Category Archives: ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο βιγκανισμός από μια νιχιλιστική και αντιπολιτισμική σκοπιά -Archegonos-

Το κείμενο αυτό αποσκοπεί στην αποδόμηση του όρου “βιγκανισμός” μέσα από  ηθικές, κοινωνικές ακόμα και πολιτικές θέσεις και καταδεικνύει ότι αν αυτός δεν ευθυγραμμίζεται με μια εντελώς εχθρική συνείδηση απέναντι στο υπάρχον, τότε δεν παύει να είναι μια ακόμα απάτη ή ψευδαίσθηση.

Σαν να λέμε, τα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν τον όρο “βιγκανισμός” στηριγμένα σε μια διαφορετική ηθική ή δεν παίρνουν το ρίσκο της επιθετικής δράσης (που μπορεί να έχει διαφορετικές μορφές και όχι μόνο αυτή της σωματικής) ή μιας χαοτικής διατάραξης, τότε παραμένει λάσπη μέσα στο βάλτο απ’ όπου προήλθε.

-Archegonos-

Τι είναι βιγκανισμός? Μια ακόμα ηθική αξία? Μια ακόμα εναλλακτική επιλογή της κοινωνίας? Ένας ακόμη βάλτος μέσα στην απέραντη θάλασσα του σιχαμένου υπάρχοντος? Οι περισσότερες πτυχές του βιγκανισμού είναι ηθικιστικές και ανθρωποκεντρικές. Από αυτή την πτυχή ούτε οι αναρχικοί δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ο βιγκανισμός ως παθητική μορφή του “αγώνα” παραβλέπει πολλά πράγματα σε σχέση με την δική μου οπτική γωνία. Τώρα κάποιος μπορεί να μου πει ότι είναι ακριβώς το ίδιο από τη στιγμή που είναι βίγκαν. Αλλά όχι. Η αρχή του συλλογισμού μου είναι τελείως διαφορετική. Αντί για μια μορφή αγώνα θα τον χαρακτήριζα ως μια μορφή αποχής  από κάποια γρανάζια του πολιτισμού και του καπιταλισμού ταυτόχρονα, με την αποδοχή των προβληματικών της στην παρούσα πραγματικότητα. Διότι σαν αγώνας από ποιους και απέναντι σε ποιους θα ήταν αυτός? Ένας αγώνας του πολιτισμένου ανθρώπου απέναντι σε ένα ακόμα ζήτημα εκμετάλλευσης δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά αποστειρωμένος, όπως και πολλοί άλλοι αγώνες. Μια θυματοποίηση. Από την άλλη, ως μια ατομικιστική επιλογή της συνειδητής αποχής και άρνησης ενός μέρους του υπάρχοντος που βλέπει τους συντρόφους μας σαν πρώτη ύλη, μετατρέπεται σε μια δυναμική επιλογή. Δεν υπάρχει “καλό” και “κακό” για εμένα. Μέσα στο σύστημα του καπιταλισμού, αρνούμαι την παρακμή που προέρχεται από την φυλάκιση και την τυραννία της ζωής των μη ανθρώπινων ζώων. Σε έναν άλλο μη συστηματοποιημένο κόσμο δεν θα αρνιόμουν, αν οι συνθήκες επιβίωσης το απαιτούσαν, να χρησιμοποιήσω το οτιδήποτε από τον οποιοδήποτε ζωντανό οργανισμό. Εάν χρειαζόταν και αν ήμουν δυνατότερος, θα επικρατούσα. Με σεβασμό στις ζωές των μη εχθρών μου. Ως μια μορφή αποχής και αντι-νέκρωσης του εγώ μου από την φυλάκιση, εμπορευματοποίηση και υποβάθμιση της μη ανθρώπινης ζωής από την ατέρμονη και άπειρη έννοια του πολιτισμού και όχι ως αποκλεισμό στη βιομηχανία κρέατος που δεν έχει καμία σημασία για εμένα αφού μετέπειτα θα βρεις τον εαυτό σου μπλεγμένο στα γρανάζια μιας άλλης βιομηχανίας. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία για εμένα από τη στιγμή που η οικονομία είναι μέρος του συστήματος και δεν έχει να μου προσφέρει τίποτα. Θέλω να καταστρέψω την οικονομία και όχι να την χρησιμοποιήσω πολιτικά. Όχι σαν επιλογή “καλού” ή “κακού” αφού δεν αναγνωρίζω καμία μορφή ηθικής κανονικότητας που προέρχεται από κοινωνικές και πολιτιστικές δομές, ούτε με ενδιαφέρει η ηθική γενικώς. Επομένως, είναι απλά ένα εργαλείο που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει δεδομένων των συνθηκών και τίποτα άλλο. Αυτή είναι η πλησιέστερη προσέγγιση για την ατομικότητα μου η οποία έχει αρνηθεί τον ανθρωποκεντρισμό.

Εν πάση περιπτώσει,  δεν μπορεί να είναι κανείς 100% βίγκαν ή να κρατήσει τη στάση που θα ήθελε απέναντι στη γη, μέσα από ένα σύστημα που είναι όλα αφομοιώσιμα και αυτό το έχουμε δει πολλές φορές. Όντας αναρχικός, γρήγορα καταλαβαίνεις ότι τα πάντα μέσα στο σύστημα του κράτους και του πολιτισμού, είναι εχθρός σου. Βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα σε έναν συνεχή πόλεμο. Όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης μέσα στο σύστημα είτε θα παράγονται από μη ανθρώπινα ζώα που έχουν πεθάνει για τις ανάγκες του καταναλωτισμού και από διάφορες εταιρίες που υποδουλώνουν τις ζωές μας ή θα είναι τοξικά και μη διασπώμενα από το φυσικό περιβάλλον ή θα είναι προϊόντα των βίγκαν και οικολογικών εταιριών που παίζουν ένα άλλο παιχνίδι κέρδους και καταναλωτισμού απευθυνόμενοι στους ηθικούς ή lifestyle καταναλωτές, δημιουργώντας άλλες κοινωνίες αφομοιώσιμες και φυσικά ελεγχόμενες από το σύστημα. Ακόμα και αν επιλέξεις τακτικές, όπως για παράδειγμα να απαλλοτριώσεις παπούτσια θα μπορούσες να αποφύγεις τη συμβολή στο οικονομικό μέρος του συστήματος αλλά δεν θα είσαι ποτέ σίγουρος αν έχεις ή όχι αποφύγει το γεγονός ότι τα παπούτσια που έκλεψες μπορεί να έχουν πάνω τους τοξικά ή μη διασπώμενα υλικά (ή να είναι φτιαγμένα με τρόπους που μολύνουν το φυσικό περιβάλλον) ή ακόμα και να περιέχουν κόλλα, με υλικά προερχόμενα από φυλακισμένα μη ανθρώπινα ζώα. Τα συστήματα εκμετάλλευσης και καταστροφής που έχει δημιουργήσει ο πολιτισμένος άνθρωπος ενάντια σε οτιδήποτε αγαπάμε είναι ατελείωτα. Ως μηδενιστής και αναρχικός ατομικιστής με συνείδηση για την ολική απελευθέρωση, δεν βλέπω τον βιγκανισμό και την ευαισθητοποίηση μου για τη γη μέσα από ηθικούς δεσμούς οι οποίοι εύκολα θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από το σύστημα (το οποίο περιλαμβάνει νόμους, θεσμούς, ηθικές αξίες, κράτος, κοινωνία, πολιτισμό κτλ) και θεωρώ γελοίο ακόμα και για τον εαυτό μου να παίζω το πολιτικό παιχνίδι, του να ψάχνω βίγκαν προϊόντα ή αυτά που είναι φιλικά στο περιβάλλον μέσα σε ένα σύστημα απόλυτης εκμετάλλευσης και υποβάθμισης οποιουδήποτε ζωντανού οργανισμού. Επομένως, είμαι βίγκαν λόγω προσωπικής συνείδησης λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες συνθήκες χωρίς να γίνομαι μοναχός και προσπαθώ με όποιο τρόπο και όσο περισσότερο μπορώ να απέχω από την κυρίαρχη ανθρωποκεντρική παρακμή αυτού του κόσμου. Η αντιπολιτισμική συνείδηση είναι μόνο ένα άλλο μέρος της εσωτερικιστικής ατομικότητας που δεν αναγνωρίζει άλλη οντότητα πέρα από το άτομο και τις επιθυμίες του/της, αναλύοντας τη γη ως ένα χαοτικό, αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης και επαναπροσδιορίζει τη σχέση του/της με αυτή και άλλες ατομικότητες.

