθηκε αν η συνέχιση της δράσης της Σ.Π.Φ. λίγες μέρες μετά την εισβολή στο Χαλάνδρι είχε σχέση με την καθαίρεση του ίδιου κι άλλων στελεχών της αντιτρομοκρατικής απάντησε πως δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα, καθώς θεώρησε πως έτσι κι αλλιώς είχε έρθει η ώρα του.

 

Τώρα όλα αυτά ίσως να φαίνονταν αστεία αν όλη αυτή η κωμωδία δεν ήταν εις βάρος ανθρώπων που έχουν ταλαιπωρηθεί, έχουν φυλακιστεί ή αναγκαστεί να περάσουν στην παρανομία με βάση όλες αυτές τις μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής (και δεν αναφέρομαι φυσικά σε όσους έχουμε αναλάβει περήφανα την ευθύνη για τη συμμετοχή μας στη Σ.Π.Φ., καθώς εμείς γνωρίζαμε τις συνέπειες των επιλογών μας) αλλά δεδομένης της κατάστασης είναι εξοργιστική. Έτσι, λοιπόν, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε αν θεωρεί πως η αντιτρομοκρατική διαθέτει ένα κάποιο κώδικα δεοντολογίας που της προσδίδει ένα ηθικό πλεονέκτημα έναντι αυτών των “αδίστακτων και σκληρών τρομοκρατών που δε διστάζουν να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές αθώων”, όπως διατείνεται και η επίσημη καθεστωτική προπαγάνδα, κι απάντησε πως σαφώς και έχει. Τότε του ζητήθηκε να πει που εντοπίζει αυτό το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα, όταν είναι δεδομένο πως η αντιτρομοκρατική είναι εκείνη που όχι μόνο δε διστάζει αλλά επιδιώκει κιόλας να έχει “παράπλευρες απώλειες”, προκειμένου να φτάσει στην εξάρθρωση ομάδων αντάρτικου πόλης, κάτι που επιβεβαιώνει περίτρανα ο τεράστιος αριθμός ενταλμάτων σύλληψης που βγήκαν με βάση το σπίτι στο Χαλάνδρι, ανάμεσα στα οποία κι ένα ένταλμα για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο με το όνομα “Ελένη Κοντοπούλου”. Για τα υπόλοιπα δεν είχε κάτι να πει, προφανώς, ο Χωριανόπουλος όσο για την περίπτωση του εντάλματος για το ανύπαρκτο πρόσωπο, δήλωσε πως ήταν ένα λάθος ενώ μετά από πιέσεις έδειξε ως άμεσα υπεύθυνους το Χηνόπουλο και το Μουρδουκούτα για αυτό το λάθος και στο τέλος κατέληξε να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογούσε ως επόπτης και να ζητήσει μάλιστα και “χίλιες συγγνώμες”. Όσες συγγνώμες κι αν ζητήσει, όμως, ο Χωριανόπουλος ή και άλλα στελέχη της αντιτρομοκρατικής για ένα ζήτημα που εκτός των άλλων εξέθεσε ανεπανόρθωτα το κύρος της (καθώς την έκδοση εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο τη λες και επική πατάτα) δεν ξεπλένεται με τίποτα για τις δεκάδες αθρόες συλλήψεις προσώπων λόγω των δεσμών τους (φιλικών, συγγενικών, συντροφικών) με μέλη αντάρτικων οργανώσεων, συλλήψεις που πατάνε πάνω στη σκοπούμενη στρατηγική της αντιτρομοκρατικής για “παράπλευρες απώλειες”. Η ύπαρξη, λοιπόν, ενός εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο είναι η πιο καραμπινάτη απόδειξη της ευρείας εφαρμογής αυτής της συγκεκριμένης τακτικής. Κι επειδή η αντιτρομοκρατική δεν είναι ένας αυτοτελής και αυτόνομος θεσμός, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό ως η αιχμή του δόρατος της ίδιας της Δημοκρατίας εναντίον του εσωτερικού εχθρού, κάθε πλήγμα στο υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα της αντιτρομοκρατικής είναι και πλήγμα στην ίδια τη Δημοκρατία, καθώς χτυπιέται το λεγόμενο ηθικό της πλεονέκτημα ενάντια στην “τρομοκρατία και την κουλτούρα της βίας”. Επειδή, λοιπόν, σε κάθε πόλεμο το κάθε στρατόπεδο πίσω από την ισχύ των όπλων παρατάσσει κι ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο πάνω στο οποίο χτίζει την προπαγάνδα εναντίον του αντιπάλου του, της Δημοκρατίας εναντίον μας εν προκειμένω, για αυτό έχει τόση σημασία αυτή ακριβώς η προπαγάνδα να αποδομείται μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων, τους λεγόμενους και ναούς της δικαιοσύνης μέσα από τους οποίους αναπνέει η δημοκρατία.

 

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μαραθώνιας εξέτασης του Χωριανόπουλου, που κράτησε αρκετές ώρες ένας ακόμα κραυγαλέος παραλογισμός ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μας. Στη διάρκεια της μέρα ο Χωριανόπουλος είχε αρνηθεί πως είχε σχέση με πολιτικά πρόσωπα. Αργότερα, ωστόσο, του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι ο υφιστάμενος του Χηνόπουλος τον αναγνώρισε σε φωτογραφία δημοσιεύματος του Crimes on Air, σύμφωνα με το οποίο ήταν παρών στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή. Εκεί πραγματικά ο Χωριανόπουλος έδωσε ρέστα εκπλήσσοντάς μας όλους. Με μία θεατρική κίνηση τράβηξε απ’ το σακάκι του μία φωτοτυπία του εν λόγω δημοσιεύματος την οποία και κατέθεσε στο δικαστήριο προκειμένου να λάμψει η αλήθεια. Η αλήθεια, λοιπόν, ήταν πως δεν βρισκόταν στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή αλλά στα βαφτίσια της οικογένειας ενός άλλου βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό υποτίθεται πως ήταν το χαρτί του Χωριανόπουλου, καθώς, όπως είπε είχε προνοήσει ότι θα του γινόταν αυτή η ερώτηση και για αυτό προσκόμισε το συγκεκριμένο απόκομμα. Δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα, όμως. Γιατί συνεχίζει να είναι απορίας άξιο ως τι προσκλήθηκε στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση. Συνηθίζεται, ας πούμε, να καλούνται διευθυντές της αντιτρομοκρατικής σε βαφτίσια βουλευτών κοινοβουλευτικών κομμάτων παρουσία μάλιστα του ίδιου του πρωθυπουργού; Όπως ήταν αναμενόμενο ο Χωριανόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως μία κάποια τριβή ανάμεσα στον ίδιο και το βουλευτή υπήρχε, αλλά κατά τη γνώμη του αυτό δεν αποτελούσε αντίφαση σε σχέση με ο,τι είχε δηλώσει πριν ως προς τη μη σχέση του με πολιτικά πρόσωπα. Το πως γίνεται αυτό να μη συνιστά αντίφαση το τεκμηρίωσε ο Χωριανόπουλος με έναν οντολογικό διαχωρισμό της προσωπικότητάς του: άλλο πρόσωπο ο Δημήτρης Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας κι άλλο πρόσωπο εκτός, Συνεπώς αν ο Χωριανόπουλος εκτός υπηρεσίας έχει φίλους πολιτικούς δεν σημαίνει πως ο Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας έχει κι αυτός φίλους πολιτικούς. Όταν αντιλήφθηκε μόνος του πόσο πραγματικά ηλίθιο ήταν αυτό που έλεγε, εξεγέρθηκε φωνάζοντας “μα τώρα θα κατηγορήσετε και τις κοινωνικές μου σχέσεις δηλαδή;”. Τώρα ασφαλώς έχει κι ο Χωριανόπουλος τα δίκια του κι ορθώς διαμαρτύρεται ο άνθρωπος αφού θεωρεί πως δεν τρέχει και τίποτα να χαριεντίζεται ένας διευθυντής της αντιτρομοκρατικής με όλη την ηγεσία της ΝΔ (που ήταν κυβερνών κόμμα το 2009, όταν δηλαδή έγινε και η επιχείρηση στο Χαλάνδρι) στα βαφτίσια κάποιου βουλευτή του κόμματος και παρουσία του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος αμέσως μετά την επιχείρηση στο Χαλάνδρι πανηγύριζε στην προεκλογική ομιλία του στο Ζάππειο για την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης του στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Τέτοιες πολιτικές επαφές, εξάλλου, ίσως δεν σημαίνουν απαραίτητα κάτι και ένας συλλογισμός που θα ένωνε το παζλ όλων αυτών των γεγονότων μαζί με τις καταθέσεις όλων των αστυνομικών της αντιτρομοκρατικής για να καταλήξει στην υπόθεση ότι όλη η επιχείρηση της 23/9/2009 στήθηκε όπως στήθηκε και μεθοδεύτηκε όπως μεθοδεύτηκε, προκειμένου η τότε ηγεσία της αντιτρομοκρατικής να προσφέρει πολιτική εκδούλευση στη ΝΔ, λόγω επικείμενων εκλογών, ίσως να είναι παρακινδυνευμένος. Ίσως από την άλλη, οι κρίσεις στην αντιτρομοκρατική το Νοέμβριο του 2009 που έχουν περιγραφεί ως οι χειρότερες από τη δημιουργία της υπηρεσίας ως τότε, όταν πλέον ήταν κυβέρνηση το Πασοκ και η Σ.Π.Φ. συνέχιζε κανονικά τις επιθέσεις της, καθώς μόνο εξαρθρωμένη δεν ήταν, μας βοηθά να συμπεράνουμε ότι έγινε αντιληπτό το φιάσκο της επιχείρησης της 23/9, ένα φιάσκο για το οποίο ο ίδιος ο Φραγκίσκος εμφανίστηκε να ασκεί σκληρή αυτοκριτική.

 

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προξενεί αλγεινή εντύπωση είναι να ακούει κανείς τον διευθυντή της αντιτρομοκρατικής, της ίδιας αντιτρομοκρατικής που έχει στοχοποιήσει δεκάδες φορές φίλους, συγγενείς, συντρόφους λόγω των δεσμών τους με κάποιον κρατούμενο ή καταζητούμενο οδηγώντας τους, μάλιστα, στη φυλακή, να διαμαρτύρεται έντονα κιόλας, για στοχοποίηση κοινωνικών σχέσεων. Αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια δήλωση που αξίζει να μείνει στην ιστορία των δικαστικών χρονικών, για το θράσος της και μόνο.

 

 

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

Παναγιωτης Αργυρου: Μια Θεωρητικη Συνεισφορα Για Την Υπερασπιση Μορφων Επιθεσης

wolves

(Λάβαμε 15/12/16)

ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΜΟΡΦΩΝ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Στις 5/12/2016 βρέθηκα ξανά στο εδώλιο του κατηγορούμενου για μια παλιά υπόθεση, η εκδίκαση της οποίας είχε αναβληθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά η εκδίκαση προχώρησε χωρίς απρόοπτα και προστέθηκε μια ακόμη καταδίκη εις βάρος μου ( 7 χρόνια). Επρόκειτο για μια απόπειρα εμπρησμού αστικού λεωφορείου στις 6/6/2009 στο κέντρο της Αθήνας, τη μέρα που ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε την κεντρική προεκλογική του ομιλία για τις Ευρωεκλογές του 2009. Ο λόγος που βρίσκομαι κατηγορούμενος για αυτή την ενέργεια είναι ένα καθαρά δικό μου επιχειρησιακό λάθος από αυτά που λόγω πίεσης και βιασύνης καταλήγουν να ιεραρχούν την ολοκλήρωση ενός σχεδίου πάνω από την διασφάλιση όλων των προστατευτικών μέτρων. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει πίσω και μέσα στη τσάντα που βρισκόταν ο εμπρηστικός μηχανισμός ένα δαχτυλικό αποτύπωμα. Ο σχεδιασμός της ενέργειας ήταν τέτοιος ώστε ο μηχανισμός να τοποθετηθεί στο τελευταίο βραδινό δρομολόγιο και μόνο εφόσον όλοι οι επιβάτες είχαν κατέβει από το λεωφορείο. Ο μηχανισμός τοποθετήθηκε στο τελευταίο πίσω κάθισμα του διπλού αστικού λεωφορείου, μια απόσταση αρκετά ικανοποιητική ώστε να δώσει στον οδηγό το περιθώριο να βγει από το λεωφορείο από την πόρτα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, ακόμα και στην περίπτωση που δεν είχε προλάβει να βγει από την ανάφλεξη. Η ενέργεια αυτή ήταν έξω από το πλαίσιο δράσης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, καθώς επρόκειτο για μια αυτόνομη, ξεχωριστή, πρωτοβουλιακή δράση καθαρά και μόνο της δικής μου ατομικής ευθύνης. Ωστόσο, ενέπιπτε σε μια γενικότερη στρατηγική που στόχευε να πλήξει μεταξύ άλλων την τουριστική σεζόν του 2009, μια στρατηγική που μοιράστηκαν διάφορες ομάδες άμεσης δράσης εκείνης της εποχής και η οποία συνέχιζε την εξεγερτική κληρονομιά του Δεκέμβρη του 2008 και των γεγονότων που ακολούθησαν την δολοφονία του ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (η οποία διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης μιας «άστοχης» πράξης βίας εναντίον ενός διερχόμενου από τα Εξάρχεια περιπολικού χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι και πάντα μέσα από την καβάτζα ενός στενά οριοθετημένου «αβάτου».)

Δεν είχα σκοπό να τοποθετηθώ για τη συγκεκριμένη ενέργεια διότι πίστευα πως μια ακόμα ξεκομμένη τοποθέτηση και μάλιστα για μια ξεχασμένη απόπειρα εμπρησμού χωρίς ανάληψη ευθύνης δεν θα είχε και κάτι να προσφέρει. Εξάλλου, θεωρούσα ότι καλυπτόμουν από τις δηλώσεις μου σχετικά με τις διάφορες υποθέσεις που έχω δικαστεί ως μέλος της ΣΠΦ. Όμως κάποιες τελευταίες εξελίξεις που έχουν οδηγήσει σε μια ιδεολογική τζιχάντ εναντίον συγκεκριμένων αναρχικών πρακτικών και των υποκειμένων που τις επιλέγουν με αναγκάζουν να τοποθετηθώ δημόσια καθώς νιώθω να προσβάλλομαι διπλά, ειδικά όταν ακριβώς τέτοιες πρακτικές με βαρύνουν με επιπλέον ποινές (και ναι μπορεί τα εφτά χρόνια να συγχωνεύονται με όλα τα υπόλοιπα χρόνια στα οποία έχω καταδικαστεί αλλά δεν παύει να είναι μια ποινή με το δικό της βάρος και τη δική της ποινική-πολιτική παρακαταθήκη)

Είναι πάντα λυπηρό να διαπιστώνει κανείς πως μέσα σε αυτό το χώρο η καλή προαίρεση και η επιλογή χαμηλών τόνων στο πεδίο της αντιπαράθεσης ταυτίζονται με πολιτική αδυναμία ή απουσία επιχειρημάτων. Έτσι ήταν πάντα όμως γιατί να αλλάξει κάτι τώρα; Κι όμως όσο δικαιολογημένη κι αν θα ήταν ενδεχομένως μια καχυποψία για την προώθηση μιας πιο σφαιρικής και πολύπλευρης αναρχικής στρατηγικής (όπως αυτή που εδώ κι ένα χρόνο έχει ξεκινήσει να προωθείται με διάφορα μέσα) άλλο τόσο αδικαιολόγητη είναι η εκ βάθρων φονταμενταλιστική εχθρότητα που διακηρύσσουν κάποιοι εναντίον συγκεκριμένων επιθετικών ενεργειών.