Μόνο μέσα από τον αυθορμητισμό, την άρνηση αυτών που έχουμε διδαχθεί (συμπεριλαμβανομένων όλων των αξιών και των ιδανικών που προέρχονται από την κοινωνία), τη μοναδικότητα και την κριτική σκέψη, τις στιγμές επίθεσης και αυτοπραγμάτωσης και την επαφή με το φυσικό περιβάλλον, θα μπορούσα να βρω ένα νόημα στην ύπαρξη (προσωπικό νόημα όχι μια αντικειμενική αλήθεια) της ατομικότητάς μου.

Ο βιγκανισμός είναι ξεκάθαρα μόνο ένα εργαλείο ενάντια σε μερικά συστήματα. Για τις άλλες μορφές απελευθέρωσης της κάθε ατομικότητας ο καθένας από εμάς μπορεί να εφεύρει τους δικούς του τρόπους. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός αποτελεσματικός τρόπος/μέσο. Θέτουμε στόχους, είμαστε υπομονετικοί, χρησιμοποιούμε κάθε υλικό και μέσο ενάντια στον εχθρό και με ό,τι δύναμη μας έχει απομείνει και όποτε μπορούμε κάνουμε επίθεση σαν τον αετό χωρίς ηθικούς φραγμούς, ούτε σεβασμό για τη ζωή του. Όχι για ένα μεγαλύτερο σκοπό αλλά για το χρόνο που μας έχουν κλέψει. Μακριά από ηθικούς ισχυρισμούς όπως “το κρέας είναι φόνος” νιώθω την ανάγκη να επιτεθώ σε όλα όσα προσβάλλουν την αισθητική μου αντίληψη και δεν με αφήνουν να αντλήσω απόλαυση από αυτά που με περιβάλλουν. Δεν νιώθω την ανάγκη να επικρίνω τον σύντροφο που δεν ακολουθεί τις μεθόδους του βιγκανισμού, για τους δικούς του λόγους, αλλά έχει αναπτύξει μια βαθιά ανάλυση ενάντια στο υπάρχον (παρόλο που η κατανάλωση κρέατος και η χρήση μη ανθρώπινων ζώων είναι η πιο κυρίαρχη μορφή ζωής στον πλανήτη) αφού αυτός ο σύντροφος θα έχει φτάσει σε ένα επίπεδο επίγνωσης μέσω κριτικής σκέψης που δεν θα τον αφήσει να εφησυχαστεί με τις επιλογές του ή θα θεωρήσει έναν άλλο ζωντανό οργανισμό κατώτερο ή ανώτερο, κανονικό ή μη κανονικό. Θα ασκήσω κριτική όμως σίγουρα σε όλους αυτούς που δεν αμφισβητούν τις μαζικές συνθήκες διαβίωσης καθώς και όλους τους αναρχικούς των οποίων η κριτική για τον βιγκανισμό προέρχεται μόνο μέσα από το είδωλο του ανθρωποκεντρικού κόσμου.

Veganism From A Nihilist and Anti-Civ Perspective pdf

(Πηγή: warzonedistro.noblogs.org)

Μετάφραση Traces of Fire

 

Χαλάσματα – Τοποθέτιση σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα στο πολυτεχνείο.

(Λάβαμε 5/12/17)

Και τελικά το πολυτεχνείο απέκτησε άξιους απολογητές και υπερασπιστές, ελεύθεροι να το νοηματοδοτήσουν κατά το δοκούν αποθέτοντας το σε περίoπτη θέση στον πολιτικό χάρτη. Δυστυχώς, η κατάκτηση αυτή της μεταπολίτευσης απέτυχε να ισοσταθμιστεί από τον αντίλογο άξιων υπονομευτών. Εμείς πρώτοι πρώτοι απεκδυόμαστε το παραπάνω καθήκον υπό το άχθος της επιλογής να αποχωρούμε σιωπηλά από τις γεμάτες χλαπαταγή γούβες των πολιτικών, ευτράπελων αψιμαχιών. Προτιμούμε να μιλάμε εν απουσία επίδοξων διαστρεβλωτών, εκεί που τα λόγια μπορούν να ασκήσουν την ποιητική αμεσότητα τους ουρλιάζοντας καθαρά και ανερυθρίαστα, εξαίροντας χάσματα όσο και αποκλίσεις, πάντα σημαδεύοντας στην κατασκευή νέων. Γι’ αυτό η παρούσα ανακοίνωση προσιδιάζει περισσότερο σε χασμουρητό, απαραίτητο όμως εν είδει χαρακτηρισμού για όσα διαδραματίστηκαν και για όσα μένει να συμβούν με αφορμή τις εξελίξεις στο πολυτεχνείο και ότι οδήγησε σε αυτό.

Εκκινώντας από την ειρωνεία της υπόθεσης, δηλαδή τον κοινό τόπο παρά το πρόδηλο νείκος των δύο αντιμαχώμενων πλευρών, ο οποίος μεθοδικά τους οδήγησε να ανταγωνίζονται για την διαχείρηση της αστικοδημοκρατικής γιορτής. Γιατί, ας μην λησμονούμε πως προϋπόθεση για μια σύγκρουση συμφερόντων αποτελεί η συνάντηση τους σε κοινό τόπο με κοινό διακύβευμα. Κατανοητό αυτό πιστεύουμε. Οπότε ποιό ήταν αυτό το τόσο βαρύτιμο διακύβευμα γύρω από το οποίο οι ποιμένες μαζί με τον σάλαγο των ζωντανών τους συγκρούστηκαν; Φυσικά, το πτώμα μιας εξέγερσης στην οποία αν όντως δεν είχε εκπνεύσει πιθανότατα, αμφότεροι δεν θα είχαν την παραμικρή θέση. Και αυτό διότι η μέρα αυτή ανήκει στο λαό αφήνοντας με αυτή την έννοια να εννοηθεί όλο το εύρος των συνεπειών της, τουτέστιν αυτόματως η μέρα αυτή δεν ανήκει σε αναρχικούς, σε εξεγερμένους, σε εγωιστές, σε αυτόβουλα πρόσωπα, σε ανειρήνευτους πολέμιους της κοινωνίας και της δημοκρατικής χαβούζας. Ανήκει στο λεφούσι, στις αφαιρέσεις, στις παρατάξεις, στα κόμματα, στην τυφλή αγανάκτιση, στα χαυνωμένα τέκνα του θεάματος και της φαινομενικότητας, στο θυμικό της πλέμπας. Ανήκει σε όσους έχουν ανάγκη το μερίδιο τους από τις κυρίαρχες υπερασπιστικές γραμμές που η μεταπολιτευτική δημοκρατία αναδεικνύει από το παρελθόν, προκειμένου να εξασφαλίσουν θέση στο παρόν της. Είτε ως εξεγερμένοι, είτε ως πρωτοπορία, είτε ως μοιρολογίστρες, είτε ως κομματικά σκουπίδια σημασία έχει να κατοχυρωθεί μια θέση στο ψηφιδωτό των διεθέσιμων ιστορικών αφηγήσεων. Αντιθέτως όμως, από πλευράς μας, το πολυτεχνείο βρίσκεται στην δέουσα θέση μαζί με τους πολλαπλούς μνηστήρες του. Στα ερείπια του ιστορικού τέλματος των σύγχρονων κοινωνιών. Και κάθε χρόνο θα συνεισφέρουμε στην στηλίτευση του, ούτως ώστε να ενταφιαστεί βαθύτερα.

Μην έχοντας να διακδικήσουμε το παραμικρό από τον αντιδικτατορικό αγώνα του αγέρωχου ελληνικού φοιτηταριάτου και ευρύτερα του ελληνικού λαού που εξ αρχής αντιτάχθηκε σύσσωμα ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς (γελάει η ιστορία), αποστασιοποιημένοι, επιλέξαμε τη θέση του παρατηρητή, συνεπώς και θέση αποχής από την ανανέωση των εκτιθέμενων γεγονότων προς μαζική κατανάλωση. Αποχή οριστικά από τα κονιορτοποιημένα δίκτυα κυκλοφορίας υποσχέσεων, απαραίτητων αποκλειστικά για την συντήρηση των σύγχρονων συσχετισμών δύναμης και τον εξοβελισμό των ανόθευτων ανατρεπτικών εγχειρημάτων στην αφάνεια. Αποχή συνδεδεμένη στατηγικά με την επισκοπεία του κοινωνικού σώματος προκειμένου να εντοπίσουμε τα σημεία εκείνα σε κατάσταση ολιγορίας και ολικής σύγχησης. Σημεία εμφανή περισσότερο στο ανέκκλητο, ολοκληρωτικό ξεθώριασμα των έωλων, παροδικών αμφισβητήσεων καθώς συγκρούονται στα μεθόρια της συνήθους εφαρμογής τους και της λήθης εξαιτίας της επελαύνουσας ανίας που τόσο πιστά εξυπηρέτησαν. Διότι και η φαινομενική αμφισβήτηση όταν οι συνθήκες για την αναπαραγωγή της αφανίζονται ακόμα και σε μια κοινωνία ερειδόμενη σε περισσεύματα επί περισσευμάτων η ίδια καθίσταται περιττή. Οι κυβερνητικοί φορείς, τα κόμματα, τα εκπαιδευόμενα στα σχολικά έδρανα μούλικα, το ευνουχισμένο, ευκαταφρόνητο φοιτηταριάτο, τα ευτράπελα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, οι πεφυσιωμένοι κρυφοπατριώτες, τιμητές της ακατάβλητης, δημοκρατικής ελλαδάρας, οι νεκροζώντανοι, υπέργηροι, άλλωτε αγωνιστές ανθοφόροι συνταξιούχοι, όλος αυτός ο συρφετός καταδεικνύει την απουσία φαινομενικής αμφισβήτησης στον θίασο του πολυτεχνείου. Πόσο μάλλον η συνύπαρξη τους υπό την αιγίδα πάντα της πανταχού παρούσας δημοκρατικής αβροφροσύνης και του διασφαλισμένου εξ αυτής βουβού, παρά την ακατάσχετη χλαλοή, διαλόγου. Το εξεγερμένο πολυτεχνείο πέθανε μαζί με το σύστημα και το περιβάλλον που το εξέθρεψε. Ζήτω το διασυρμένο, ευηπόληπτο και δικαιούχο πολυτεχνείο των αγωνιστικών ποπ ασμάτων, των αυχμηρών δακρύων και των τραπεζοστόλιστων, μπογιατισμένων διαδρόμων. Ζήτω όμως και το πολυτεχνείο της ξεδοντιάρικης επαναστατικής επαιτείας, της θλιβερής, νηπιακής καγκελαρίας, της αφοπλισμένης ανατρεπτικής προοπτικής και της στείρας, φαύλης συνθηματολογίας. Το πολυτεχνείο είναι νεκρό, αλλά κάποιοι μη αρκούμενοι στον ενταφιασμό του, θέλησαν να θάψουν μαζί του την ψυχοραγούσα, μα ασίγαστη δυνητική αποστασία.

Οι αναρχικοί δεν έχουν ανάγκη πολυτεχνεία, μήτε αγελαίες δύσοσμες αναθυμιάσεις αγανάκτησης προκειμένου να συγκροτήσουν μια οξεία επιθετική δραστηριότητα. Ιδίως το κουφάρι τους. Το πολυτεχνείο όπως αποτυπώθηκε ευκρινέστατα προηγουμένως ανήκε στην διαμαρτυρόμενη πλέμπα. Καμία εξέγερση το 73 δεν οργανώθηκε γύρω από αναρχικά χαρακτηριστικά θέτοντας σε κίνηση μια συμπαιγνία ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο, την εξουσία και τον πολιτισμό. Εκτός βέβαια αν ορισμένοι επιλέγουν συνειδητά τον ρόλο του σε κωμικό βαθμό εθελότυφλου, πιστεύοντας πως το εξεζητημένο πανό δέκα ανθρώπων ”κάτω η εξουσία” εξέφραζε τις προσπάθειες χιλιάδων να πλήξουν ανέξοδα και ατελέσφορα ένα στρατιωτικό καθεστώς. Φυσικά, σύνολη αυτή η κατάσταση απηχεί τους λόγους για τους οποίους σταχυολογείται η επιβράβευση μιας εξέγερσης με άοπλους πολίτες να δέχονται καταιγισμό πυρών ή να εκτοξεύουν τρόφιμα σε άρματα μάχης ως αξιομνημόνευτη και παραδειγματική για τους υπηκόους μιας δημοκρατίας. Διότι ακριβώς αυτό το οργιλό συνονθύλευμα εναντιονώταν διαμέσου ομόλογου ασυνάρτητου τρόπου, πολιτικά σε μία αμφισβητούμενη, κλονιζόμενη κοινωνική πραγματικότητα και όταν αυτή κατέρρευσε, παίρνοντας με την σειρά του την σκυτάλη, χειροτόνησε τους υπερασπιστές του, πένθησε για τους νεκρούς του και επέβαλε τις μεθόδους του. Οι γενναιόφρονες φοιτητές κατόρθωσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στις πολυπόθητες φοιτητικές ζωές της ανεμελιάς επί πίστωση, οι ηγέτες να κατακτήσουν τιμαλφείς θέσεις στον μετέπειτα πολιτικό χάρτη, ο λαός αμείφθηκε για την ευψυχία του με περισσότερα από τριάντα χρόνια τρυφής και καταναλωτικής πλησμονής, η κουλτούρα μυήθηκε ομαλά στην νέα περίοδο του μετανεωτερικού σχετικισμού, του ηδυπαθή ηθικισμού και του κοσμοπολίτικου οπτιμισμού. Οι περισσότεροι βέβαια όσο μηχανικά διαμαρτυρήθηκαν ωσαύτως επέστρεψαν στα σπίτια και τις ζωές τους, συνεχίζοντας να κάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, ανεπηρρέαστοι από τις μεταβολές και τις ανακατατάξεις στον αποπληκτικό περίγυρω τους. Οι σύγχρονες αναπολήσεις της χρυσής εποχής των χρόνων 67-74 ( τότε που κοιμόμασταν με ανοιχτές τις πόρτες και η εργασία ήταν δεδομένη ) αποκαλύπτουν τι πραγματικά ήταν ικανό ανέκαθεν να διαταράξει την επιφάνεια στο απάνεμο υπαρξιακό τους έλος. Εργασία, κατανάλωση, άνεση, ιδιοκτησία και ακίνδυνες απολαύσεις. Χονδρικά, μαμ, κακά και νάνι. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, με τον κάθε όρο να εμφανίζεται ως η προσήκουσα κατάληξη στην πασίγνωστη, προμετωπίδα  ψωμί-παιδεία-ελευθερία. Οποιαδήποτε, λοιπόν προσπάθεια αναστήλωσης ή και απλής επίκλησης αυτής της εξέγερσης από αναρχικούς συνιστά ανόσια σκύλευση, ειδεχθή καπήλευση και προκλητική σύληση ενός ιερούς μαυσωλείου. Ως τέτοια επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί από τους επίγονους της εν λόγο γενιάς καθώς καλούνται να προασπίσουν τα μοναδικά απαραβίαστα κεκτημένα τους. Τις φθηνές δικαιολογίες της ολοκληρωτικής τους αποστέρησης. Τα επιχειρήματα με τα οποία επισκιάζουν το γεγονός ότι πλέον δεν τους ανήκει τίποτα, ούτε καν το παρελθόν τους.