Επ’ άφορμής κάποιων κινητοποιήσεων απέναντι στη διακίνηση ναρκωτικών στην πλατεία Εξαρχείων, έχει αρχίσει να εκφράζεται ένας ιδιαιτέρως χοντροκομμένος πολιτικός λόγος που ταυτίζει επιτηδευμένα κατά τη γνώμη μου, αναρχικές επιθετικές ενέργειες με κάποιας μικρής κλίμακας πάντα, ανορθόδοξους πολιτικά βανδαλισμούς δημόσιας περιουσίας κατά τη διάρκεια μικρότερων ή μεγαλύτερων ταραχών στα Εξάρχεια (η κλίμακα των οποίων σκοπίμως και τεχνη έντως υπερμεγεθύνεται ώστε να πληχθούν πολιτικά οι ίδιες οι ταραχές αυτές καθ’ αυτές) και με το εμπόριο ναρκωτικών ή τα μπραβιλίκια. Σημείο αναφοράς όλων αυτών φέρονται να είναι διάφορα περιστατικά ξυλοδαρμών, πολλές φορές ασύνδετα κιόλας μεταξύ τους και κάποιες φορές μάλιστα αρκετά αμφιλεγόμενα. Θα περίμενε κανείς μια διακριτική διαχείριση αυτών των ζητημάτων ώστε να μη συνδέονται ετερογενή πράγματα μεταξύ τους. Όμως όχι, αυτό μάλλον είναι πολυτέλεια. Έτσι όλα αυτά φαίνεται πως για κάποιο κόσμο έχουν άμεση σύνδεση μεταξύ τους και πως λιγότερο ή περισσότερο είναι περίπου το ίδιο και πως είναι αναγκαία μια σημαντική εκστρατεία εναντίον του συνόλου όλων αυτών των περιστατικών στο όνομα μιας σταυροφορίας εναντίον του Κοινωνικού Κανιβαλισμού. Αυτό το τελευταίο ειδικά παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον, αν όχι για κάποιο άλλο λόγο για την επιτηδευμένη ίσως πολιτική αμορφωσιά ή για την επιλεκτική αδυναμία μνήμης που ίσως κρύβεται πίσω από αυτήν την άλογη και άμετρη χρήση αυτής της φράσης. Ξεχνούν ίσως κάποιοι ( ή επιλέγουν να ξεχνούν ) πως πέρα από μια πλέον συντηρητική αριστερά που παραβρωμάει φορμόλη, η ταύτιση του κοινωνικού κανιβαλισμού ως φαινομένου με την παρέκκλιση της συμπεριφοράς κάποιων μειοψηφικών ομάδων του κοινωνικού περιθωρίου ήτανε πάντοτε μονοπώλιο της αντιδραστικής και συντηρητικής ρητορικής της εξουσίας. Αντίθετα, το φάσμα του γενικότερου και ευρύτερου ριζοσπαστικού χώρου και των περισσότερων κινημάτων αμφισβήτησης ταύτιζαν τον κοινωνικό κανιβαλισμό ως το φαινόμενο που αντικατοπτρίζει την αναπαραγωγή των εξουσιαστικών και εκμεταλλευτικών συμπεριφορών και σχέσεων των από τα κάτω μεταξύ τους, κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει σε μια μικρή κλίμακα και σίγουρα δεν περιορίζεται στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά αντίθετα είναι η κυρίαρχη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο διαδεδομένη και τόσο οικειοποιήσιμη που να μοιάζει σαν άτυπα θεσμοθετημένη. Φαίνεται μάλλον πως αυτή η αντίληψη ήταν μια διαστρέβλωση, μια φενάκη ίσως του μεταμοντερνισμού που μόλυνε τα ριζοσπαστικά κινήματα από τον Μάη του 1968 και μετά, και πλέον είναι επιτακτικό να υπάρξει κινηματική εγρήγορση, αν όχι επιστράτευση, ώστε αυτή η διαστρέβλωση να αποκατασταθεί και να μπουν τα πράγματα στη θέση τους, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί. Στο βαθμό, φυσικά, που εγώ παρεξηγώ τις προθέσεις όλων, ή κάποιων, και στο βαθμό που όλα αυτά δεν είναι παρά ατυχείς στην καλύτερη, λεκτικές υπερβολές ή υπερβάλλων ζήλος, πολύ θα χαιρόμουν αν έβλεπα μια δημόσια και ξεκάθαρη πολιτική διάκριση ανάμεσα στο τι τελικώς καταπολεμούν κάποιοι, και τι δεν καταπολεμούν. Στην αντίθετη περίπτωση, που μάλλον είναι και η πιο πιθανή, απλώς επιβεβαιώνουν ότι ταυτίζονται σκοπίμως με αυτήν την ατζέντα κι ότι εννοούν απαρεγκλίτως όσα λένε στο 100%. Και επειδή δε θέλω να αδικήσω κανέναν δεν θεωρώ πως αυτός ο πολιτικός αναθεωρητισμός υπάγεται σε έναν μη συγκρουσιακό πόλο (όχι στο σύνολο του τουλάχιστον) αλλά περισσότερο σε μια πάγια νοοτροπία εντός χώρου που πιστεύει στις αποστειρωμένες συγκρουσιακές λογικές, εν είδη συσκευασίας, όπου το ανεξέλεγκτο απουσιάζει γιατί προηγουμένως έχει «εξοντωθεί» και το αυθόρμητο εκλείπει έστω και σαν πινελιά στο γενικότερο καμβά των συγκρούσεων. Φαίνεται πως η πολιτική μόδα επιτάσσει επιστροφή στα παλιά δίπολα λες και η παλιά σύγκρουση τους μας κληροδότησε κάποια φανταστική παρακαταθήκη ενώ πετάμε στα σκουπίδια μια κριτική αποτίμηση που φροντίζει να συνθέτει τα καλύτερα στοιχεία του αυθόρμητου και της οργάνωσης.
Επιστρέφοντας όμως πίσω στο αρχικό μου θέμα, που είναι και αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο, ξεκαθαρίζω καταρχάς πως δεν θεωρώ τίποτα και κανέναν υπεράνω κριτικής και ασφαλώς ούτε και μένα τον ίδιο. Και λέγοντας αυτό μπορώ να αναγνωρίσω και αυτοκριτικά πως στο παρελθόν και σε στο βαθμό που με αφορούσε ατομικά δεν ακολούθησα πάντα το δρόμο μιας ορθής πολιτικής αντιπαράθεσης. Για τέτοια περιστατικά όμως και για την ατομική μου ευθύνη σε αυτά έχω κριθεί, κρίνομαι και συνεχίζω να κρίνομαι. Όμως για να μπορούν να πείθουν τα υποκείμενα που ασκούν την όποια κριτική και για την ειλικρίνεια των προθέσεων τους θα πρέπει να ορίζουν και ξεκάθαρα το έδαφος από το οποίο εφορμάται η κριτική τους. Είναι για παράδειγμα πολιτικό αυτό το έδαφος; Είναι ηθικό; Έχει να κάνει με ζητήματα στρατηγικής σύνδεσης μέσων και σκοπών ή μήπως είναι κάτι ολότελα διαφορετικό; Ο μη προσδιορισμός αυτού του εδάφους προκαλεί σύγχυση και καθιστά την ίδια την κριτική από έωλη έως και ύποπτη. Κι αυτό φυσικά στην περίπτωση που έχουμε όντως να κάνουμε με μια κριτική όσο έωλη και ύποπτη κι αν είναι. Στην περίπτωση μας όμως δεν έχουμε να κάνουμε με κριτική, γιατί η κριτική σημαίνει πολιτική διαφωνία και η πολιτική διαφωνία σημαίνει διάλογο για την διαπραγμάτευση της πολιτικής σημασίας του κάθε ζητήματος. Αυτό που παρατηρείται όμως εδώ πέρα είναι η κλασική επικοινωνιακή στρατηγική όσων θέλουν να αποδομήσουν το πολιτικό και ηθικό ανάστημα των αντιπάλων τους, ώστε να μην χρειαστεί να αντιπαρατεθούν μαζί τους πολιτικά. Η στρατηγική αυτή επιτάσσει μια ξεκάθαρη πολεμική που εχθροποιεί εξ’ αντικειμένου τον προσδιορισμένο στόχο, ( στην περίπτωση μας ένα ολόκληρο εύρος πολιτικών λογικών, στρατηγικών και πρακτικών αγώνα) σε μια προσπάθεια εξορισμού του αντιπάλου από την όποια κοινότητα ( όσο πλατιά και αν είναι αυτή ). Ο εξορισμός αυτός φυσικά μετά παρέχει την πολυτέλεια της a priori ηθικής νομιμοποίησης κάθε εχθρικής ενέργειας εναντίον του αντιπάλου μιας και έχει καταστεί ως φυσικός εχθρός του κινήματος.
Δυστυχώς όμως για αυτούς στην περίπτωση μας θα πρέπει να περιοριστούν στην προσπάθεια. Οι επιθέσεις στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς δεν είναι καν κάτι καινούργιο. Στο πρόσφατο παρελθόν, την περίοδο μεταξύ 2009-2012, προέκυψε μια στρατηγική επιθέσεων αντάρτικου πόλης που επιχειρούσε να θέσει νέα στοιχήματα, να δημιουργήσει νέες προκλήσεις , να πειραματιστεί πάνω σε νέα σκεπτικά και να ανιχνεύσει νέα μονοπάτια αναρχικής επίθεσης. Έτσι ένα πλήθος αναρχικών ομάδων άρχισαν να προχωρούν σε οργανωμένες δολιοφθορές εναντίον ΜΜΜ που συνολικά κόστισαν πολλά εκατομμύρια ευρώ στο κράτος. Εμπρησμοί τρένων, τραμ και λεωφορείων καθώς άλλου τύπου επιθέσεις, όπως το σαμποτάζ των γραμμών του τραμ με τσιμέντο , συνθέτουν το παζλ των επιθέσεων της περιόδου εκείνης. Μέσα από τα κείμενα των αναλήψεων ευθύνης άνοιγε μάλιστα κι ένας διάλογος μεταξύ των ομάδων που αποσκοπούσε στη συλλογική ζύμωση και επεξεργασία σκεπτικών και μεθόδων επίθεσης. Ενδεικτικά παραθέτω ένα χαρακτηριστικό τέτοιο απόσπασμα από την ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό τραμ από την ομάδα Κύκλοι Παραβατικών (8/10/2012) που θεωρώ ότι εμπλουτίζει αρκετά εμπεριστατωμένα όλο αυτό τον διάλογο : “Μέσα από επιθέσεις σ’ αυτό που εμείς ορίζουμε ως αόριστα πεδία της κοινωνικής ζωής θέλουμε να αναδείξουμε το λόγο μας και να αναγκάσουμε τον καθένα/καθεμία να αφουγκραστεί την αδιέξοδη κραυγή μας.(….) Πρέπει να εισέλθουμε στη ζωή των σύγχρονων υπηκόων, να προκαλέσουμε ρήγματα εκεί που δύσκολα θα τα κρύβει ο παραμορφωμένος φακός των ΜΜΕ. Σε χώρους και πεδία που θα προβληματίσουν και θα κάνουν τον άλλον να ψαχτεί και να δει για ποιο λόγο γίνεται το κάθε χτύπημα. (…) Ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτή η ιδιόμορφη διάχυση της πράξης και του λόγου μας είναι και τα χτυπήματα στα Αόριστα Κοινωνικά πεδία”.
Βέβαια, η πλειοψηφία αυτών των ομάδων και ο λόγος που εξέφραζαν μπορεί ίσως να τοποθετηθεί κάπου στο ευρύτερο φάσμα της εξεγερσιακής αναρχίας και των διαφόρων τάσεων στο εσωτερικό της , γεγονός που επιτρέπει σε όσους εχθρεύονται παθολογικά το σύνολο όλων αυτών των τάσεων να καταδικάζουν τέτοιου τύπου ενέργειες μιλώντας με ευκολία για “υφέρποντες ελιτισμούς” και “υποδόριους φασισμούς” κλιμακώνοντας έτσι την πολεμική τους με έναν ξεκάθαρα αντιδιαλεκτικό , αντιεξεγερτικό φανατισμό που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του και ούτε είναι διατεθειμένος να διαπραγματεύεται τέτοια “αξιακά” ζητήματα που κατά μια αυθαίρετη πάντα και αποκλειστικά υποκειμενική κρίση κάποιων υποκειμένων , ζημιώνουν αυτό που στο δικό τους κεφάλι αντιλαμβάνονται ως κίνημα (λες και θα μπορούσε ποτέ ένα αναρχικό κίνημα να είναι τσιφλίκι κάποιων ώστε να ορίζουν αυθέραιτα και τα σύνορα του) καθώς “με τέτοιου τύπου ενέργειες χάνεται όλη η σοβαρή και υπεύθυνη δουλειά που κάνουμε για να φέρουμε τον κόσμο με το μέρος μας”. Δυστυχώς όμως, για τους άσπονδους λυσσασμένους εχθρούς της εξεγερσιακής αναρχίας σε όλες τις εκφάνσεις της (γιατί ας μην κοροιδευόμαστε αυτό δεν περιορίζεται μόνο ενάντια στις αναρχοατομικιστικές και αναρχομηδενιστικές εξεγερσιακές τάσεις αλλά δυνητικά ενάντια στο σύνολο της εξεγερσιακής αναρχίας , της αποκαλούμενης στις μέρες μας κι ως θολής εξεγερτικότητας) ειδικά στα μέρη μας υπάρχει ένα πολύ πλούσιο παρελθόν τέτοιων επιθέσεων σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και μάλιστα από οργανώσεις αντάρτικου πόλης όπως ο ΕΛΑ που από το 1976 ως το 1979 είχε πραγματοποιήσει επιθέσεις σε αμαξοστάσια της τότε ΕΑΣ καίγοντας μεγάλο αριθμό αστικών λεωφορείων. Φυσικά θα ήταν αστεία και μόνο η σκέψη να κατηγορήσει κανείς τον ΕΛΑ για υφέρποντα ελιτισμό.
Το παραπάνω παράδειγμα φυσικά και δεν σημαίνει ότι επειδή μια στόχευση είναι κοινή τα υποκείμενα και οι οπτικές τους ταυτίζονται. Κάθε άλλο. Ο πλουραλισμός όμως των διαφορετικών σκεπτικών που από εποχή σε εποχή επιλέγουν να πλήξουν κοινούς στόχους, μεταθέτει το πεδίο της κριτικής από το επίδικο της ίδιας της στόχευσης αυτής καθεαυτής στο ζήτημα της ποιότητας του λόγου που συνοδεύει τέτοιου τύπου ενέργειες. Τώρα ασφαλώς αν το ζήτημα είναι ότι τέτοιες ενέργειες χάνονται κάτω από το πέπλο της πολιτικής ανωνυμίας θα μπορούσα κι εγώ να σταθώ κριτικά καθώς θεωρώ προβληματική αυτή τη λογική ( όχι εχθρική ωστόσο) γιατί εκτός των άλλων δίνει και λαβές στους επικριτές τέτοιων επιθέσεων να εξαπολύσουν λάσπη με πολιτικό επικάλυμμα. Είναι δε ακόμα πιο προβληματική αυτού του είδους η ανωνυμία όταν τα ίδια τα δρώντα υποκείμενα αρνούνται – άγνωστο για ποιους λόγους- να δώσουν ένα πολιτικό περιεχόμενο στις πράξεις τους, καθώς αυτό δείχνει μια ηθελημένη αποχή από την πολιτική ζύμωση και επικοινωνία σκεπτικών. Φυσικά θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η κριτική δεν στρέφεται στο πολιτικό και ηθικό υπόβαθρο τέτοιων επιθέσεων γενικά αλλά εναντίον στη συχνή τους επανάληψη στην περιοχή των Εξαρχείων. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς σε αυτό. Ακόμα κι αν ίσχυε κάτι τέτοιο μπαίνει ένα τεράστιο ερωτηματικό στο γιατί δε γίνεται ορατός αυτός ο διαχωρισμός ώστε να μη μπορεί ακόμα κι ο πλέον κακόβουλος να βρει πατήματα και δεύτερον μπαίνει ένα ακόμα μεγαλύτερο ερωτηματικό στο πότε απέκτησαν τα Εξάρχεια επιτροπή δεοντολογίας σε ζητήματα πολιτικής στόχευσης και γιατί και από ποιους νομιμοποιείται μια τέτοια επιτροπή να εκδίδει εγκυκλίους περί κοινωνικής αντιβίας; (από τους κατοίκους πάντως σίγουρα όχι. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εξάλλου και τη συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων στα κοινά κάτι που προφανώς δε συμβαίνει ). Ποιος λοιπόν αποφάσισε ότι τα λεωφορεία και γενικά τα ΜΜΜ πρέπει να καίγονται μόνο εκτός Εξαρχείων και μόνο ως οδοφράγματα κατά τη διάρκεια γενικευμένων συγκρούσεων και μέχρι που είναι διατεθειμένος να φτάσει αυτός ο κάποιος προκειμένουν να εξασφαλίσει την υπακοή και τη συμμόρφωση στη «γραμμή» του;