Το παραδεδεγμένο αυτό αμάλγαμα της εορτάζουσας, αφυούς αγέλης, χρόνια τώρα εγείρει επιθυμίες υποδαύλισης και παρακώλησης του. Υγιές κατ’ εμάς φαινόμενο, αντιπροσωπευτικό των υφιστάμενων διαψεύσεων των ισχυρισμών όσων βεβιασμένα σπεύδουν να διατρανώσουν το απρόσβλητο της πολιτικής ηγεμονείας. Ωστόσο, οι ευκταίες αυτές δολιοφθορές ενάντια σε κάθε αστικό υπερθέαμα, δεν αναμένεται να συμβούν από τους όλβιους απολογητές του στους προνομιακούς χώρους άσκησης του ελέγχου του. Αν κάτι κατάφερε να προμηθεύσει η διαδραματιζόμενη αυτή διαμάχη μεταξύ του φαινομενικά νέου και του πραγματικά παρωχημένου, προς χρήση όσων ικανών να παραγάγουν χρήσιμα για την προοπτική του ξεπεράσματος συμπεράσματα, είναι η ομοιότητα του πεπερασμένου με αυτό που αφειδώς επιμένει να μας ξανασερβίρεται εσαεί ως φάρσα. Κάθε φορά όλο και πιο άνοστη, όλο και πιο αδιάφορη. Κουραστήκαμε όμως να θωρούμε το τραπέζι μας έμφορτο με περιττώματα του παρελθόντος. Η κατανάλωση του κενού και η απονενοημένη αδολεσχία στο εσωτερικό κολοβών σχέσεων ανίκανων να δώσουν έκταση στα μεγαλεπίβολα σχέδια μας, επιστράφηκε στο κατάστημα συνοδευόμενη από τα παράπονα μας και την υπόσχεση να μην ξαναπαραπονεθούμε σε κανέναν για οποιαδήποτε επιλογή μας. Δεν είναι τυχαίο πως εμείς στις 16 του μηνός απουσιάζαμε επιμελώς από τις φιλονικίες της κινηματικής μαγάρας. Απουσιάζαμε, όπως απουσιάζουμε διαρκώς από πάσα διαδικασία αναπαραγωγής των κυρίαρχων αναπαραστάσεων και του αντίστοιχου φλύαρου διαλόγου μεταξύ τους. Απήχαμε ως αναρχικοί μηδενιστές γιατί δεν αναζητούμε σανίδα επιβίωσης στην φουσκοθαλασσιά της ανυπαρξίας όσο βλέπουμε τα ανατρεπτικά εγχειρήματα του παρελθόντος να βυθίζονται μετατρεπόμενα σε τροφή για το αδηφάγο απελπισμένο πλήθος. Όσοι όμως βρέθηκαν εκεί ελπίζουμε με την σειρά τους να γνωρίζουν το γιατί ή τουλάχιστον το πως να αποφύγουν να μας απαντήσουν. Εμείς, απεναντίας, με πλήρη διαύγεια θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τα αίτια της αποστασιοποίησης μας ελπίζοντας πως η απόφαση αυτή θα κατανοηθεί στα δέοντα πλαίσια μιας συνολικότερης πολεμικής στρατηγικής και όχι ως ακόμα μια άκαπνη, εκ του ασφαλούς, λόγια κριτική, ζωτικά εξαρτώμενη από την εμπράγματη απουσία των προαναφερόμενων πολεμικών σχεδιασμών στον ιστορικό χώρο ενόσω αυτός γίνεται έρμαιο των μονοπωλείων της γενικευμένης φλυαρείας.

Η συμπλοκή στο πολυτεχνείο μεταξύ όσων από την μία προσπάθησαν να το φέρουν στα μέτρα τους και όσων από την άλλη αποτυγχάνουν μονίμως να λάβουν το αναμφίλεκτο μα συνάμα ανεπίκαιρο ιστορικό του μέγεθος μας αφήνει αδιάφορους. Εξίσου ατάραχους μας αφήνει και η επελαύνουσα κομμουνιστικοποίηση μερίδας του ας το πούμε χάριν της συνενόησης ”χώρου”, ως απάντηση στην δυσειδή, θεαματική μπαχαλοποίηση του υπολοίπου. Η αδυναμία αμφότερων να κατασκευάσουν σύγχρονες, αμιγώς αναρχικές θεωρήσεις και πρακτικές, αυλακώνεται στα εντεινόμενα, κοινά πεδία σύγκρουσης τους πάνω στα σκέλεθρα του παρελθόντος και των προσφερόμενων ανασκευάσεων του. Οι μεν αποκρίνονται στην κυρίαρχη στειρότητα ανασύροντας προοπτικές μέσα από την αίγλη του επιβλητικού, μυθοποιημένου, κομμουνιστικού μεγαλείου, οι δε λερώνουν το παρελθόν αυτό εγκολπώνοντας το στο τίποτα που εκπροσωπούν, αφαιρώντας του ακόμα και τον μοναδικό ιστορικό του χαρακτήρα. Ο αφοπλισμός του ενός στηρίζεται στην φθείρουσα δραστηριότητα του άλλου. Το παρελθόν επιστρέφει μόνο σαν φάρσα, αφού κάποιος πρότερα το κωμικοποιήσει αλλιώνοντας τα χαρακτηριστικά του. Συμπεραίνουμε, πως ότι μπορούσε να υπάρξει έχει διαδραματιστεί ήδη και ότι υπήρξε ποτέ δεν θα επιστρέψει.  Το αν ορισμένοι λοιπόν, επέλεξαν να εναντιωθούν σε μία κατ’ επίφαση αναρχική κατάληψη συνιστά πάρεργο στο πραγματικό διακύβευμα που δεν είναι άλλο από την συνάντηση τους στον ίδιο αφιλόξενο τόπο, όπου ”ό,τι εμφανίζεται ως πραγματικός βίος, απόκαλύπτεται ως βίος, πλέον αυθεντικά θεαματικός”.