Ας μη γελιόμαστε όμως. Φυσικά και η όλη πολεμική δεν εξαντλείται ούτε στο ζήτημα της πολιτικής ανωνυμίας κι ούτε και στον ενδημικό χαρακτήρα του φαινομένου, αντίθετα το ξεπερνάει κατά πολύ. Αυτό που στην ουσία είναι το διακύβευμα, ( κι αν υπήρχε το παραμικρό ίχνος πολιτικής εντιμότητας στην κριτική αυτή θα έπρεπε να γίνει παραδεκτό) είναι η μόνιμη πολιτική ατζέντα κάποιων για το “τι θα πει ο κόσμος”. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που δεν έχει ακουστεί κανένα σοβαρό πολιτικό επιχείρημα μέχρι στιγμής που να μπορεί να αναιρέσει την αξία τέτοιων στοχοθεσιών παρά μόνο κάτι ψελλίσματα περί ταλαιπωρίας του κόσμου που θυμίζουν, έστω και αντανακλαστικά, το χειρότερο είδος κοινωνικού αυτοματισμού που προωθούν τα ΜΜΕ και επίσημες πολιτικές φωνές κάθε φορά που γίνεται κάτι που με οποιοδήποτε τρόπο “προκαλεί ταλαιπωρία στο κόσμο”, και συγκεκριμένα αυτών που προσπαθούν “να κάνουν απλώς τη δουλειά τους”.
Είναι γεγονός όμως ότι ένα μεγάλο κομμάτι της στρατηγικής όλων των κοινωνικών κινητοποιήσεων, πέρα από την προπαγάνδιση των θέσεων- αιτημάτων τους, είναι και η άσκηση πολιτικής πίεσης μέσα από την πρόκληση κοινωνικών βραχυκυκλωμάτων, οι παράπλευρες συνέπειες των οποίων είναι πάντα η ταλαιπωρία κάποιων, καθώς πάντα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό θα υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θα επηρεαστούν. Κάθε φορά λοιπόν που γίνονται μαθητικές/ φοιτητικές καταλήψεις, κάθε φορά που διαδηλωτές κλείνουν τους δρόμους, κάθε φορά που τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, οι εθνικές οδοί μπλοκάρουν εξαιτίας μπλόκων ή απεργιών, κάθε φορά που γειτονιές μετατρέπονται σε “υγειονομικές βόμβες” εξαιτίας απεργών στο τομέα της καθαριότητας, κάθε φορά που τα νοικοκυριά μένουν χωρίς ρεύμα επειδή οι απεργοί κατεβάζουν τους διακόπτες της ΔΕΗ, κάθε φορά που οι ρυθμοί της πόλης πέφτουν εξαιτίας απεργιών στα ΜΜΜ, και γενικώς κάθε φορά που συμβαίνει οτιδήποτε από όλα αυτά (κι ίσως κι άλλα που να μου διαφεύγουν), υπάρχουν κάποιοι που ταλαιπωρούνται. Κάποιοι που θα χάσουν τα μαθήματα τους , κάποιοι που θα χάσουν κάποιο δρομολόγιο ή κάποιο προγραμματισμένο ταξίδι, κάποιοι που θα ταλαιπωρηθούν σε ένα μποτιλιάρισμα, κάποιοι που θα υποστούν την δυσωδία των σκουπιδιών έξω από τα σπίτια τους, κάποιοι που θα αργήσουν να πάνε στη δουλειά τους ή ίσως δεν καταφέρουν καθόλου να πάνε. Κι όλα αυτά γιατί το κοινωνικό πεδίο είναι διαρθρωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε όταν ένας αγώνας μπαίνει σε κίνηση και τροχιά να βραχυκυκλώνει κάτι στον κοινωνικό ιστό και κάποιοι να καταλήγουν να ταλαιπωρηθούν γιατί διαταράσσεται η κανονικότητα και το πρόγραμμα τους. Και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις η καθεστωτική προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ μιλάει για αντικοινωνικές συμπεριφορές συντεχνιών και συνδικαλιστικών μειοψηφιών που βάζουν τα συμφέροντα τους πάνω από τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Και κάπως έτσι νομιμοποιούνται οι επιστρατεύσεις απεργών , η διάλυση και καταστολή συγκεντρώσεων ( που συν τοις άλλοις πλήττουν και το εμπόριο), το σπάσιμο καταλήψεων από αγανακτισμένους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων. Κάπως έτσι συντεχνιακές και κλαδικές ομάδες στρέφονται η μία στην άλλη (όπως προσφάτως είδαμε στην περίπτωση αγροτών ενάντια στην ομοσπονδία ναυτικών ή παλιότερα φορτηγατζήδων εναντίον αγροτών κτλ) και κάπως έτσι καταλαβαίνουμε τελικά ποιος είναι ο πραγματικός κοινωνικός κανιβαλισμός. Και προφανώς όσοι αντιδρούν σε κάθε τέτοια περίπτωση δεν είναι απαραιτήτως «νεοφιλλελέδες» η «μέτωπο της αντίδρασης», αντίθετα συχνά είναι «απλοί άνθρωποι» που θέλουν «να κάνουν απλώς τη δουλειά τους» αδιαφορώντας για τους αγώνες και τα αιτήματα κάποιων άλλων. Ακούγεται άσχημο και είναι λογικό να αρνείται κανείς αυτήν την πραγματικότητα χτίζοντας ένα δικό του φαντασιακό στο οποίο η κοινωνική βάση και η «λαϊκή ψυχή» παρόλες τις ταλαιπωρίες που υφίσταται αναγνωρίζει το δίκιο των αγώνων και συντάσσεται ηθικά μαζί τους, αλλά στον πραγματικό κόσμο μόνο αυτό δε συμβαίνει. Για την ακρίβεια συμβαίνει το αντίθετο.
Ποια είναι λοιπόν η διαφορά όλων των παραπάνω σε σχέση με τις συνέπειες που προκαλούνται ή που ίσως προκληθούν από επιθέσεις σε ΜΜΜ; Γιατί τόση σπουδή στη πολεμική και στην καταδίκη τους; Σε ποιο ακροατήριο τελικώς απευθύνονται ή νομίζουν πως απευθύνονται κάποιοι; Αλήθεια αυτή είναι η “πλατιά επαναστατική πολιτική ζύμωση μέσα στη μάζα” που οραματίζονται μερικοί; Η διέγερση των πιο ταπεινών αντιδραστικών λαϊκών ενστίκτων; Αν είναι έτσι πάντως τα καταφέρνουν αρκετά καλά δεν είναι κάτι δύσκολο αυτό, η αντιδραστική ρητορική εξάλλου έχει γίνει επιστήμη εδώ και δεκαετίες χωρίς τη δική τους βοήθεια. Αν δεν επιθυμούν αυτό ωστόσο, θα πρέπει να προβληματιστούν διότι με τέτοιου τύπου επιχειρήματα αυτό ακριβώς πετυχαίνουν. Εκτός βέβαια και αν “οι σταγόνες και τα ρυάκια της λαϊκής οργής” εμποδίζονται στο να γίνουν ποτάμι εξαιτίας των καμένων λεωφορείων. Μπορεί βέβαια η απάντηση να βρίσκεται και στο ότι τέτοιες πρακτικές θα ήταν ίσως ικανές να σπάσουν το μονοπώλιο διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του χώρου ή του κινήματος, αν υποθέσουμε βέβαια ότι υπάρχουν κάποιοι που ( είτε λόγω προσωπικών φιλοδοξιών είτε λόγω προγραμματισμένων θέσεων ) το διεκδικούν για τον εαυτό τους. Θα χαιρόμουν ξανά ιδιαίτερα αν αυτό αποτελούσε μια απλή υπόθεση εργασίας, πολύ φοβάμαι ωστόσο ότι μάλλον δεν είναι. Και πολύ φοβάμαι πως όταν υπάρχουν τέτοιου τύπου φιλοδοξίες και προγραμματικές θέσεις όλα επιτρέπονται τελικά. Σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση φυσικά θα παρατηρούσαμε μια απίστευτα μεγάλη συγκέντρωση οξύμωρων σχήματων δεδόμενου ότι υποτίθεται πως μια τέτοια αντίληψη δε συνάδει με την εν γένει επαναστατική ηθική που επικαλούνται κάποιοι επικριτές του «αμοραλισμού».
Πέρα από όλα αυτά όμως, πίσω από την τόσο σκληρή πολεμική απέναντι σε τέτοιες επιθέσεις κρύβεται ίσως και μια (ηθελήμενη;) μερική άγνοια για κάποιες από τις ιστορικές διεργασίες διαμόρφωσης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Αλήθεια δεν υπήρξε κάποτε το ιστορικό φαινόμενο της Βιομηχανικής Επανάστασης που αποτέλεσε την μήτρα του σύγχρονου Βιομηχανικού καπιταλισμού (πολύ πριν την έκρηξη του χρηματηστηριακού και χρηματοπιστωτικού τομέα) στη σκληρότατη και ανελέητη μορφή του όπως τον γνωρίζουμε σήμερα; Μήπως δεν ήταν η εκρηκτική άνθιση του τομέα των μετακινήσεων που άλλαξε τελείως την μορφή του εμπορίου διευρύνοντας το με εντελώς άλλους ρυθμούς πολύ πιο δραστικούς; Μήπως αυτό δεν είχε ως συνέπεια τις αλλαγές συσχετισμών στις διεθνείς αγορές και τις συναλλαγματικές σχέσεις της εποχής που καθόρισαν αργότερα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές των καπιταλιστικών μεγάλων δυνάμεων; Μήπως η ανάπτυξη του τομέα των μετακινήσεων δεν υπήρξε ως ένα μεγάλο βαθμό συντελεστής των νέων παραγωγικών δυνάμεων εντός αστικών κέντρων, ειδικά στη σύγχρονη εποχή που λόγω της υπέρμετρης αστικοποίησης έχουν πολλαπλασιαστεί σε μέγεθος; Μήπως οι μετακινήσεις δεν υπήρξαν ο παρανομαστής ενός ολόκληρου σύγχρονου τομέα της οικονομίας που ονομάζεται βιομηχανικός τουρισμός και αποφέρει τεράστια συσσώρευση κεφαλαίων στις παγκόσμιες κιόλας αγορές; Στις ημέρες μας οι αστικοί χάρτες των μητροπόλεων είναι γεμάτοι από άπειρες κουκίδες που αντιπροσωπεύουν κάτεργα μισθωτής σκλαβιάς και ναούς κατανάλωσης και σε αυτόν τον χάρτη τα ΜΜΜ δεν είναι παρά εκείνες οι ευθείες γραμμές που συνδέουν αυτές τις κουκίδες μεταξύ τους, κάτι φυσικά που εξηγείται καθώς αυτή είναι η μόνη αποστολή τους ως οργανικό κομμάτι της πόλης εργοστασίου. Γιατί μήπως είναι ψέμα ότι για τον καπιταλισμό οι άνθρωποι λογίζονται μόνο ως εμπορεύματα με εργατική και αγοραστική δύναμη; Είναι φυσικό επόμενο λοιπόν πως τα ΜΜΜ υπάρχουν ΜΟΝΟ για να εξυπηρετούν την μετακίνηση των ανθρώπων-εμπορευμάτων ώστε να εντατικοποιούνται οι ρυθμοί παραγωγής και κατανάλωσης, και έτσι να αυξάνεται και η αντίστοιχη συσσώρευση κέρδους υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος των από τα κάτω. Μάλιστα, η απληστία του εκμεταλλευτικού συστήματος φροντίζει ώστε να βγάζει κέρδος και από τις μετακινήσεις αυτές καθεαυτές κοστολογώντας τις υπηρεσίες τους και θέτοντας πολλαπλάσια πρόστιμα για τους παραβάτες και προσλαμβάνοντας ρουφιάνους που για λογαριασμό της εργοδοσίας κόβουν πρόστιμα, εξευτελίζουν, τραμπουκίζουν, βιαιοπραγούν και ενίοτε δολοφονούν, επειδή κάπως πρέπει και αυτοί “να κάνουν απλά την δουλειά τους”.
Δεν έχω κάποια ψευδαίσθηση φυσικά ότι μεταξύ ανθρώπων τόσο προκατειλημμένων τα όσα γράφω μπορούν να γεννήσουν τον οποιονδήποτε υγιή προβληματισμό. Είμαι μάλλον σίγουρος κιόλας ότι διαβάζοντας αυτές τις γραμμές ένα κοροϊδευτικό χαμογέλο χαράζει το πρόσωπο τους και το πρώτο πράγμα που θα θελήσουν να κάνουν είναι να ειρωνευτούν: “Δηλαδή με τα καμμένα λεωφορεία χτυπιέται ο καπιταλισμός;” Είναι τόσο σίγουροι για την αλήθεια τους και για την απολυτότητα των επιχειρημάτων τους ώστε να τυφλώνονται και να μη μπορούν να δουν μια όντως αντικειμενική αλήθεια. Πράγματι ο εμπρησμός ενός λεωφορείου έτσι ξεκομμένα δεν χτυπάει προφανώς από μόνος του, ( τουλάχιστον όχι σε ένα επίπεδο που η ζημιά δε θα είναι απορροφήσιμη) ούτε την εξουσία, ούτε και την οικονομική της διάρθρωση. Όπως ισχύει όμως και για έναν μεμονωμένο εμπρησμό τράπεζας, υπουργείου, αστυνομικού τμήματος κτλ. Αυτό μάλιστα είναι και το βασικό επιχείρημα όσων είναι εναντίον όλων αυτών των επιθέσεων γενικά, ότι δηλαδή από μόνες τους δεν πλήττουν το καθεστώς και άρα καθίστανται ατελέσφορες. Ο πυρήνας αυτής της κριτικής είναι προβληματικός καθώς είναι ο ίδιος πυρήνας επιχειρημάτων που ακόμα και στις πολιτικές εκτελέσεις στέκεται κριτικά διότι “ουδείς αναντικατάστατος”. Που μας οδηγεί λοιπόν αυτός ο τρόπος σκέψης; Αντίθετα, γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε πως ναι μεν την διαφορά προφανώς και την κάνει η μέγιστη δυνατή διάχυση και οικειοποίηση των επιθετικών πρακτικών, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όταν συμβαίνουν αποσπασματικά χάνουν την αξία τους; Δεν είναι ούτε ένας αιώνας από τότε που ο αναρχοκομμουνιστής Λουίτζι Γκαλεάνι θα έγραφε υπερασπιζόμενος την ατομική τρομοκρατία » Καμιά πράξη εξέγερσης δεν είναι άχρηστη, καμιά πράξη εξέγερσης δεν είναι βλαβερή». Αν μπορούσαμε τώρα να φανταστούμε την υιοθέτηση μιας στρατηγικής επιθέσεων τόσο στα ΜΜΜ όσο και στο γενικότερο δίκτυο μεταφορών και τουρισμού σε ένα πολύ μεγαλύτερο επίπεδο το οποίο μάλιστα θα συνόδευε και ο αντίστοιχος πολιτικός λόγος, τότε ίσως και να είχαμε μια όντως σημαντική ζημία μη απορροφήσιμη, σε σημαντικά σημεία μάλιστα της οικονομίας.
Φυσικά για όσους δεν αντιλαμβάνονται τη ζωή μονάχα με οικονομικούς όρους, και δε μιλάνε μόνο τη γλώσσα των οικονομικών αφηγημάτων ( όχι γιατί δε μπορούν αλλά γιατί επιλέγουν να μην το κάνουν) υπάρχει και το καθαρά προσωπικό βίωμα του καθενός και της καθεμίας μας που αποκτάμε οι ίδιοι καθημερινά, ζώντας μέσα στη σκατίλα της εξουσιαστικής-εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Διότι ούτε εξωγήινοι είμαστε, ούτε ζούμε στις βουνοκορφές μας ( αυτές που ειρωνικά αποκαλούνται και βουνοκορφές της άρνησης), μακριά από τις υλικές συνθήκες ζωής αυτού του σάπιου κόσμου. Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μεγαλώσαμε κι εδώ συνεχίζουμε να ζούμε αναπνέοντας καθημερινά τη δυσωδία του σύγχρονου πολιτισμού.Τις συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης καθώς και τη γενικότερη ασφυκτική παρουσία της Εξουσίας τη βιώνουμε κι εμείς οι ίδιοι καθώς δεν αιθεροβατούμε πάνω από τα κεφάλια όλων των υπόλοιπων εκμεταλευόμενων και εξουσιαζόμενων ανθρώπων αλλά ζούμε μαζί τους και ανάμεσα τους. Έχουμε λοιπόν κάθε φυσικό δικαίωμα να οργιζόμαστε, να μισούμε, να εξεγειρόμαστε και να επιτεθόμαστε σε οτιδήποτε νοιώθουμε πως εγκλωβίζει και καταπιέζει τις ζωές μας, χωρίς να πρέπει να δίνουμε λογαριασμό σε αυτόκλητους θεματοφύλακες της κοινωνικής αντιβίας (κι ας μη διαμαρτυρηθούν για την οξύτητα των χαρακτηρισμών μιας κι ούτε κι η άλλη πλευρά είναι φειδωλή στους χαρακτηρισμούς όταν νιώθει την ανάγκη να διαφωνήσει αφορίζοντας) . Για μας λοιπόν τα ΜΜΜ δεν είναι τίποτα περισσότερο από κλούβες μεταγωγής ανθρώπων-σκλάβων που εκτελούν ένα πρόγραμμα μεταφοράς από το σπίτι στο κάτεργο και από το κάτεργο στους χώρους κατανάλωσης, κι από εκεί ξανά πάλι στο σπίτι για ξεκούραση μέχρι να έρθει η επόμενη ημέρα και η επόμενη και η επόμενη και μέχρι αυτό το καθημερινό ανελέητο πήγαινε-έλα να γίνει ξαφνικά ολόκληρη η ζωή μας που ξοδεύεται σε προγραμματισμένα δρομολόγια, στάσεις λεωφορείων, χώρους μισθωτής σκλαβιάς και εμπορευματοποιημένες ζώνες διασκέδασης και κατανάλωσης.

Αλήθεια, εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, μέσα σε όλο αυτό το γαϊτανάκι εξόντωσης της προσωπικότητας σου, της εκμετάλλευσης και της καταλήστευσης σου, μέσα στην καθημερινή ψυχοφθόρα αγωνία να μην πέσεις πάνω στους ρουφιάνους, μην σου κόψουν πρόστιμο, μη σε σύρουν στο τμήμα για ταυτοποίηση ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες γνέφουν και μουρμουρίζουν υποτιμητικά σχόλια για σένα, μέσα στο διαρκές άγχος μην χρειαστεί να πηδήξεις ή ακόμα χειρότερα να σε σπρώξουν από κάποιο λεωφορείο εν κινήσει και σκοτωθείς, το χειρότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί είναι να χάσεις ένα γαμημένο δρομολόγιο επειδή κάποιοι έκαψαν ένα λεωφορείο;

Για όσους δεν πάσχουμε όμως από κάποιου είδους ιδεολογικό ιδρυματισμό ώστε εγκλωβισμένοι μέσα στην ιδεολογική μας φούσκα να νομίζουμε πως τα πάντα κινούνται βάση των θεωρητικών σχημάτων που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας, είναι αυτονόητο πως ο καθορισμός μια πράξης ως κοινωνικής ή αντικοινωνικής δεν συμβαίνει από τα υποκείμενα που τη φέρουν εις πέρας αλλά από την γνώμη της κοινωνικής πλειοψηφείας η οποία και σ’ ένα μεγάλο βαθμό διαμορφώνεται και από την καθεστωτική προπαγάνδα. Έτσι συχνά δεν έχει σημασία η πρόθεση των δραστών αλλά η γνώμη του κοινού. Αν για παράδειγμα μια ανατίναξη τράπεζας θεωρείται κατά την κοινή γνώμη κατακριτέα πράξη βιας τότε η ενέργεια δύναται να έχει αντικοινωνικό χαρακτήρα ανεξάρτητα από το αν η προκήρυξη που τη συνοδεύει έχει μαρξιστική, αναρχοκομμουνιστική ή αναρχομηδενιστική ανάλυση. Τουλάχιστον οι πολέμιοι της ένοπλης βίας αυτά τα έχουν λήξει στο μεταξύ τους και θεωρούν κάθε ενέργεια που δεν τυγχάνει κοινωνικής αποδοχής κι ως αντικοινωνική. Θυμίζω ενδεικτικά την υστερία καταγγελιομανίας που επικράτησε μετά την εκτέλεση των δυο νεοναζί στο Νέο Ηράκλειο όπου ένας σεβαστός αριθμός συλλογικοτήτων και στεκιών με «πρόσωπο στην κοινωνία» καταδίκασαν ομόθυμα την ενέργεια ως εχθρική για τις αξίες και τα ιδανικά του κινήματος. Η ευκολία με την οποία επιδόθηκαν σε αυτό το κρεσέντο λεκτικής βίας και προσβλητικών υπερβολών εναντίον τόσο της ίδιας της ενέργειας όσο και των ανθρώπων που βρίσκονταν από πίσω οφείλεται στο γεγονός ότι αρκεί να είναι μια συλλογικότητα χρόνια στο κίνημα και να έχει «κοινωνικό πρόσωπο» ώστε να ξεπλένεται αυτομάτως οποιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά όπως ήταν αυτή των δημόσιων καταδικαστικών κειμένων του 2013. Πόνταραν βέβαια στο γεγονός ότι η οργάνωση θα ήταν του μηδενιστικού χώρου επομένως η αντιένοπλη υστερία τους θα μεταμφιεζόταν σε έναν εύκολο αντιμηδενισμό που ήταν και της μόδας τότε. Ωστόσο όταν διαψεύστηκαν από την ανάληψη ευθύνης απολογήθηκαν ποτέ; Ζήτησαν ποτέ ένα συγνώμη; Προέβησαν σε κάποια αυτοκριτική; Όχι βέβαια που καιρός για τέτοια. Εξάλλου δεν άλλαξε κάτι για όλους αυτούς αν η ΜΛΕΔ δεν ήταν τελικά μια μηδενιστική οργάνωση καθώς το πραγματικό τους ζήτημα ήταν η ενέργεια αυτή καθεαυτή την οποία ίσως να θεωρούν ακόμα και σήμερα αντικοινωνική. Βλέπει κανείς λοιπόν πως ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι σκέψης μπορεί να καταλήξουμε να διαπιστώσουμε,αν αφουγκραστούμε την κοινωνική πλειοψηφία, ότι πολλά πράγματα που συμβαίνουν ίσως τελικώς έχουν αντικοινωνικό χαρακτήρα : το ξήλωμα ακυρωτικών μηχανημάτων στα ΜΜΜ , ο ξυλοδαρμός ελεγκτών,η στοχοποίηση σπιτιών προέδρων δημόσιων οργανισμών, οι εκτελέσεις εμπόρων ναρκωτικών και ποιος ξέρει τι άλλο. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι εξαιρετικά προβληματικός καθώς ο φετιχισμός της κοινωνικής αποδοχής μπορεί τελικώς να καταλήξει αντί «να φέρει τον κόσμο με το μέρος μας» να πάει εμάς με το μέρος του κόσμου. Μόνο που το μέρος του κόσμου είναι η δυστοπία της εξουσιαστικής κοινωνίας.

Τέλος, και για να ολοκληρώσω αυτή τη συνολική τοποθέτηση, που ήδη θα έχει κουράσει πολύ τα μάτια όσων την διαβάζουν, αφήνω αυτή εδώ την σκέψη και τον προβληματισμό. Ζούμε σε μια εποχή όπου αυτά που προσδιορίζονται ως διαρκή εγκλήματα της εξουσίας συμβαίνουν παντού γύρω μας σε τέτοια πλέον κλίμακα και έκταση που οι ειδήσεις φρίκης και βαρβαρότητας μας βομβαρδίζουν ανά πάσα στιγμή. Κι όμως και αυτό που κι ο κομμουνιστής Γκράμσι περιέγραψε ως κοινωνική αδιαφορία, αυτή η αβουλία που είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας, που δρα παθητικά αλλά δρα, και που μάλιστα στο σήμερα διαμορφώνει και ενισχύει και τους σύγχρονους συσχετισμούς για την έλευση νέων ολοκληρωτισμών, έχει φτάσει σε άλλο επίπεδο. Αυτή η αδιαφορία έχει γίνει ιδεολογία και οι φορείς της είναι ικανοί ακόμα και να διεκδικήσουν να βγουν ενεργητικά στο προσκήνιο της ιστορίας για να υπερασπιστούν το δικαίωμα τους στην παθητικότητα. Σε αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες η διατάραξη της κανονικότητας των υπηκόων με τρόπο μάλιστα που να τους κάνει μάρτυρες αναπαραστάσεων πολέμου, ίσως είναι κάτι περισσότερο από μια απλή πρόταση δράσης. Ίσως είναι μια επιτακτική πλέον στρατηγική δράσης ώστε να τεθεί αυτό το έκτρωμα που λέγεται κοινωνική ουδετερότητα στη Γκιλοτίνα. Κι αν είναι να ταλαιπωρηθεί και λίγο αυτό το υποκείμενο , που οι κατά τα άλλα αναθεματιστές του ελιτισμού, προσδιορίζουν ως “απλοί άνθρωποι” δεν πειράζει. Σε αυτόν τον κόσμο συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα ακριβώς λόγω της αδιαφορίας αυτών των “απλών ανθρώπων”. Κι ίσως πρέπει να τους κάνουμε να νιώσουν έστω και το ελάχιστο της ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά που νομίζουν ότι κρυπτόμενοι στο πλήθος, αυτή η ευθύνη για την αδιαφορία τους χάνεται και εξανεμίζεται. Γιατί υπάρχουν παιδιά που χάνουν τα μαθήματα τους επειδή πνίγονται στη θάλασσα προσπαθώντας να φτάσουν σε μια ξένη ακτή, υπάρχουν οικογένειες που δεν επηρεάζονται από τις απεργίες της ΔΕΗ γιατί ζεσταίνονται με γκαζοφιάλες σε σκηνές κι είναι τυχερές αν βγάλουν τη νύχτα δίχως να καούν ζωντανές, υπάρχουν άνθρωποι που δεν ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να επιστρέψουν σπίτι τους μετά τη δουλειά γιατί ίσως ανατινάχτηκαν εν ώρα εργασίας στο υπόγειο κάποιου ταχυφαγείου, υπάρχουν επιβάτες λεωφορείων που δεν αγχώνονται μήπως χάσουν το δρομολόγιο τους λόγω κάποιων «κοινωνικών κανιβάλων» επειδή δολοφονήθηκαν από ελεγκτές για ένα εισιτήριο. Υπάρχουν αυτές κι άλλες τόσες συγκλονιστικές ιστορίες φρίκης όπου πάντα φυσικός και ηθικός αυτουργός είναι η Εξουσία. Μα πάνω από όλα υπάρχει απλωμένη και διάχυτη μια εκκωφαντική κοινωνική σιωπή για όλα αυτά. Μήπως λοιπόν έχει έρθει η ώρα αυτό το» η Σιωπή είναι Συνενοχή» να βρει την υλική του αποτύπωση μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα;

Υ.Γ: Η ανάληψη ευθύνης για ψεύτικα προειδοποιητικά τηλεφωνήματα, ανεξάρτητα από το που αυτά αποσκοπούν, ξεπλένει πολιτικά μια πρακτική που εκ των πραγμάτων συμβάλει στην απαξίωση των προειδοποιητικών τηλεφωνημάτων που πραγματοποιούν ομάδες αντάρτικου πόλης για συγκεκριμένους λόγους. Μόνο όποιος έχει βρεθεί στη θέση εκείνου που τηλεφωνεί για την ύπαρξη ενός εκρηκτικού μηχανισμού με σκοπό την εκκένωση ενός μέρους γνωρίζει την ένταση της αγωνίας και του άγχους για το αν θα γίνει πιστευτός και για αυτό εκείνη την ώρα η αίσθηση ευθύνης που νιώθει πάνω του είναι τεράστια γιατί διακυβεύονται ζωές ανθρώπων που ίσως δεν έχουν καμιά σχέση με το στόχο επίθεσης.

Στο παρελθόν τηλεφωνητές έχει τύχει να κατεβάσουν ακουστικά, υπάλληλοι να αρνηθούν να εγκαταλείψουν μια υπηρεσία, κάποιο μέσο ενημέρωσης να μην καλέσει την Αστυνομία, κι όλα αυτά επειδή οι φάρσες για προειδοποιητικά τηλεφωνήματα είναι ρουτίνα. Είναι φοβερά προβληματικό επομένως να δίνεται το οποιοδήποτε πολιτικό περιεχόμενο σε τέτοιες φάρσες.