Όσοι έχουν αποτινάξει τις ψευδαισθήσεις περί ύπαρξης ενός συγκροτημένου, ενιαίου, επαναστατικού αναρχικού χώρου, σίγουρα γλίτωσαν μία ακόμα ελεύθερη πτώση από το συννεφάκι της ιδεολογικής αφέλειας. Άλλο τόσο σίγουροι είμαστε πως απήχαν από τα τετριμμένα αστικά μνημόσυνα, τις ανίσχυρες εκδηλώσεις λατρείας του παλιού και τους συμβατικούς θιάσους αναπαράστασης μιας ταριχευμένης εξέγερσης. Ειδάλλως, διαβεβαιώνουμε πως αν παρευρίσκονταν ή σκόπευαν να το κάνουν, δεν θα το έπρατταν με τους ανέμπνευστους, στομώμενους όρους της εύπεπτης επιθετικότητας για την επίθεση. Οι παραλήπτες αυτών των αράδων, οι λίγοι μα αναντικατάστατοι αυτοί άνθρωποι, εμφορούμενοι από την εγγύτητα που αποκλειστικά η απορρέουσα εκ της επιλογής ολικής άρνησης της κραταίας ευτέλειας περηφάνεια, δύναται να ζωογονήσει, διακωνούν ανεπιστρεπτί στους πλατείς ορίζοντες των καταστρεπτικών παθών. Χαράζουν με εργαλεία το αίμα, την απόγνωση και το πείσμα τους το χρονικό εξεγέρσεων ακατάληπτων προς τους θεματοφύλακες των αστικών κηδειόχαρτων. Οι καθημερινές τους βαθύσκιωτες αρνήσεις δεν θα μνημονευτούν από κανένα ενθουσιασμένο κοπάδι ενώ οι ραφιναρισμένες, άπληστες εξεγέρσεις τους αναμένουν με μακροθυμία να βρουν τους προσίδιους χώρους έκφρασης και εκδίπλωσης τους. Χώρους που καμία υστεροφημία δεν πρόκειται να εξασφαλίσουν στους φιλοξενουμένους τους. Χώρους απροσπέλαστους για όσους πλέκουν εγκώμια σε ότι δεν γνώρισαν ευγνωμονώντας το για τις παραχωρούμενες επιφάσεις με την αρωγή των οποίων απελευθερώνονται εκ των ευθυνών να σταθούν κριτικά και ακλόνητα στο σήμερα.

Εν κατακλείδι αντιπροτάσσουμε στις συμπεφωνημένες παρελάσεις της επελαύνουσας αδυναμίας, την μεθοδική και επίπονη διαδικασία συγκρότησης ενός σύγχρονου, επικίνδυνου αναρχικού ρεύματος. Την προσωπική περισυλλογή και την διαπροσωπική ώσμωση των θελήσεων όσων επιδιώκουν να ακολουθήσουν τις σύραγγες του αρνητικού ως την οριστική συντριβή κάθε αξιοπεριφρόνητης σταθεράς. Και μετά πάλι από την αρχή. Ξανά και ξανά παρατηρώντας τις μορφές να μεταβάλλονται και να πάλλονται στους ρυθμούς της δημιουργικής βούλησης μέχρι το άοντο ντα φε της νιότης. Κόντρα στην αποπληκτική ηττοπάθεια του πολιτικού ρεαλισμού και στον αφελή οπτιμισμό της πολιτικής μας ήττας. Αποσείοντας τα άχρηστα βάρη του παρελθόντος, είμαστε ελεύθεροι να ξεχυθούμε στο γόνιμο κενό της απώλειας των χαρτογραφημένων διαδρομών αναζητώντας αυτό που την ελευσή του όλοι αισθάνονται αλλά κανείς δεν τολμά να οραματιστεί και ακόμα περισσότερο να βοηθήσει να έρθει. Να τολμήσουμε να οραματιστούμε. Ατρόμητοι μπροστά στο άγνωστο με μόνη πυξίδα την βεβαιότητα ότι καμία αφήγηση δεν μας εμπεριέχει. Ότι σε κάθε παρελθόν το μόνο πιθανό να βρούμε είναι περισσότερες διαβεβαιώσεις πως αν δεν ενεργήσουμε άμεσα καμία πορεία από εδώ και μπρος δεν θα μας ανήκει. Να επιχειρήσουμε να πιστέψουμε σε αυτά που κανείς άλλος πέρα από εμάς δεν μπορεί να διεκπεραιώσει. Να αγαπήσουμε την εποχή μας μαζί με τα συντρίμμια που μας διαμόρφωσαν και τα θριμματισμένα όνειρα που μας υποσχέθηκαν αλλά και αυτά εν τέλει στερηθήκαμε. Οι εξεγέρσεις πέθαναν μαζί με αυτά τα όνειρα και ευτυχώς τώρα έχουμε την δυνατότητα να τοποθετήσουμε την ίδια την έννοια στην έδρα και αφού την καταδικάσουμε αναλογιζόμενοι ως αναρχικοί την σημερινή αποσπασματικότητα σχετικά με τις δικές μας επιθυμίες, να την επανανοηματοδοτήσουμε και να την στρέψουμε  ενάντια στο σύστημα που πίστεψε ότι τοιουτοτρόπως θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις μας.

Τέλος να αποσαφηνίσουμε πως δεν αρνούμαστε την σχέση μας με το παρελθόν. Την αναγνωρίζουμε και έχουμε πάρει θέση αλλά όχι αυτήν που οι χρηστοι γείτονες και οι αξιότιμοι συμπολίτες μας θα ήθελαν. Αντικρίσαμε κατάματα το παρελθόν μας και την αξιοζήλευτη αίγλη του. Είδαμε μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Είδαμε χρόνια πολιτισμένης βαρβαρότητας, ορθολογικού παραλογισμού, υποβάθμισης του ατόμου, λεηλασίας της φύσης, σπίλωσης της ομορφιάς, καταπίεσης του διαφορετικού, πατριαρχικής επιβολής, εμπορευματοποίησης των επιθυμιών, κανονικοποίησης των συμπεριφορών, κωδικοποίησης της τιμωρίας, επιβολής του θυμικού των μαζών, θρησκευτικής καταπίεσης, περιφρόνησης των παθών, περιθωριοποίησης του σώματος, περιχαράκωσης της θέλησης, υπονόμευσης της δύναμης και κακοποίησησης της ζωής. Δεν είδαμε όμως πουθενά σε κανένα πολυτεχνείο παρά απομονωμένα, τυχαία σαν μια εξαίρεση στον κανόνα και διάσκορπα  να αναδεικνύεται μια απόλυτη ρήξη με αυτήν την επονείδιστη διαδρομή που έχει το θράσος να αυτοαποκαλείται πρόοδος. Έχουμε λοιπόν έναν πολύ ισχυρό δεσμό με το παρελθόν αφού εκεί βρήκαμε αμέτρητες ερωτήσεις, οι δικές μας απαντήσεις όμως σε πείσμα των επίσημων και μη συνταγογράφων παραμένουν μια ανοιχτή προοπτική.

Horizontal Mortem
Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.
Mail επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net

Χιλή: Στη μνήμη του Renzo Novatore – Εικονοκλάστης, Αντι-Δογματικός, Ατομικιστής, Μηδενιστής και πάνω απ ‘όλα Αναρχικός

(Λάβαμε 30/11/17)

“Η ανθρωπότητα είναι δηλητηριώδης, σιχαμερή, μια γλοιώδης εκκλησία όπου όλοι έχουν ένα είδωλο να λατρεύουν ως φετίχ και ένα θυσιαστήριο πάνω στο οποίο θα θυσιάσουν”

– Στον Κόσμο των Φαντασμάτων,  R. Novatore

Ο σύντροφος Renzo Novatore, με το ψευδώνυμο Abele Rizieri Ferrari, γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1890 στην Arcola, σε μια Ιταλική πόλη που βρίσκεται στην επαρχία της La Spezia. Αντιπροσώπευε τον «εικονοκλαστικό αναρχισμό», πολέμησε με ιδέες και όπλα την εξουσία ώσπου πυροβολήθηκε από τους καραμπινιέρους σε μια ενέδρα που έλαβε χώρα στις 29 Νοεμβρίου 1922.

Όταν διαβάζουμε και αναλύουμε τις ιδέες και τις ενέργειες του Renzo Novatore στο παρόν, μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε μέσα από διάφορες οπτικές γωνίες, αλλά αναλύοντας τες μέσα από την αναρχομηδενιστική τάση μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη μεγάλη συνεισφορά του στην θεμελίωση του εικονοκλαστικού λόγου και της πρακτικής ατομικισμός – μηδενισμός – αναρχισμός.