Σε κάθε περίπτωση αυτό δεν πρέπει να προκαλεί οπισθοχώρηση στην κριτική που αισθάνεται ο καθένας και η καθεμία ότι θέλει να κάνει όταν κρίνει ότι απαιτείται, υπό τον φόβο να μην ταυτιστεί «ύπουλα» με τέτοιες φάρσες, αν και είναι αναμενόμενο μάλλον τέτοιου είδους φάρσες να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον ως πολιτική ασπίδα για την αποκρούση τυχών μελλοντικών κριτικών.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος ΣΠΦ: Η επιλεκτική μνήμη της καταστολής

181789-pirines

Η επιλεκτική μνήμη της καταστολής

Με την ολοκλήρωση των καταθέσεων των τεσσάρων ανδρών της αντιτρομοκρατικής, των τριών ως φερόμενων μελών της ομάδας παρακολούθησης του σπιτιού στο Χαλάνδρι και του προϊσταμένου τους, ολοκληρώθηκε ένας πρώτος κύκλος εξέτασης μαρτύρων που έχουν σχέση με την έναρξη της κατασταλτικής επιχείρησης εναντίον της Σ.Π.Φ. Τι μάθαμε όμως κατά την εξέταση αυτών των μαρτύρων;

Το σημαντικότερο απ΄ όσα μάθαμε είναι ότι στην υπηρεσία της αντιτρομοκρατικής, τη θεωρούμενη και ως ελίτ της αστυνομίας κι ως νούμερο ένα πυλώνα αντιμετώπισης του εσωτερικού εχθρού της Δημοκρατίας, μικρή σημασία έχει το να θυμάται κανείς λεπτομέρειες σχετικές με τη φύση της δουλειάς τους.

Για παράδειγμα μάθαμε ότι υπήρξαν πληροφορίες σε κεντρικό επίπεδο στην αντιτρομοκρατική ότι στο σπίτι στο Χαλάνδρι συνέβαιναν παράνομες πράξεις του ενδιαφέροντος της υπηρεσίας. Στο σπίτι αυτό είναι γεγονός ότι διέμεναν αναρχικοί κι ότι ήταν κέντρο επίσκεψης και από πολλούς άλλους αναρχικούς κι αντιεξουσιαστές κι εντελώς συμπτωματικά υπάρχει και ένα τρίτο Τμήμα στην αντιτρομοκρατική με αρμοδιότητα τον έλεγχο αντι-εξουσιαστικών οργανώσεων ( που ως γνωστόν αποτελούν τμήμα του ευρύτερου αναρχικού – αντιεξουσιαστικού χώρου. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες σε “κεντρικό επίπεδο” διοχετεύονται περιέργως στο 1ο τμήμα της αντιτρομοκρατικής με τμηματάρχη τότε τον Φραγκίσκο και προϊστάμενο τον Χωριανόπουλο. Φυσικά αυτά τα τελευταία τα μάθαμε μετά από πίεση που ασκήθηκε σε αστυνομικούς της αντιτρομοκρατικής και συγκεκριμένα στον Χηνόπουλο στην εξέταση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Μάθαμε ακόμα ότι υπό την επίβλεψη του συγκεκριμένου αξιωματικού, του Χηνόπουλου δηλαδή, συστήθηκε 20μελής επιχειρησιακή ομάδα επιτήρησης του σπιτιού. Από αυτούς τους 20 όμως μόνο 3 ήρθαν να καταθέσουν ( κι αυτοί επιλέχθηκαν από τον ίδιο τον Χηνόπουλο) κι οι υπόλοιποι 17 δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Κι όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν αλλά κανένας από τους υπόλοιπους 3 δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε ποιοί ήταν οι υπόλοιποι 17, ούτε καν ο ίδιος ο προϊστάμενος της επιχείρησης στον οποίο υποτίθεται έδιναν και αναφορά. Θα περίμενε κανείς πως τέτοια επιχειρησιακά στελέχη ενός τέτοιου επίλεκτου σώματος θα είχαν μια ανωτέρου επιπέδου ικανότητα μνήμης και συλλογής πληροφοριών αλλά από ότι φαίνεται τελικά μάλλον αυτές οι ικανότητες είναι πολυτέλεια για τους συγκεκριμένους αστυνομικούς που κατέθεσαν. Όχι μόνο δε θυμάται κανείς ή δεν ξέρει ποιοι ήταν οι υπόλοιποι 17 που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση αλλά η μνήμη και οι γνώσεις τους περιορίζονται αισθητά σε εξαιρετικά κομβικά και νευραλγικά σημεία της υπόθεσης στα οποία οι απαντήσεις επαναλαμβάνονται στο ίδιο μονότονο τέμπο: δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι…

Τι άλλο μάθαμε απ΄ τους μάρτυρες της αντιτρομοκρατικής; Μάθαμε ότι η όλη επιχείρηση ήταν επιτήρηση λέει και όχι παρακολούθηση. Τι σημαίνει αυτό; Όπως ο ίδιος ο επιβλέπων της επιχείρησης ο Χηνόπουλος διευκρίνισε δίνοντας σε παλιότερη απάντηση του τον ορισμό του τι είναι επιτήρηση: η επιτήρηση συνίσταται στη μη στατική και σταθερή παρουσία αστυνομικών στο σημείο αλλά στη συχνή διέλευση τους ανά διαστήματα, χωρίς μάλιστα να τους απασχολεί αν θα γίνουν αντιληπτοί. Όπως προέκυψε όμως τελικά από τα ίδια τους τα λεγόμενα οι επιφορτισμένοι με την επιτήρηση του σπιτιού αστυνομικοί έκαναν το εντελώς αντίθετο καθώς όχι μόνο είχαν σταθερή και στατική παρουσία πέριξ του σπιτιού αλλά έπαιρναν και μέτρα προφύλαξης ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί (είτε μέσα σε κάποιο αυτοκίνητο σε διακριτική απόσταση, ή σε στάση λεωφορείων παριστάνοντας τους επιβάτες). Πως εξηγείται αυτή η αντίφαση; Όπως είπε κι ένας από αυτούς όταν ρωτήθηκε( και συγκεκριμένα ο Ξένος) είχαν το ελεύθερο για ορισμένες πρωτοβουλίες. Πράγμα που κι αυτό από μόνο του είναι μια αντίφαση διότι στο συντριπτικό ποσοστό των απαντήσεων τους σχετικά με τις ενέργειες τους ακούγαμε συνέχεια το ίδιο: “εγώ δεν ξέρω απλά εντολές έπαιρνα”. Τελικά τι ισχύει;

Μάθαμε ακόμα πως οι πληροφορίες σε “κεντρικό επίπεδο” για το σπίτι στο Χαλάνδρι έφτασαν τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτέμβρη. Πράγμα όμως που διέψευδαν πλήθος δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ στα ΜΜΕ/τα οποία επικαλούμενα άκρως έγκυρες και εμπιστευτικές πληροφορίες εκ των έσω, μέσα από την ίδια την αντιτρομοκρατική δηλαδή, έκαναν λόγο για ένα καλά οργανωμένο σχέδιο της αντιτρομοκρατικής, που εκπονήθηκε τρεις μήνες πριν την εισβολή στις 23/9 και περιελάμβανε την εντατική παρακολούθηση συγκεκριμένων ατόμων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου που θεωρούνταν ύποπτοι για συμμετοχή σε οργανώσεις αντάρτικου πόλης. Τα δημοσιεύματα έκαναν λόγο, μάλιστα, για συγκεκριμένη επιχείρηση σε νησί του Αιγαίου και πιο ειδικά στην Ικαρία, όπου αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής υποδύονταν τους τουρίστες προκειμένου να παρακολουθούν ύποπτους για συμμετοχή στη Σ.Π.Φ. Επρόκειτο για την περιβόητη “επιχείρηση βερμούδα” για την οποία τόσος λόγος έγινε στα κανάλια και τον Τύπο και η οποία υποτίθεται ήταν η καθοριστική επιχείρηση που οδήγησε στο σπίτι στο Χαλάνδρι. Πως τώρα φτάσαμε από την υποτιθέμενη εντατική παρακολούθηση ενός κύκλων υπόπτων για τρομοκρατία στην υποτιθέμενη διακριτική επιτήρηση του ίδιου κύκλου υπόπτων; Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση όλοι οι αστυνομικοί που κατέθεσαν επικαλέστηκαν άγνοια για τα δημοσιεύματα και αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι έχουν ακούσει να έγινε κάποια τέτοια επιχείρηση το καλοκαίρι του 2009. Σε ερωτήσεις που του έγιναν όμως ο Χηνόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι είναι συνήθης πρακτική των ΜΜΕ να υπερβάλουν για να δημιουργήσουν κλίμα μετά από παρόμοιες αστυνομικές επιχειρήσεις και μάλιστα δήλωσε εμφατικά και λίγο ενοχλημένος γιατί στριμώχτηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση “κακώς βγήκαν αυτά τα δημοσιεύματα”. Αυτές οι δηλώσεις από έναν αξιωματικό της αντιτρομοκρατικής, υπεύθυνο μάλιστα για μια ολόκληρη επιχείρηση που παρουσιάστηκε κι ως εξάρθρωση της Σ.Π.Φ. έχουν ιδιαίτερη σημασία αν και έρχονται κάπως καθυστερημένες κατά εφτά χρόνια. Ουσιαστικά όμως μάλλον είναι η πρώτη φορά που στέλεχος της αντιτρομοκρατικής παραδέχεται ότι τα ΜΜΕ έχουν ένα ιδιαίτερο ρόλο σε τέτοιες κατασταλτικές επιχειρήσεις και μπορεί ο στόχος του Χηνόπουλου να ήταν η αποστασιοποίηση του από τα δημοσιεύματα, με αυτό που είπε ωστόσο ομολογεί άθελα του αυτό που όλοι ξέρουμε: ότι η αντιτρομοκρατική και τα ΜΜΕ βρίσκονται σε απόλυτη σύμπνοια.

Αυτό που επίσης μάθαμε από την εξέταση των αντιτρομοκρατικάριων είναι ότι κανείς τους δεν αναγνώρισε πρόσωπα παρά μόνο όταν τους επιδείχθηκαν φωτογραφίες ταυτότητας (ή τουλάχιστον έτσι είπαν) οι οποίες με τη σειρά τους προέκυψαν μετά από ταυτοποίηση συγκεκριμένων οχημάτων με τους φερόμενους κατόχους τους. Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση οι λεπτομέρειες και η χρονική ακολουθία των γεγονότων παρέμειναν θολές καθώς για ακόμα μια φορά κανείς δεν ήξερε ή δεν θυμόταν. Παραβλέποντας ωστόσο την αναγνώριση προσώπων των οποίων η ταυτότητα δεν προέκυψε από κάπου, διότι τα οχήματα που οδηγούσαν ήταν στο όνομα συγγενών τους, φτάνουμε στο άκρως παράδοξο: την ταυτοποίηση και αναγνώριση προσώπου για το οποίο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και μάλιστα φωτογραφιζόταν για μήνες από τα ΜΜΕ κι ως μέλος του “σκληρού πυρήνα” της Σ.Π.Φ. Πρόκειται για ένα υποτιθέμενο πρόσωπο με όνομα Ελένη Κοντοπούλου, ηλικίας 19-20 χρονών το 2009. Μόνο που τέτοιο πρόσωπο με αυτό το όνομα κι αυτή την ηλικία δεν υπήρξε ποτέ το 2009. Ο Χηνόπουλος όταν αρχικά ρωτήθηκε προσπάθησε να τα μπαλώσει λέγοντας πως η ταυτοποίηση του συγκεκριμένου ατόμου τελικώς ήταν λάθος διότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Όταν βέβαια πιέστηκε κι άλλο αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι επρόκειτο για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο εξαρχής κι ότι η υπηρεσία του προέβη σε γκάφα.

Τελειώνοντας λοιπόν ο πρώτος κύκλος εξέτασης μαρτύρων σχετικά με την υπόθεση της καταστολής της Σ.Π.Φ. μένουν πίσω κάποια βασικά χαρακτηριστικά μιας βιαστικής, κακοσχεδιασμένης και πρόχειρης προετοιμασίας καθώς μέχρι τώρα έχουν φανεί και θα φανούν κι άλλα συνέχεια, καίρια λάθη της αντιτρομοκρατικής. Λάθη τα οποία σε λιγότερο από δυο μήνες μετά τις 23/9 κόστισε όλο το ξήλωμα της ηγεσίας της αντιτρομοκρατικής. Ένα ξήλωμα που κι ο ίδιος ο Χηνόπουλος χαρακτήρισε άδικο δεδομένης της πολύ πρόσφατης επιτυχίας της αντιτρομοκρατικής που τελικά δεν ήταν τόσο επιτυχία καθώς σχεδόν όλο το επιχειρησιακό σκέλος της οργάνωσης κατάφερε να διαφύγει και να οργανώσει σε διάστημα περίπου δέκα ημερών τη βομβιστική επίθεση στην προεκλογική ομιλία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Φυσικά για όσους από εμάς έχουν αναλάβει περήφανα την ευθύνη για τη συμμετοχή τους στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς χωρίς ΠΟΤΕ να μετανιώσουν όλα αυτά, δεν έχουν καμία σημασία όσον αφορά τη νομική τους διάσταση. Αυτό που έχει σημασία όμως για εμάς και που θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε είναι κάτω από ποιες πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες έγινε η συγκεκριμένη επιχείρηση, ποιες πολιτικές σκοπιμότητες εξυπηρετούσε, ποιες μεθοδεύσεις έγιναν σε πολλαπλά θεσμικά επίπεδα και κάτω υπό ποιες συνθήκες ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που είτε λόγω πολιτικής στράτευσης τους στον αναρχικό χώρο, είτε επειδή ανήκουν σε ένα ευρύτερο συγγενικό-φιλικό περιβάλλον βρέθηκαν να διώκονται, να καταζητούνται, να προφυλακίζονται ακόμα και να καταδικάζονται χωρίς να έχουν την οποιαδήποτε σχέση με την Σ.Π.Φ. Αυτά είναι πράγματα που θα προκύψουν και στη συνέχεια με την εξέταση κομβικών ηγετικών στελεχών της αντιτρομοκρατικής, οι οποίοι θα κληθούν να απαντήσουν σε ζητήματα που θα ρίξουν περισσότερο φως στην υπόθεση, στελέχη όπως ο Δημήτρης Χωριανόπουλος, ο οποίος διατηρούσε και στενές σχέσεις με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο ίδιος ο Χηνόπουλος μάλιστα τον αναγνώρισε σε φωτογραφία στην οποία βρισκόταν στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή και μάλιστα απάντησε ότι από όσο γνωρίζει δεν είναι στις αρμοδιότητες των στελεχών της υπηρεσίας τέτοιου επιπέδου κοινωνικές συναναστροφές.

Παναγιώτης Αργυρού
μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

topothetisi_argurou_polyefeteio

Πολιτική δήλωση του Παναγιώτη Αργυρού σχετικά με το δικαστήριο της απόπειρας απόδρασης

181789-pirines

“Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ που λένε, σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον με αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξει ποτέ.
Και εμείς τι την κάνουμε ρε αντί να την ζήσουμε?
Τι την κάνουμε? Την σέρνουμε από εδώ και από εκεί δολοφονώντας την…”
(Χρόνης Μίσσιος)

Τα δικαστήρια διαθέτουν μια δική τους μονάδα μέτρησης της ζωής και της ελευθερίας, μια μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιεί τύπους και αλγόριθμους της νομικής γλώσσας για να ζυγίσει το δίκαιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος, το κανονικό και το αποκλίνον. Και μέσα στη διαδικασία αυτή όπου ζωές και ελευθερίες τοποθετούνται στη ζυγαριά του νόμου, σου δίνεται κάποια στιγμή η δυνατότητα να κοιτάξεις πίσω, νιώθεις ένοχος ή δεν νιώθεις. Είναι μια στιγμή με βαρύτητα γιατί ότι πεις ίσως ρίξει κι άλλο τσιμέντο γύρω σου, ίσως μεγαλώσει το μέτρημα εκείνων των στιγμών που η πόρτα ανοίγει και κλείνει, ίσως κάνει το αυτί σου να συνηθίσει ακόμα περισσότερο στον ήχο του κλειδιού που γυρνάει στην σχισμή της πόρτας τόσο ώστε να νομίζεις ότι πάντα άκουγες αυτόν τον ήχο, ότι δεν υπήρχε πρωινό ή σούρουπο που δεν άκουσες αυτόν τον ήχο στην προκαθορισμένη ώρα.