Ανάμεσα σε αυτές είναι και η κριτική στην κοινωνίας (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) ως σημείο προέλευσης για τις κακές συνήθειες της ανθρωπότητας. Επιπλέον, οι αντιλήψεις του συντρόφου μέσα από τα γραπτά του για την ίδια τη ζωή είναι κάτι που πρέπει να αγαπηθεί στο σύνολο του με όλες τις αντιφάσεις του, όχι σαν μια άσκηση εγωκεντρισμού ή περιφρόνησης προς τον άλλο, αλλά ως θεμελίωση του Εγώ, το οποίο μπορεί να ερμηνευτεί ως η ιδέα που γνωρίζουμε σήμερα του «να είσαι ο εαυτός σου», η αγάπη για τη φύση, η ευχαρίστηση της καταστροφής, η απόρριψη όλων των ηθικών αξιών και η ευχαρίστηση, ναι, η πιο αγνή ευχαρίστηση που μας δίνει την επιθυμία να ξεκινήσουμε τον εαυτό μας από το τίποτα. Γιατί υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ της εξάρτησης και της ατομικότητας, όσο αυξάνεται η εξάρτηση τόσο περισσότερο χάνετε το στοιχείο της ατομικότητας και αντίστροφα. Έτσι λοιπόν, ο τελευταίος προμαχώνας της ελευθερίας βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, πέρα ​​από οποιαδήποτε πλειοψηφία ή συμφωνία.

“Αλλά κάτω από το φανταχτερό πνεύμα του δημοκρατικού πολιτισμού, οι υψηλότερες πνευματικές αξίες έχουν πέσει, έχουν καταστραφεί”. Η θαυματουργή δύναμη, η βάρβαρη ατομικότητα, η ελεύθερη τέχνη, ο ηρωισμός, η μεγαλοφυΐα, η ποίηση έχουν χλευαστεί, γελοιοποιηθεί, συκοφαντηθεί. Όχι στο όνομα του “εγώ” αλλά στο όνομα του “συλλογικού” Όχι στο όνομα της “μοναδικότητας” αλλά στο όνομα της κοινωνίας”

– Προς το δημιουργικό τίποτα,  R. Novatore

Αυτές είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα σύνολο ιδεών που μπορούμε να αναγνωρίσουμε ως σημαντικές συνεισφορές και επιρροές στο μονοπάτι που ταξιδεύουν μερικοί – και μερικές φορές είναι λίγοι – .

Ο Novatore δεν ήταν μόνο συγγραφέας διαφόρων θεωρητικών και ενδελεχών γραπτών, αλλά ήταν κομμάτι πολλών ενεργειών και απαλλοτριώσεων του ασταμάτητου αγώνα ενάντια σε όλες τις μορφές εξουσίας. Αναγνωρίζοντας τον Novatore ως μέρος της ιστορίας της πάλης ενάντια στην εξουσία, αναγνωριστούμε και τους εαυτούς μας ως μέρος αυτής της ιστορίας. Και βλέπουμε τους εαυτούς μας ως συμμετέχοντες στον πόλεμο ενάντια σε κάθε κράτος και κυριαρχία, καταστρέφοντας όλες τις ηθικές αξίες και κατανοώντας το άτομο ως θεμελιώδες μέρος της εξέλιξης της ζωής και την αρχή όλων των αντανακλαστικών και αντιφάσεων μας.

Επειδή τίποτα και τα πάντα δεν αποτελούν ένα ωραίο παιχνίδι λέξεων για να κάνετε συνθήματα και να γεμίζετε φυλλάδια, γιατί τα συνθήματα και τα φυλλάδια πρέπει να συνοδεύονται από ενέργειες ώστε να είναι σε αρμονία, ας εφαρμόσουμε τις ιδέες μας στην πράξη.

Ο άδειος και παθητικός μηδενισμός είναι άχρηστος, ας καταστρέψουμε αυτήν την μόδα με την αναρχομηδενιστική δράση σαν σύγκρουση αστεριών σε μια σκοτεινή νύχτα που κινούνται χαοτικά και συνωμοτικά.

Σήμερα υπάρχουν πολλοί εμπνευσμένοι από τους Bruno Filippi και Renzo Novatore που είναι αφοσιωμένοι στην εξέλιξη των αντικοινωνικών τάσεων, από τη Χιλή στην Ελλάδα και σε όλες τις γωνιές του κόσμου ο πόλεμος συνεχίζεται …

Μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή του υπάρχοντος … για τον θρίαμβο του εαυτού και την ήττα της εξουσίας!

!Renzo Novatore, Παρόν!

(Μετάφραση Traces of Fire)

Τα Εξάρχεια ως κοινωνικό φαινόμενο Vol.1

(Λάβαμε 28/11/17)

Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει τα υποκείμενα τα οποία ζυμώνονται μέσα σε κάποιες κοινωνικές διεργασίες να συμβάλουν στη διαμόρφωση φαινομένων η εμβέλεια των οποίων ξεπερνά τις προσδοκίες , τις στοχεύσεις και ενδεχομένως τις ίδιες τους τις αναλύσεις. Όμως είτε έτσι είτε αλλιώς φαινόμενα προκύπτουν εντός της κοινωνίας σε διάφορα μάλιστα πεδία, και το καθένα από αυτά μπορεί να αναπτύξει μια κάποια δυναμική, όσο ιδιόμορφη κι αν είναι αυτή. Η μελέτη αυτών των φαινομένων κα των δυναμικών που αυτά προκαλούν, γίνεται πιο ολοκληρωμένα όταν χρησιμοποιείται ένα εξίσου μακροσκοπικό και μικροσκοπικό φίλτρο ανάλυσης για το αν είναι δυνατόν να εντοπιστούν και να τεθούν υπο διερεύνηση όλες οι πιθανές εκφάνσεις ενός τέτοιου φαινομένου. Βέβαια από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως ριζοσπάστες , ως φορείς μιας κριτικής αντίληψης ενάντια στο υπάρχον σύστημα εξουσίας όλη αυτή η μελέτη δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν εξυπηρετεί την ανάγκη για μια κοινωνιολογική διατριβή πανεπιστημιακού και διανοουμενίστικου χαρακτήρα αλλά την ίδια την ενδυνάμωση των όπλων και των εργαλείων της κριτικής και ριζοσπαστικής αμφισβήτησης. Γιατί η κριτική σκέψη είναι το πιο αιχμηρό όπλο που θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε.

Με αφορμή ένα γεγονός που απασχόλησε κεντρικά το δημόσιο διάλογο πριν λίγους μήνες και συγκεκριμένα με αφορμή το κάλεσμα της ΠΟΑΣΥ για συγκέντρωση στα Εξάρχεια στις 29/6/2017 αλλά και του πρόσφατου σοβαρότατου τραυματισμού του 16χρονου συντρόφου Κώστα Μπ. (τόσο από αστυνομικούς των ΜΑΤ που τον συνέλαβαν όσο και από ένα τροχαίο του οποίου οι συνθήκες είναι αδιευκρίνιστες) μετά τη σύλληψη του με την κατηγορία συμμετοχής του σε επεισόδια στα εξάρχεια προκύπτουν ξανά ζητήματα που φέρνουν στο προσκήνιο τα Εξάρχεια και το τι συμβαίνει σε αυτά. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα των Εξαρχείων απασχολεί διαρκώς, γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από διαφορετικούς πολιτικούς πόλους μάλιστα και αναμφισβήτητα ένα φλέγον θέμα της επικαιρότητας ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Γιατί όμως; Γιατί τα Εξάρχεια απασχολούν τόσο; Γιατί γίνεται τόσος πολύ ντόρος κάθε τρεις και λίγο για το θέμα αυτό; Tı είναι αυτό εν τέλει που καθιστά τα Εξάρχεια μια τόσο ιδιαίτερη περίπτωση; Αν μη τι άλλο χωρά σίγουρα πολύς σκεπτικισμός και προβληματισμός γύρω από το θέμα.

Λίγο ή πολύ έχουν γραφτεί αρκετές γραμμές κι έχει χυθεί αρκετό μελάνι για την πολεοδομική περιγραφή των Εξαρχείων. Μια γειτονιά στο κέντρο της πρωτεύουσας , ανάμεσα από τρεις διαφορετικές πανεπιστημιακές σχολές κτλ κτλ κτλ. Είναι τόσο χιλιοειπωμένα όλα αυτά που έχει καταντήσει κλισέ. Είναι αυτονόητο και λογικό πως μια τέτοια περιοχή θα αποκτήσει συνολικά το χαρακτήρα φοιτητικού στεκιού. Αυτό θα έχει ως συνέπεια τα διαμερίσματα της περιοχής να τα νοικιάζουν πολλοί φοιτητές από επαρχία ή μη, και τα καφενεία, μπαρ, ταβερνάκια θα προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός φοιτητικού καταναλωτικού κοινού και ότι η ευρύτερη περιοχή θα σφύζει προοδευτικά από φοιτητιώσα νεολαία, κάτι που από μόνο του δίνει μια άλλη ζωντάνια σε μια γειτονιά αν σκεφτούμε ότι δεν έχουν βγει τυχαία τα στερεότυπα για την έξαλλη φοιτητική ζωή. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα έβγαλαν στο προσκήνιο της ιστορίας κι ένα δυναμικό φοιτητικό κίνημα , θα τοποθετούσαν τα Εξάρχεια στο μάτι του κύκλωνα της ιστορίας (φυσικά τηρουμένων των αναλογιών και των μεγεθών πάντα). Τα Εξάρχεια λοιπόν έμελε να αποτελέσουν το ορόσημο του αντιδικτατορικού αγώνα μετά τα αιματηρά γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου το 1973 που έμειναν γνωστά και ως εξέγερση του πολυτεχνείου , μια εξέγερση που κατεστάλη βιαίως με τη συνδρομή πυροβολικού και τεθωρακισμένων του στρατού.

Από τις αρχές της μεταπολίτευσης και μετά, και με την ολοένα και περισσότερο δυναμική ανάπτυξη του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου τα στέκια, τα πολιτικά βιβλιοπωλεία και γενικώς οι ανατρεπτικοί χώροι μέσα στη γειτονιά των Εξαρχείων αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ολοένα προσθέτοντας και μια επιπλέον διάσταση στην περιοχή ως κέντρο διάχυσης ιδεών, ζυμώσεων εδαφικοποίησης του αγώνα κτλ κτλ. Παράλληλα όμως τα Εξάρχεια αρχίζουν να αποτελούν κι ένα σημείο αναφοράς, ένα μαγνήτη ας πούμε, για πολλά κομμάτια μιας νεολαίας απείθαρχης, εξοργισμένης, άγριας, ανυπότακτης και αρκετά συχνά εξεγερμένης. Με σημείο αναφοράς το καταληψιακό κίνημα της εποχής, τη διάχυση της αντικουλτούρας και της αντι-εμπορευματοποίησης , κι έναν άξονα γύρω από το underground μουσικό ρεύμα της punk σκηνής τα Εξάρχεια αρχίζουν να μπαίνουν πλέον σε μια νέα φάση καθώς το μείγμα όλων αυτών των ωσμώσεων αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εκρηκτικό. Αυτή η συγκεκριμένη νεολαία, με τις δικές της αντιφάσεις, τις όποιες συνειδησιακές ελλείψεις, τα όποια λάθη, ατέλειες κτλ αποτελεί το κοινωνικό προϊόν (ή το υποπροιόν) μιας ολόκληρης εποχής κάτι που δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να έχει ζήσει κανείς εκείνη την εποχή για να το καταλάβει αν και το βίωμα ασφαλώς δεν παίζει καθόλου αμελητέο ρόλο. Αυτή η εποχή λοιπόν χαρακτηρίζεται από δύο μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβάσεις , καθοριστικές μάλιστα για όλες τις μετέπειτα δεκαετίες: το πέρασμα από την εφτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974) σε μια πιο ομαλοποιημένη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία με την κατάργηση της μοναρχίας και την νομιμοποίηση της αριστεράς από τη μια καθώς και η άνοδος στην εξουσία μιας εμφανιζόμενης ως ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας η οποία τελικώς έμελε να αποτελέσει και το πιο αποτελεσματικό οδοστρωτήρα του ριζοσπαστικού κοινωνικού ανταγωνισμού (χωρίς δυστυχώς να αφήσει σχετικά πολιτικά διδάγματα για το μέλλον). Ακόμα και από μεγάλη χρονική απόσταση μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι αυτές οι δυο μεταβάσεις επέδρασαν καταλυτικά στο κοινωνικό πεδίο, η κάθε μια με τον ιδιαίτερο δικό της τρόπο και παρά τα ξεχωριστά και επιμέρους διαφοροποιητικα τους χαρακτηριστικά δε θα μπορούσαν παρά να έχουν σημαντική αντανάκλαση σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας που άρχισαν να αγκαλιάζουν το κοινωνικό περιθώριο και να θεωρούν τα Εξάρχεια ως την ευρύτερη πατρίδα τους.

Δεν έχει νόημα να πλατιάσει άλλο αυτή η ιστορική αναδρομή ούτε να αναλυθεί περισσότερο η κατάσταση μέχρις αυτού του σημείου γιατί θα κούραζε. Σημασία έχει να κοιτάξουμε από εκεί και πέρα τι συμβαίνει. Κι αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ο σχηματισμός μιας συγκεκριμένης δυναμικής που πλέον εκφράζεται σταθερά στην περιοχή εδώ και 40 χρόνια. Μια δυναμική που εμφανίζει κάποια ριζοσπαστικά γνωρίσματα τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά καθώς ένας ολόκληρος χώρος αρχίζει να τροφοδοτείται, λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα την εποχή, από κομμάτια αυτής ακριβώς της νεολαίας που στην πάροδο του χρόνου δεν εγκατέλειψε, δεν αφομοιώθηκε αλλά συνέχισε.

Αυτή η δυναμική λοιπόν , σαφέστατα συγκρουσιακή, σαφέστατα εξεγερτική πότε εκδηλωνόταν πιο αυθόρμητα και χύμα και πότε πιο συγκροτημένα και οργανωμένα. Οι ταραχές και οι συμπλοκές με τις δυνάμεις καταστολής αποτέλεσε ένα ενδημικό φαινόμενο τέτοιο που έκανε γνωστά τα εξάρχεια σε κάθε σημείο της οικουμένης στην οποία υπάρχει ένα ριζοσπαστικό κίνημα κάποιας μορφής (στο δυτικό κόσμο τουλάχιστον δε μπορεί κάτι τέτοιο να ειπωθεί και για τα ριζοσπαστικά κινήματα του τρίτου κόσμου) ως riot zone (και όχι ως freethought zone) και συχνά πυκνά τα ΜΜΕ μονοπωλούσαν την επικαιρότητα με εικόνες από τις ταραχές των Εξαρχείων. Είτε όμως οι συγκρούσεις και οι επιθέσεις ήταν μαζικές και αυθόρμητες είτε πιο ολιγοπληθείς, συνωμοτικές και οργανωμένες, είτε ήταν περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικές (με το αποτέλεσμα να κρίνεται από υλικές φθορές , τραυματισμούς μπάτσων και αποφυγή τραυματισμών ή συλλήψεων/προσαγωγών από την άλλη μεριά, είτε φαινόταν να προκύπτουν από κάποια αιτία είτε όχι, αποτέλεσαν αρκετές φορές την αιχμή του δόρατος του κοινωνικού ανταγωνισμού ακόμα και σε νεκρές περιόδους απόλυτης κοινωνικής ειρήνης. Και φυσικά για αυτό και αποτέλεσε και το προσωπικό στοίχημα κάθε πολιτικής διαχείρισης της εξουσίας (είτε προοδευτικής είτε συντηρητικής) η καταστολή αυτής ακριβώς της δυναμικής που αναπτυσσόταν στα Εξάρχεια. Κάτι που στην πάροδο του χρόνου δεν αποδείχθηκε καθόλου εύκολη υπόθεση καθώς όπως μπορόυμε να δόυμε όλοι η δυναμική αυτή υφίσταται ακόμα.