Εδώ είμαστε λοιπόν… Πεντέμισι χρόνια ακούω αυτό το κλειδί. Πεντέμισι χρόνια το μάτι μου τρακάρει σε τοίχους. Πεντέμισι χρόνια με δύο καταδίκες (37 και 19 χρόνια αντίστοιχα) και άλλες δύο στα υπ’ όψιν. Και τώρα σε αυτήν εδώ την δίκη ακόμα μια. Αυτή θα είναι η πέμπτη κατά σειρά δίκη που περιμένω “να δω τι θα πάθω” ή “που θα μου βγουν ξινά τα γέλια”. Και είναι ξανά εκείνη η στιγμή που πρέπει να βάλω έναν καθρέφτη μπροστά στο παρελθόν και τις επιλογές μου και να κοιτάξω πίσω. Κοιτάζω λοιπόν…

Κοιτάζω και βλέπω τον εαυτό μου να μεγαλώνει την εποχή των εγκληματικά αδιάφορων, των φιλήσυχων τεράτων. Κοιτάζω και θυμάμαι πως από μικρό μου έλεγαν να μην σκαλίζω πολύ πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Θυμάμαι πως προσπάθησαν να με διδάξουν πως είναι λάθος να νοιάζεσαι για πράγματα που κανείς άλλος δεν φαινόταν να νοιάζεται. Θυμάμαι, μαθητής δημοτικού ακόμα τους ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς στο Κόσοβο και τις διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις να έρχονται στα σχολεία να μας πείσουν ότι η ζωής ενός ορφανού παιδιού στην Γιουγκοσλαβία αξίζει όσο ένα τετράδιο Unicef. Θυμάμαι τις νύχτες στο σαλόνι του σπιτιού μου να βλέπω στην τηλεόραση νεκροθάφτες να παρουσιάζουν εκπομπές μετρώντας νούμερα νεκρών το ίδιο αδιάφορα σαν να μετρούσαν τα νούμερα κάποιας τυχερής κλήρωσης. Θυμάμαι την ανθρωπιστική μόδα υιοθεσίας παιδιών του τρίτου κόσμου, παιδιών που υπέφεραν και πέθαιναν διψασμένα και πεινασμένα κάπου πολύ μακριά για να στεναχωρηθούμε εμείς.

Θυμάμαι τους δρόμους γεμάτους ανάπηρους πρόσφυγες πολέμου και τον κόσμο να τους πετάει κέρματα σαν να τους φτύνει. Θυμάμαι τα παιδιά των φαναριών, θυμάμαι τους οδηγούς να βρίζουν τους μετανάστες που σαν ελατήρια πετάγονταν μέσα στην κίνηση για να καθαρίσουν παμπριζ και αυτό το “πίσω στην χώρα σας”. Θυμάμαι τους άστεγους στις γωνίες των εμπορικών δρόμων, μπροστά ή λίγο πιο πέρα από λαμπερές βιτρίνες γεμάτα άχρηστα προϊόντα που κατασκευάζονταν από ανήλικους σε κάποιο εργοστάσιο μιας τριτοκοσμικής χώρας για να μπορεί να τα απολαμβάνει κάθε δυτικός πολίτης, και τους περαστικούς που τους προσπερνούσαν αδιάφοροι και ίσως λίγο ενοχλημένοι που η παρουσία τους εκεί διατάρασσε την αισθητική τους.

Θυμάμαι τους μετανάστες μικροπωλητές που κουβαλούσαν μέσα σε ένα σεντόνι την πραμάτεια τους και τους μπάτσους να τους κυνηγούν, να τους χτυπάνε και να τους τραβάνε από τον λαιμό σέρνοντας τους στο δρόμο εκεί μπροστά στα μάτια των περαστικών που το μόνο που φαινόταν να τους ενοχλεί ήταν ότι αυτό έτυχε να συμβεί στην διάρκεια της δικής τους βόλτας.

Θυμάμαι να μπαίνω στην εφηβεία στην αυγή του millennium. Τότε που όλοι γιόρταζαν και χαίρονταν μόνο και μόνο επειδή είχαμε 2000 και κυκλοφορούσαν νέες εκδώσεις λογισμικών για υπολογιστές. Θυμάμαι πως η πλειοψηφία των συμμαθητών μου δεν έδιναν δεκάρα για όλα αυτά παρά μόνο για τις νέες κυκλοφορίες επώνυμων ρούχων, παπουτσιών, κινητών και video games. Μια ολόκληρη γενιά ξόδευε τις εφηβικές της ανησυχίες σε ακριβά σκουπίδια νιώθοντας ικανοποίηση για το γεγονός ότι είχαν την δυνατότητα να ξοδεύουν για αυτά ακριβώς τα σκουπίδια. Μια ολόκληρη γενιά έμαθε να διασκεδάζει παρακολουθώντας ηλίθια reality show τύπου Big Brother όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εκμηδενίζονταν εθελοντικά για λίγη δημοσιότητα και ένα οικονομικό έπαθλο, την ίδια ακριβώς στιγμή που έβρεχε ατσάλι και θάνατο στην Μέση Ανατολή στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.

Ήταν εκείνη η εποχή που το ηθικό και το αξιακό υπόβαθρο της κοινωνίας ήταν ισάξιο με εκείνο του πιο βρωμερού απόπατου. Ήταν η εποχή των λυμένων κοινωνικών προβλημάτων. Χρηματιστήριο, είσοδος στο Ευρώ, εξάρθρωση της τρομοκρατίας και το άνοιγμα της πιο πανηγυρικής περιόδου : η προετοιμασία της περήφανης Ολυμπιάδας του 2004. Η πρωτεύουσα εκσυγχρονίστηκε ακολουθώντας τα πρότυπα των ευρωπαϊκών μητροπόλεων, οι δημόσιες συγκοινωνίες αναβαθμίστηκαν με μετρό, τραμ και καινούρια οικολογικά λεωφορεία, ενώ άνοιξαν και νέα οδικά δίκτυα για να μην πάνε χαμένα τόσα στρέμματα καμένης δασικής έκτασης από τους προηγούμενους καλοκαιρινούς εμπρησμούς των οικοπεδοφάγων. Ήταν το άνοιγμα μιας μακράς τουριστικής περιόδου και κάπως έπρεπε να αναβαθμιστούν και οι οδικές αρτηρίες της επαρχίας, για να είναι πιο προσβάσιμα όλων των ειδών τα μπουρδέλα, εκεί δηλαδή όπου και αναδείχθηκε το πραγματικό ιερό πνεύμα του νέο ελληναράδικου πολιτισμού, εκεί όπου η τιμημένη ελληνική αγροτιά ξόδευε τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις προκειμένου να επιδοθεί στον βιασμό χιλιάδων μεταναστριών του πρώην ανατολικού μπλοκ ώστε να αποκτήσουν και οι Ελληνίδες νοικοκυρές μια νέα εθνική ταυτότητα στο σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον καθώς μοιράζονταν την ίδια κοινή ανησυχία “ήρθε η τσουλάρα να μας κλέψει τον άντρα”. Θυμάμαι την χυδαία ανεμελιά εκείνης της εποχής. Όταν οι μετανάστες που πνίγονταν στο Αιγαίο δεν ήταν αρκετοί ώστε να απασχολούν τις ειδήσεις και να μπορούν οι τότε πολιτικοί να χαρίζουν σωσίβια σε όσα παιδιά γλύτωναν από τα ναυάγια.

Τότε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών ήταν λιγότερα και οι δολοφονίες και βασανισμοί που γίνονταν σε αυτά δεν έφταναν τόσο συχνά προς τα έξω και αν έφταναν ήταν στα ψιλά των ειδήσεων για να μην στεναχωρηθούν οι τηλεθεατές. Οπότε ποιους ενδιέφερε αν τα εργοτάξια των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων χτίζονταν πάνω στα πτώματα μεταναστών εργατών από τα εκατοντάδες εργατικά ατυχήματα προκειμένου να παραδοθούν στην ώρα τους για να μπορεί το φίλαθλο κοινό να παρακολουθήσει ντοπαρισμένους αθλητές να κερδίζουν μετάλλια, ήταν ένα υπέροχο ελληνικό καλοκαίρι όπου όλοι ανακάλυψαν την κρυφή γοητεία του να είσαι Έλληνας. Τότε που ο κόσμος γεμάτος εθνική αλλοφροσύνη πλημμύριζε τις πλατείες των πόλεων για να πανηγυρίσει τις νίκες της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου σε συγκεντρώσεις που θα ζήλευαν ίσως μέχρι και οι αγανακτισμένοι, φωνάζοντας με ένα στόμα μια ψυχή “είναι βαριά η πούτσα του τσολιά”. Ήταν το καλοκαίρι της περήφανης Ελλάδας και τίποτα δεν φαίνονταν να στεναχωρεί το “λαό” εκτός από τους πανηγυρισμούς των αλβανών μεταναστών για την νίκη της δικής τους εθνικής ομάδας. Ιερή αγανάκτηση κατέκλυσε το ντόπιο στοιχείο καθώς “δεν φτάνει που τα παιδιά τους κλέβουν την σημαία στις παρελάσεις από τους λεβέντες μας έχουν το θράσος να μας ρεζιλεύουν κιόλας στις πλατείες μας”. Μια ιερή αγανάκτηση που προκάλεσε πανελλαδικό πογκρόμ που κόστισε τουλάχιστον μια ζωή ενός μετανάστη και τον τραυματισμό εκατοντάδων άλλων. Το κοινωνικό θυμικό εκείνης της εποχής δεν επηρεάζονταν από το γεγονός ότι οδεύαμε προς μια “κοινωνία ελέγχου και επιτήρησης” με τα πολυδιαφημισμένα ζέπελιν με τις κάμερες που έβλεπαν μέσα από τοίχους και κάμερες κυκλοφορίας με αναγνώριση βιομετρικών χαρακτηριστικών να φυτρώνουν παντού αλλά μπορούσε να βγάλει τον κόσμο στους δρόμους με μαχαίρια και καραμπίνες επειδή πληγώθηκε το “εθνικό τους φιλότιμο”.

Για μένα όμως τότε ήταν η στιγμή που κάτι θα έσπαγε οριστικά μέσα μου και θα περνούσα στην απέναντι όχθη. Γιατί δεν είναι μόνο ότι συνέβαιναν όλα αυτά και ακόμα χειρότερα αλλά κυρίως η παντελής κοινωνική αδιαφορία και σιωπή. Θυμάμαι από πολύ μικρός να ρωτάω, να ρωτάω, να ρωτάω… Να ρωτάω για τους βομβαρδισμούς στην τηλεόραση, για τα παιδιά στην Αφρική, για τους άστεγους, για τους επαίτες, για τους μετανάστες, για την αστυνομική βία και η απάντηση, ψυχρή, στυγνή, κυνική, “συμβαίνουν αυτά”. Έτσι απλά. Λες και επρόκειτο για κάποια φυσική καταστροφή, ένα σεισμό ή μια πλημμύρα.

Παντού μικροί και μεγάλοι παπαγάλιζαν ωμά την ίδια απάντηση “συμβαίνουν αυτά”, και οι πιο θρασείς προσέθεταν “ωραία και τι θες να κάνω εγώ τώρα ;” Όταν κοιτάζω πίσω λοιπόν σε εκείνο το καλοκαίρι του 2004 βλέπω τον εαυτό μου, 15 χρονών αηδιασμένο και οργισμένο με τον κόσμο γύρω μου με διάθεση κινηθώ εναντίων του. Ναι για αυτό είμαι ένοχος. Για αυτό να με καταδικάσετε. Γιατί από πολύ νωρίς διέπραξα το έγκλημα να κοιτάξω στην καρδιά αυτού του κόσμου και να δω την σαπίλα του, από τότε λοιπόν δεν θα ήμουν ποτέ ξανά ο ίδιος. Δεν θα έβρισκα ησυχία πουθενά αν δεν έκανα κάτι, οτιδήποτε, έστω και ολομόναχος.

Από εκείνη την στιγμή και μετά ορκίστηκα μέσα μου πως σε αυτή την κοινωνία θα είμαι για πάντα ένα αναρχικό, ένα αντικοινωνικό στοιχείο που θα μάχεται για την καταστροφή του πολιτισμού που γεννάει τόση αθλιότητα.

Στις 17 Νοέμβρη 2004, κατεβαίνω για πρώτη μου φορά μαζί με το οργανωμένο αναρχικό μπλοκ στην πορεία. Μια επέτειο που κάθε χρόνο έπαιρνε εργολαβία το ΚΚΕ, το οποίο όμως τότε είχε καταδικάσει ως έργο προβοκατόρικων στοιχείων, μια καραμέλα που αναμασούσε σε όλη την μεταπολίτευση όποτε ξεσπούσαν ταραχές αποδεικνύοντας ότι είναι ένας εχθρικός, ρουφιάνικος μηχανισμός που πρέπει να χτυπιέται, γιατί σε αντίθεση με τους ξεκάθαρους εχθρούς το ΚΚΕ πουλάει και επαναστατικότητα. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον αναρχικό χώρο ή πρώτη φορά που μύρισα δακρυγόνα, η πρώτη μου φορά που είδα τα ΜΑΤ να λιντσάρουν διαδηλωτές. Ήξερα ότι ήμουν εκεί που έπρεπε να είμαι.

Από τότε ως τώρα λίγα έχουν αλλάξει μέσα μου. Απλώς το μίσος μέσα μου καταστάλαξε, ωρίμασε και ακονίστηκε ώστε να γίνει ακόμα πιο αιχμηρό. Χρόνο με τον χρόνο, όχι μόνο δεν τα παρατούσα αλλά οι πρώτες μου προσαγωγές, η πρώτη μου επαφή με τις χειροπέδες λίγους μήνες μετά την 17Νοέμβη του 2004 ενίσχυσαν και άλλο το μίσος μου. Διωγμένος τότε, όπως και πολλοί άλλοι της ηλικίας μου, από τα πάρκα και τις πλατείες των δικών μας γειτονιών λόγο της πολεοδομικής καταστολής ( η οποία πέρα από έναν κατακλυσμό καφετεριών που μετάλλαζαν τελείως τις περιοχές που μεγαλώναμε, περιελάμβανε και καθημερινές προσαγωγές, συλλήψεις και τραμπουκισμούς στα τοπικά αστυνομικά τμήματα) άρχιζα να γνωρίζω τα Εξάρχεια. Ένα μέρος που ένιωθα πραγματικά να πάλλεται. Νόμιζες ότι οι ίδιοι τοίχοι, τα ίδια τα στενά απέπνεαν μια εξεγερτικότητα. Ήταν εκεί που πολλοί συναντηθήκαμε, γνωριστήκαμε και νιώσαμε ελεύθεροι από την καταπίεση που νιώθαμε στις δικές μας γειτονιές που έπρεπε σώνει και ντε να εκσυγχρονιστούν, να αναβαθμιστούν, να γίνουν εμπορικές και τουριστικές επομένως εκεί δεν υπήρχε χώρος για εμάς. Στα Εξάρχεια νιώθαμε ότι αναπνέουμε έναν αέρα ελευθερίας. Δεν φοβόμασταν να αράξουμε έξω στον δρόμο, στην πλατεία ή τα στενά μήπως μας μαζέψει κάποιο περιπολικό. Πολλές φορές προκειμένου να φτάσουμε στα Εξάρχεια ρισκάραμε εξακριβώσεις από τις διμοιρίες των ΜΑΤ και τους ασφαλίτες που τα περικύκλωναν και παρ’ όλα αυτά συνεχίσαμε να πηγαίνουμε μαθαίνοντας πώς να προσεγγίζουμε την πλατεία αποφεύγοντας τις αστυνομικές δυνάμεις.

Ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να είμαι κομμάτι των μικρών ή μεγάλων εξεγερτικών γεγονότων που κάνουν αυτή την περιοχή ξεχωριστή και διάσημη ακόμα και στο εξωτερικό. Μέσα σε αυτά τα γεγονότα πολλές φορές δεν υπήρχε ούτε στόχευση, ούτε ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική, ούτε τίποτα. Ήταν μια απλή, γνήσια έκφραση οργής που αντανακλούσε την καταπίεση που δεχόταν ο καθένας μας απ’ όπου και αν ερχόταν. Πολλές φορές καταστρέφονταν πράγματα που προφανώς δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικού προτάγματος.

Εξάλλου αυτό που πραγματικά αποτελούσαν αυτά τα εξεγερτικά γεγονότα ήταν μικρές, σπασμωδικές, αποσπασματικά ατομικές εξεγέρσεις μιας νεολαίας που αντιλαμβάνονταν την μητρόπολη στο σύνολο της σαν ένα κλουβί, μέσα στο οποίο ασφυκτιά και όπως ένα αφηνιασμένο θηρίο προσπαθεί να καταστρέψει το κλουβί του έτσι και εμείς τότε καταστρέφαμε οτιδήποτε θεωρούσαμε οργανικό κομμάτι της μητρόπολης – φυλακής. Όχι γιατί θα πετυχαίναμε κάτι. Όχι γιατί θα έπεφτε το κράτος. Όχι γιατί θα στέλναμε κάποιο μήνυμα. Και προφανώς όχι επειδή ήμασταν μηδενιστές. Επρόκειτο για έναν υποσυνείδητο εξεγερτικό εξαγνισμό καθώς αντλούσαμε ικανοποίηση τραυματίζοντας τις νευρικές απολήξεις μια μητρόπολης- τέρατος που νιώθαμε ότι στραγγαλίζει τις υπάρξεις μας. Για αυτό λοιπόν τώρα όλοι αυτοί οι “παλιοί”, οι “έμπειροι”, οι “βετεράνοι” που στο δικό τους πέρασμα από αυτή την φάση έκαναν τα ίδια και χειρότερα ας σκύψουν το κεφάλι και ας αφουγκραστούν τον παλμό αυτής της εξεγερμένης νεολαίας και τι αυτός έχει να προσφέρει και ας κοιτάξουν πως μπορούν να μεταβιβάσουν τις δικές τους εμπειρίες και βιώματα ώστε να υπάρξει κάποια συνειδητή εξέλιξη και προοπτική. Αν αντ’ αυτού όμως επιλέγουν την εύκολη λύση της κατακεραύνωσης, της ειρωνείας, του χλευασμού και των απειλών προκειμένου να είναι συνεπής με την μεταστροφή και μετεξέλιξη τους που σηματοδοτεί μια στροφή προς την δήθεν ποιότητα της μεσήλικης πολιτικής ωρίμανσης τους ας ξεκινήσουν πρώτα από τους εαυτούς τους. Ας αυτομαστιγωθούν αναδρομικά και μετά ας αρχίσουν τις απειλές.
Διότι μόνο αυτοκριτική δεν αρκεί.

Στην συνέχεια, ξεπερνώντας τον αρχικό ενθουσιασμό μου επιδίωξα από τα αυθόρμητα εξεγερτικά ξεσπάσματα, να εντάσσομαι σε πιο οργανωμένες ομαδοποιήσεις στις οποίες θα μπορούσα να συλλογικοποιήσω τις αρνήσεις μου μαζί με άλλα άτομα που ένιωθαν και σκέφτονταν όπως και εγώ. Έτσι αναζητώντας συνεχώς τον δρόμο μου μέσα από διαδικασίες, ομαδοποιήσεις και συνωμοτικά δίκτυα έφτασα να ενταχθώ στην Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και να γίνω ο ίδιος στην συνέχεια αντάρτης πόλης. Στην διάρκεια όλων αυτών των χρόνων έσπασα, έκαψα, λεηλάτησα και ανατίναξα όσα περισσότερα σύμβολα αυτού του σιχαμένου πολιτισμού στο όνομα του οποίου είμαι αιχμάλωτος και με δικάζουν, με δικάζουν, με δικάζουν…

Αυτή ήταν η πορεία μου πάνω κάτω ως την φυλακή με ένα μικρό πέρασμα από την επιθετική παρανομία όπου επέλεξα να καταφύγω ως καταζητούμενος, όχι μόνο για να μην αιχμαλωτιστώ αλλά και γιατί ήθελα να παραμείνω σε θέση επίθεσης ενάντια στην κυριαρχία. Κοιτώντας πίσω λοιπόν όχι μόνο δεν μετανιώνω για τίποτα αλλά αντίθετα είμαι υπερήφανος για τις επιλογές μου.
Επέλεξα να είμαι αναρχικός γιατί πιστεύω στην καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας, ρητής ή υπόρρητης και είμαι αποφασισμένος να μάχομαι κάθε εξουσιαστική εναλλακτική με όποιον μανδύα και αν παρουσιάζεται κάθε φορά.
Είμαι αναρχικός γιατί πιστεύω στην απόλυτη ελευθερία του ατόμου και στην ελεύθερη ζωή που θα ανοίγονταν μπροστά σε μια τέτοια προοπτική.

Επέλεξα να είμαι ατομικιστής γιατί σε έναν κόσμο που η σαπίλα διοχετεύεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής δεν είχα καμία άλλη επιλογή αλλά επιπλέον θεωρώ ότι η κοινωνική νομιμοποίηση είναι μια άχρηστη πολυτέλεια και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιλογή της δράσης μου.
Κάποια πράγματα δεν μεταδίδονται όσες προκηρύξεις και αν μοιράσουμε, όσες αφίσες και αν κολλήσουμε, όσες παρεμβάσεις και αν κάνουμε. Η ευαισθησία, το

ενδιαφέρον για την αδικία που συμβαίνει κοντά ή μακριά, είναι χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας που έχει καθένας και η καθεμιά μας, όπως ακριβώς και η αδιαφορία, η μισαλλοδοξία και ο φόβος για το διαφορετικό. Αυτό που πολλοί φοβούνται να παραδεχτούν στον εαυτό τους είναι ότι πίσω από κάθε στάση ζωής μπορεί να κρύβεται μια ελεύθερη βούληση. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των θρησκοληψιών και ιδεοληψιών είναι ότι οι φορείς τους πιστεύουν πάντα ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι θύματα, παραπλανημένοι, εξαπατημένοι, απολωλότα πρόβατα που αναζητούν διαρκώς τον καλό ποιμένα. Και αυτό γιατί τρομάζουν στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχουν άτομα που ελεύθερα επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν από τα δόγματα που οι ίδιοι στηρίζουν φανατικά.

Επέλεξα να είμαι μηδενιστής όχι γιατί δεν πιστεύω στην κοινωνική επανάσταση αλλά γιατί η μόνη κοινωνική επανάσταση που θα με ενδιέφερε είναι αυτή που θα γινόταν από συνειδητές αναρχικές ατομικότητες. Εξάλλου μόνο τότε θα ήταν εφικτή μια αυθεντική αναρχική επανάσταση. Οτιδήποτε διαφορετικό πάει σε άλλες λογικές. Σε λογικές περί πρωτοποριών, περί ένοπλων κομμάτων, περί ηγεσιών, περί μεταβατικών σταδίων, σε λογικές δηλαδή που απέχουν από την αναρχία. Κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό λένε διάφοροι καλοθελητές. Ίσως για αυτό εσχάτως παρατηρείται και μια στροφή στον πραγματιστικό ρεαλισμό που αρχίζει να μιλάει ολοένα και πιο πολύ την γλώσσα των πρωτοποριών και των μεταβατικών σταδίων. Ίσως πείστηκαν και οι ίδιοι ότι η αναρχία είναι ένα ουτοπικό ιδανικό και υιοθέτησαν πιο ρεαλιστικές επαναστατικές προτάσεις.
Για μένα ωστόσο δεν έχει αλλάξει κάτι. Ας είναι ουτοπία η αναρχία. Προτιμώ να παραμείνω συνειδητά στο περιθώριο μαζί με όλους εκείνους τους ανυπότακτους τρελούς, τους αντικοινωνικούς, τους προκλητικούς, τους ρομαντικούς και οργισμένους ονειροπόλους.

Είμαι μηδενιστής λοιπόν γιατί πιστεύω πως μόνο μέσα από την συνολική καταστροφή του πολιτισμού, των ηθικών και των αξιών του μπορεί να γεννηθεί κάτι πραγματικά καινούριο. Και είμαι πρόθυμος να πολεμήσω μέχρι τέλους για αυτή την καταστροφή.

Επέλεξα να γίνω αντάρτης πόλης προκειμένου να κάνω πράξη την επιθυμία μου να οπλίσω τις αρνήσεις μου εναντίων αυτού του κόσμου. Δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι η δράση μου και οι επιλογές μου συγκινούν τον κόσμο γιατί οι περισσότεροι έχουν μάθει να έχουν ανοσία σε οποιαδήποτε συγκίνηση δεν προκαλείται από την τηλεόραση. Ίσως να μπορούσα να κεντρίσω το ενδιαφέρον τους αν ήμουν κάποιος που θα τους έταζε μια ήσυχη και άνετη ζωή με ασφάλεια και ευημερία. Γιατί αυτές είναι οι αξίες που προσκυνούν οι σύγχρονοι υπήκοοι και φυσικά είναι το ίδιο άθλιες όσο και ο πολιτισμός που τις γεννάει και τις αναπαράγει. Επέλεξα λοιπόν να γίνω αντάρτης πόλης διότι για μένα ήταν μια υπαρξιακή διαφυγή από τον κενό κόσμο της οργανωμένης σήψης.
Δεν προέβησα σε αυτή την επιλογή γιατί ήταν η καλύτερη, η αποτελεσματικότερη ή η αντικειμενικά πιο ορθή επιλογή για έναν επαναστάτη αλλά γιατί ακριβώς η ζωή μας μια φορά μας δίνεται και εγώ προσωπικά δεν επιθυμούσα να την σέρνω από εδώ και από εκεί δολοφονώντας την καθημερινά.
Εξάλλου δεν πιστεύω στην προοπτική ενός προσχεδιασμένου μετεπαναστατικού μέλλοντος και για αυτό δεν αντιλαμβάνομαι το αντάρτικο πόλης ως την πιο ενδεδειγμένη μορφή δράσης για την “επανάσταση” αλλά το αντιλαμβάνομαι ως μια έμπρακτη διαρκής και συνολική άρνηση του υπάρχοντος κόσμου, ως ένα μόνο κομμάτι ενός συνολικότερου ψηφιδωτού όπου οι αναρχικές αρνήσεις βρίσκουν χιλιάδες τρόπους να συναντιούνται.

Αυτή είναι η δική μου ανασκόπηση των έως τώρα επιλογών μου. Γυρνώντας στο τώρα βρίσκομαι ξανά κατηγορούμενος για μια σχεδιαζόμενη απόπειρα οργανωμένης φυγής από τις φυλακές. Για μια συνωμοσία που σκόπευε στην ανατίναξη του εξωτερικού τοίχους των φυλακών Κορυδαλλού και στην απόδραση των μελών της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς. Το σχέδιο είχε στηθεί, τα εκρηκτικά και ο οπλισμός ήταν έτοιμα, όμως η τύχη δεν στάθηκε ευνοϊκή. Τα κρησφύγετα, ο οπλισμός και τα εκρηκτικά πέφτουν στα χέρια του εχθρό, το κυνηγητό ξεκινάει και ακολουθούν απανωτές συλλήψεις. Συλλήψεις άσχετων ανθρώπων, άγνωστων σε εμάς, αλλά και συλλήψεις γνωστών, φίλων, και συγγενών που όλοι του ς κατηγορούνται για τρομοκρατία, μια κατηγορία που στην περίπτωση των τελευταίων θα θεμελιωθεί με αφορμή την σύλληψη της αναρχικής Αγγελικής Σπυροπούλου. Ο κρατικός μηχανισμός ξεδιπλώνει το ρεβανσισμό του.
Δεν έχει σημασία που αυτή η απόπειρα απέτυχε ή απετράπη αρκεί που τώρα γνωρίζουν τι είναι διατεθειμένη να πράξει μια αποφασισμένη μειοψηφία αναρχικών που επιθυμούν να ρισκάρουν την ίδια τους τη ζωή για να ζήσουν ελεύθερα, με τη δυνατότητα να μπορούν να περάσουν στην επίθεση ξανά.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να ρισκάρεις τη ζωή σου για να μπορέσεις ελεύθερος να επιτεθείς ξανά από την αρχή με την ίδια λύσσα απέναντι στο τέρας της σύγχρονης ολοκληρωτικής κοινωνίας, όπου η προκαθορισμένη ζωή επιβάλλει να σκέφτονται όλοι το ίδιο, να ζουν το ίδιο, να ερωτεύονται το ίδιο, και να πεθαίνουν το ίδιο. Επειδή όμως πολλά λέγονται και ίσως ειπωθούν ακόμα περισσότερα νιώθω την ανάγκη να ξεκαθαρίσω προκαταβολικά το εξής : αυτό που με ωθούσε από ένα σημείο και μετά πάντα στις επιλογές μου, στις πράξεις μου και στις αποφάσεις μου ήταν μια εσωτερική παρόρμηση να εναντιώνομαι σε κάθε εξουσία , μια παρόρμηση που αργότερα έγινε συνείδηση και οπλίστηκε. Όπως όμως αρνήθηκα να είμαι ένα καλολαδωμένο γρανάζι της κοινωνικής μηχανής που αλέθει ανθρώπινες ζωές και ψυχές σαν μηχανή του κιμά, έτσι θα αρνούμαι πάντα να είμαι μια αναλώσιμη μονάδα που θα εξυπηρετεί σχέδια και φιλοδοξίες άλλων. Προφανώς η ζωή που έχω επιλέξει είναι μια ζωή με ρίσκα. Ρίσκα που άλλοτε υπακούν και άλλοτε δεν υπακούν σε λογικές σταθμίσεις. Εκεί που όμως κάποιος αφήνεται να αποφασίσουν άλλοι για τα ρίσκα που αυτός θα πάρει (λόγω τεχνικών ή άλλων δυσκολιών) τότε παύει να είναι μια αναρχική ατομικότητα και γίνεται ξανά γρανάζι σε κάποιου άλλου είδους μηχανή που οτιδήποτε διαφεύγει από τον έλεγχο της το βαφτίζει δειλία και δικαιολογίες. Λέω λοιπόν πως θα μπορούσα να κάψω τη ζωή μου, να την πετάξω όλη στη φωτιά ακόμα και για τα πιο παράλογα και αυτοκαταστροφικά ρίσκα αρκεί να ήταν δική μου επιλογή και αρκεί να είχα απέναντι μου πραγματικούς και αυθεντικούς συντρόφους που κι αυτοί θα με θεωρούσαν ίσο με αυτούς. Αρκεί βέβαια να αναγνώριζαν ειλικρινά το άνισο διακύβευμα και να μην προσπαθούσαν να καταστήσουν ωφελιμιστικά μια συναισθηματική απόφαση ως αντικειμενικά ορθή. Γιατί προφανώς στη ζωή δεν υπάρχουν μόνο οι ψυχροί υπολογισμοί αλλά και τα δυνατά και συντροφικά συναισθήματα μεταξύ αδερφών που είναι πράγματι όμως τέτοιοι και όχι μόνο κατ΄ επίφαση. Ποτέ ξανά λοιπόν…

Αυτός ο κόσμος επομένως δε γίνεται να με χωρέσει. Πάντα θα τρέφω αυτό το άσβεστο μίσος εναντίον του που με ωθεί σχεδόν αντανακλαστικά να επιτίθομαι διαρκώς. Είναι σαν μια άσβεστη δίψα για εκδίκηση. Εκδίκηση για τα όνειρα που μας στραγγαλίζουν. Εκδίκηση που καθημερινά εκτελούν τις επιθυμίες μας αντικαθιστώντας τις με διαφημίσεις για σαμπουάν και κινητά.

Την πραγματικότητα που ζούμε δεν τη βλέπω αποκρουστική επειδή διάβασα μερικά ακαδημαΪκά έργα ή κάποιου είδους φιλοσοφικά πονήματα. Η πραγματικότητα είναι αποκρουστική επειδή αποτελεί τη σύνθεση χιλιάδων εκατομμυρίων εγκλημάτων στο όνομα της εξουσίας. Και όποιος δεν κάνει κάτι ενάντια σε αυτή την πραγματικότητα, οτιδήποτε, όποιος μένει αμέτοχος, δεν είναι απλά κάποιος με διαφορετική άποψη αλλά συνένοχος στη βαρβαρότητα.
Γιατί η μαζική σιωπή, η μαζική ανοχή,η μαζική αδιαφορία υπήρξε πάντοτε η μήτρα των πιο εφιαλτικών στιγμών της ιστορίας. Οπότε δε θα νιώσω υπόλογος εγώ επειδή επέλεξα τη διαφορετικότητα μιας εξεγερμένης ζωής,. Δεν είμαι ελιτιστής επειδή αποφάσισα να μην είμαι συνένοχος. Δε θεωρώ ότι είμαι ανώτερος από τους υπόλοιπους, πιο έξυπνος, πιο ικανός αντίθετα με βάζω στην ίδια μοίρα μαζί τους και για αυτό τους θεωρώ ακόμα περισσότερο ένοχους για την εγκληματική τους αδιαφορία. Αυτή η αδιαφορία, αυτή η απάθεια δε διαφέρει σε τίποτα από τη στάση εκείνων που ζούσαν δίπλα στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κάνοντας κανονικά τη ζωή τους, πηγαίνοντας κανονικά στις δουλειές τους, δειπνώντας κανονικά στα οικογενειακά τους τραπέζια, κάνοντας κανονικά έρωτα στις κρεβατοκάμαρες τους σαν να μην συνέβαινε τίποτα ενώ την ίδια στιγμή έξω από τα σπίτια τους συντελούνταν η φρίκη του ολοκαυτώματος.
Αυτή η σιωπή είναι συνενοχή. Ήταν τότε, είναι σήμερα και πάντα θα είναι είτε στα μεγάλα είτε στα μικρά εγκλήματα της εξουσίας. Γιατί δε “συμβαίνουν αυτά” έτσι απλά. Συμβαίνουν όταν εμείς, ο καθένας μας ξεχωριστά και όλοι μαζί, επιτρέπουμε να συμβούν. Αυτή η ευθύνη δεν είναι δεν είναι κάτι που χάνεται στο πλήθος την έχουμε όλοι μας γιατί κανείς δεν δικαιούται να είναι αμέτοχος στην ιστορία εκτός αν έχει αποκηρύξει πλήρως τα εγκόσμια.

Για αυτό λοιπόν ξέρω ότι έχω δίκιο. Σε αυτόν τον κόσμο λοιπόν, σε αυτήν την κοινωνία, είναι τίτλος τιμής για μένα να θεωρούμαι αντικοινωνικό στοιχείο και όχι βρισιά. Διότι αν το να επιλέγεις να είσαι άνθρωπος την εποχή που τα τέρατα φορούν τη μάσκα του φιλήσυχου και ευυπόληπτου πολίτη με κάνει αντικοινωνικό στοιχείο τότε είμαι διατεθειμένος να τιμήσω αυτόν τον τίτλο στο έπακρο. Γιατί είμαι ταγμένος με την αναρχική εξέγερση και κανένα δικαστήριο, και έχετε κάνει πολλά ως τώρα δε θα με κάνει να μετανοήσω για το ποιος επέλεξα να είμαι. Αποτελούμε τους εκπροσώπους δυο διαφορετικών κόσμων και για αυτό που είστε εσείς δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό να αδειάσω ένα όπλο εν ψυχρώ στο κεφάλι σας, όπως και εσείς για αυτό που είμαι εγώ δεν έχετε κανέναν ενδοιασμό να με θάψετε κάτω από τόνους τσιμέντο. Και όμως δεν μετανιώνω.

Στην παρανομία στα 21 μου χρόνια και στην φυλακή από τα 22 μου μετράω ήδη σχεδόν έξι χρόνια αιχμαλωσίας με άγνωστη προοπτική εξόδου καθώς τόσο σε αυτή όσο και σε άλλες δίκες όλα είναι ανοιχτά. Ξέρω ότι τα χρόνια που έχω χάσει και αυτά που θα χάσω δεν αναπληρώνονται. Είναι πολύτιμος χρόνος ζωής που εξατμίζεται μέσα σε τέσσερις τοίχους. Είναι χρόνος ζωής στον οποίο οι δικοί σου άνθρωποι στριμώχνονται στους διαδρόμους των επισκεπτηρίων της φυλακής, κάποιες φορές διανύοντας ολόκληρες χιλιομετρικές αποστάσεις για να φτάσουν. Είναι ένας αισθητηριακός αποκλεισμός διότι όλες οι αισθήσεις εγκλωβίζονται στις διαστάσεις του γκρίζου. Είναι απονέκρωση επιθυμιών καθώς στερείσαι, στερείσαι, στερείσαι… Εκατομμύρια αυτονόητα καθημερινά πράγματα που κάποιος μπορεί να κάνει ανά πάσα στιγμή, μια βόλτα κάτω από τα αστέρια, έναν περίπατο στο ξέφωτο ενός δάσους, μια βουτιά στην θάλασσα, μια ερωτική αγκαλιά, εσύ το στερείσαι. Και όσο ανεβαίνει ο λογαριασμός στα δικαστήρια τόσο θα επιμηκύνεται ο χρόνος που θα στερείσαι. Και όμως προτιμώ χίλιες φορές αυτή την ζωή παρά οποιαδήποτε άλλη, πιο ευχάριστη, πιο ανέξοδη.

Εξάλλου δεν έπεσα από τα σύννεφα. Ήξερα από την αρχή ότι η εξουσία δεν χαρίζεται σε όσους τολμούν να την αμφισβητούν και να την μάχονται. Παρόλα αυτά δεν ήταν το θάρρος μου που με ώθησε να επιλέξω αυτό τον δρόμο αλλά το μίσος μου για την τάξη πραγμάτων που είναι διαμορφωμένη γύρω μας. Ένα μίσος που με βοήθησε να ξεπεράσω τους όποιους φόβους, τους όποιους δισταγμούς.
Ήταν σε τελική ανάλυση αυτή η βαθύτερη εσωτερική διαβεβαίωση πως δεν γίνεται να έχω άδικο εγώ και όχι οι κάθε λογής προσκυνημένοι που πλατσουρίζουν στον βούρκο της αδιαφορίας τους.

Επιλέγοντας την αναρχική συνωμοτική δράση έβαζα και εγώ ένα λιθαράκι στην διασάλευση της τάξης, της ηρεμίας, της κανονικότητας. Και αν ανέλαβα την ευθύνη για την συμμετοχή μου στην Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς ήταν επειδή έρχεται κάποτε στην ζωή που έχουμε επιλέξει κάποιοι, η στιγμή της σύλληψης και αναλόγως την περίπτωση και τις συνθήκες σύλληψης είναι ανάγκη να φανεί ότι η συνωμοτική δράση δεν συμβαίνει από φαντάσματα αλλά από ανθρώπους με όνομα και επώνυμο. Πραγματικούς αληθινούς ανθρώπους, με μια ζωή που αφήνουν πίσω τους, με αγαπημένα πρόσωπα να τους αποχωρίζονται και μια ζωή να μπαίνει στην αίθουσα αναμονής για όποτε…

Ανέλαβα λοιπό την ευθύνη όχι γιατί είμαι ένα μονοδιάστατο ον με μόνη μου ταυτότητα αυτή του μέλους της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, εξάλλου υπήρξα ενεργό κομμάτι και άλλων οργανικών διαδικασιών του αναρχικού κινήματος (παράνομες ή μη) αλλά γιατί το αντίθετο το να μην αναλάβω την ευθύνη την στιγμή της σύλληψης μου, θεώρησα πως θα μείωνε την ίδια την αξία της συνωμοτικής δράσης. Ασφαλώς θα είχα ευνοϊκότερη μεταχείριση αλλά θα τραυματίζονταν η προσωπική μου αξιοπρέπεια. Γιατί αν ένας αναρχικός συνωμότης συλλαμβάνεται επ’ αυτοφόρω και προσπαθεί μέσω νομικών ελιγμών να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω τότε η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω είναι ότι είμαστε όντως κάποιοι που στα δύσκολα ζορίζονται. Επομένως η ανάληψη ευθύνης δεν είναι κάτι που επιλέγεις για την όποια υστεροφημία, καθώς αυτό θα πήγαινε κόντρα στις αρχές της αναρχικής συνωμοτικότητας. Η ανάληψη ευθύνης είναι απαραίτητη μόνο όταν αξίζει να φανεί ότι η αναρχική επίθεση δεν είναι μόνο αφηρημένη υπόσταση αλλά ότι παίρνει και την μορφή μιας υλικής αναμέτρησης στα ίσια με το σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Μια στάση ατομική όπου το υποκείμενο είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με σθένος, νόμους, τρομονόμους, υπουργεία δημόσιας τάξης και δικαιοσύνης, δικαστές, φυλακές και ανθρωποφύλακες δίχως φόβο.

Κλείνοντας με αφορμή αυτήν ακριβώς την δίκη θέλω να αποτυπώσω μερικές σκέψεις ακόμα που έχουν σφυρηλατηθεί στο σκοτάδι άσχημων στιγμών που όμως άφησαν βαθειά χαραγμένα μερικά συμπεράσματα που ελπίζω πως δεν θα αφήσω αναξιοποίητα στο μέλλον.

Πολλές φορές συμβαίνει πάνω στην έξαψη και στον ενθουσιασμό που μας συνεπαίρνει από την ακραία ζωή που έχουμε επιλέξει, μια ζωή συγκρουσιακή γεμάτη υπερβάσεις, να γινόμαστε απόλυτοι. Έτσι λοιπόν μεθυσμένοι από την απολυτότητα που αντλούμε από τις δικές μας υπερβάσεις καταλήγουμε να δικαιολογούμε στους εαυτούς μας αυτή την στάση και να την αποδίδουμε στο ηθικό πλεονέκτημα της δικής μας συνέπειας.

Τι γίνεται όμως όταν έρχεται η στιγμή που διαπιστώνεις με τον πιο ακραίο τρόπο ότι εσύ ο ίδιος δεν είσαι το τέρας συνέπειας που θες να πιστεύουν και να πιστεύεις ότι είσαι;

Τι γίνεται όταν και εσύ κοιτώντας τον καθρέφτη βλέπεις ότι όχι μόνο έχεις ακραίες αντιφάσεις, αλλά ότι τις τρως με το κουτάλι, ότι κολυμπάς σε αυτές, ότι πνίγεσαι σε αυτές;

Τότε όχι μόνο χάνεις το ηθικό σου πλεονέκτημα απέναντι σε άλλους αλλά αρχίζεις να αμφιβάλλεις πραγματικά μέσα σου ποιος είσαι. Είσαι πράγματι αυτός που λες ή απλώς έχεις μετατραπεί σε έναν τύπο με όπλα και εκρηκτικά που παγιδευμένος σε μια πλαστή εικόνα για τον εαυτό του έχει εγκλωβιστεί μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις;

Η απάντηση ποτέ δεν είναι απλή. Και δεν απαιτεί μονάχα μια αυτοκριτική όσο σκληρή και αν είναι αυτή, διότι η αυτοκριτική αν δεν αρχίσει να υλοποιείται και σε μια άλλη, διαφορετική στάση ζωής, μπορεί απλώς να εξυπηρετεί κάτι άλλο, μια τακτική, μια σκοπιμότητα ή τις ίδιες σου τις αυταπάτες στο τέλος της γραφής. Για αυτό για μένα η απολυτότητα είναι κακός σύμβουλος όταν έχεις δει ο ίδιος σε τι ακραίες αντιφάσεις μπορεί να βρεθείς όσο συνεπής και αν θες να είσαι με τον εαυτό σου. Το πιο σημαντικό πράγμα που πάντα αξίζει να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας είναι ότι οτιδήποτε κάνουμε, οτιδήποτε θυσιάζουμε δεν αποτελεί λόγο κομπασμού ή αυτοβαυκαλισμού.

Συνεπής είσαι όταν συνειδητοποιείς ότι οι θυσίες σου είναι μια προσωπική επιλογή ανιδιοτέλειας και όχι ένα μετάλλιο ή ένα αξίωμα στην ιεραρχία του αντάρτικου. Συνεπής είσαι όταν μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις τις αντιφάσεις σου με αξιοπρέπεια και ταπεινότητα ώστε να μπορείς να δείχνεις κατανόηση στις αντιφάσεις των άλλων.

Το σίγουρο είναι πως αν δεν διδαχθείς τίποτα από τα σκληρά και πικρά μαθήματα που επιφυλάσσει η ζωή τότε η ακραιφνής αλαζονεία θα σε κάνει ακόμα πιο απόλυτο από την μια και ακόμα πιο βυθισμένο στις αντιφάσεις σου από την άλλη.

Μια στάση που μπορεί να σε κάνει να λησμονήσεις πράγματα που ποτέ δεν θα πρέπει να λησμονιούνται : την μέρα που κάποιος σου άνοιξε το σπίτι του όταν ήσουν κυνηγημένος όταν κανείς άλλος δεν το έκανε, την μέρα που κάποιος ήρθε να σε πάρει από τις φυλακές, τις φορές που κάποιος κινδύνεψε να πεθάνει για σένα ή την διαθεσιμότητα που έβαλε κάποιος για την ίδια του την ζωή για σένα. Αυτά είναι πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιούνται όσο μακριά και αν βρεθείς με τον άλλον.

Όταν λοιπόν το παρελθόν δεν είναι όσο καθαρό θα ήθελες οφείλεις στον ίδιο σου τον εαυτό να είσαι πιο συγκρατημένος από δω και πέρα. Να προχωράς προσεκτικά γιατί ποτέ δε ξέρεις πότε θα χρειαστεί ξανά να αντιμετωπίσεις κάποια μελλοντική αντίφαση που προκύπτει από το γεγονός ότι δε το βάζεις κάτω, ότι συνεχίζεις στο ίδιο μονοπάτι, κινούμενος διαρκώς προς την κατεύθυνση εκείνη που έχεις επιλέξει εδώ και καιρό.

Καμιά παραίτηση λοιπόν, καμιά μετάνοια, καμιά οπισθοχώρηση… 

Παραμένω σε θέση μάχης με τη διαρκή αναρχική εξέγερση πάντα μέσα στην καρδιά μου.

Ζήτω η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς!

Ζήτω η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο!

Για τον Εξεγερτικό Σύνδεσμο Θεωρίας και Πράξης!

Όλα συνεχίζονται…

Παναγιώτης Αργυρού – μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς / FAI-IRF