Για την καταστολή αυτής της εξεγερτικής ορμής με τον τρόπο που εκδηλωνόταν στα Εξάρχεια επιστρατεύθηκαν κατά καιρούς διάφορες στρατηγικές αλλά αν γίνεται να ξεχωρίσουμε δυο από τις βασικότερες και πιο συνεκτικές μπορούμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δυο τέτοιες: τη στρατηγική μηδενικής ανοχής και τη στρατηγική ήπιας καταστολής. Αν κοιτάξουμε συνολικά αυτήν την ιστορία από την αρχή του νήματος ως τώρα θα δούμε ότι αυτές οι κατασταλτικές λογικές διαδέχονταν η μία την άλλη ανά εποχή και ανά κυβερνητική θητεία αλλά είναι αυτονόητο ότι καμιά τους δεν κατάφερε ένα οριστικό και μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα καθώς όπως γράφτηκε πιο πάνω ακόμα και σήμερα πνέει στα Εξάρχεια αυτή η εξεγερτική πνοή. Όλες αυτές τις δεκαετίες εκατοντάδες (αν όχι και χιλιάδες στο σύνολο τους) νεαρά άτομα έχουν εμπλακεί στις σε τέτοια γεγονότα, έχουν συγκρουστεί, συλληφθεί ή προσαχθεί, έχουν τραυματιστεί περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά σε κάποιο ΑΤ ή την ασφάλεια ή ακόμα και στη μέση του δρόμου, κάποια λιγότερα έχουν προφυλακιστεί κατά καιρούς ενώ έχουν σημειωθεί και δυο περιπτώσεις με δυο έφηβους συντρόφους νεκρούς από αστυνομικά πυρά, κάτι που άναψε τη σπίθα για το ξέσπασμα ευρύτερων εξεγερτικών γεγονότων που μάλιστα ξέφυγαν από τα Εξάρχεια και αποτέλεσαν πηγή έντονης ριζοσπαστικοποίησης κάποιων γενιών και ορόσημο εξέγερσης για τις όλες τις επόμενες. Όλες αυτές τις δεκαετίες έχουν σημειωθεί προφανώς υπολογίσιμες υλικές φθορές σε κρατικοκαπιταλιστικούς στόχους, έχουν υπάρξει καμένα περιπολικά, κλούβες, μπατσομηχανές, τραυματίες μπάτσοι, όπως επίσης έχουν υπάρξει και φθορές σε υποδομές του πολεοδομικού κλεινών άστυ ( φανάρια, καρτοτηλέφωνα, παγκάκια, στάσεις λεωφορείων, λεωφορεία κτλ) που άλλοτε μπορεί να ήταν σκόπιμες και αποτελεσματικές, άλλοτε άσκοπες και ολότελα περιττές.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα αυτών των δεκαετιών, είναι λες και υπάρχει η σιγανή φωτιά ενός ακήρυχτου μικρού πολέμου στα εξάρχεια στον οποίο φυσικά δε νικάει κανείς ποτέ με αποτέλεσμα να συνεχίζεται και να συνεχίζεται… Όσες συντονισμένες προσπάθειες καταστολής κι αν έγιναν αν κατόρθωσαν να πετύχουν κάτι αυτό ήταν πάντοτε βραχυπρόθεσμο. Η λογική μηδενικής ανοχής όπως αυτή έχει επιχειρηθεί να εφαρμοστεί ανά καιρούς από διάφορες κυβερνήσεις συνήθως ακολουθείται από μια αποτυχημένη λογική κατευνασμού. Η διαφορά μεταξύ των δυο διαφορετικών στρατηγικών καταστολής προφανώς δεν έχουν να κάνουν με περισσότερο καλόκαρδες ή κακόκαρδες κυβερνήσεις και πολιτικούς (αν και καμιά φορά γίνεται το λάθος να περνιούνται για τέτοιοι) αλλά με μια προσπάθεια ισορροπίας σε ένα τεντωμένο σκοινί μεταξύ κόστους ανοχής και κόστους καταστολής. Έχουν υπάρξει πολλές φορές όλες αυτές τις δεκαετίες υπουργοί δημόσιας τάξης των οποίων υπήρξε και προσωπική εμμονή η αντιμετώπιση του φαινομένου ¨Εξαρχεια¨ αλλά ακόμα κι όταν η γειτονιά γέμιζε διμοιρίες, ακόμα κι όταν πνιγόταν στα χημικά και τα δακρυγόνα και τα ΑΤ γέμιζαν διαρκώς προσαχθέντες και συλληφθέντες, ακόμα κι όταν η κρατική βία χτύπαγε κόκκινο με αποτέλεσμα υπερβολική τρομοκρατία στην περιοχή, σοβαρούς και επικίνδυνους τραυματισμούς ανθρώπων, ακόμα κι όταν κινηματικές δομές, χώροι, καφενεία κτλ δέχονταν σφοδρές επιθέσεις από δυνάμεις καταστολής, ακόμα και τότε λοιπόν, έστω κι αν αυτή η δυναμική υποχωρούσε προσωρινά , και πάλι υπήρχε πρόβλημα. Διότι έστω και για αυτήν την προσωρινή υποχώρηση είχαν επιστρατευτεί υπερβολικά πολλές αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή κάτι που δημιουργούσε ένα καθεστώς ειδικής εξαίρεσης , η αστυνομική βία και αυθεραισία ήταν τέτοιες που αναπόφευκτα θα προκαλούσαν μια κοινωνική κατακραυγή και το πιο σημαντικό από όλα υπήρχε πάντα το ρίσκο να προκληθεί το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: αντί για την επικράτηση του τρόμου, του φόβου και της ηττοπάθειας δηλαδή είναι δυνατόν να σφυρηλατηθεί ένα ακόμα μεγαλύτερο μίσος για την αστυνομία και το κράτος και να υπάρξει μια ακόμα μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση της επόμενης γενιάς που θα αρκεί ίσως ένα μόνο γεγονός για να εκραγεί σε όλη της την απρόβλεπτη ορμή. Κάτι το οποίο συνέβη διάφορες φυσικά εποχές με αποτέλεσμα όλοι οι υπουργοί που επιχείρησαν κάτι τέτοιο να υποστούν ως ένα βαθμό, (μεγαλύτερο ή μικρότερο) μια πολιτική φθορά. Το δόγμα μηδενικής ανοχής λοιπόν δεν κατάφερε ως τώρα να φέρει μόνιμα αποτελέσματα γιατί η ωμή και στυγνή κρατική βία που προϋποτίθεται για κάτι τέτοιο πάντα θα προκαλεί μακροπρόθεσμα περισσότερο μίσος παρά φόβο. Κι αυτό μπορεί να το παραβλέπουν κατά καιρούς μερικοί κοντόφθαλμοι πολιτικά πολιτικοί νομίζοντας και φιλοδοξώντας να διακριθούν εκεί που άλλοι απέτυχαν αλλά στο τέλος των πραγμάτων αντιλαμβάνονται ότι ήταν πιο σύνθετη υπόθεση από αυτή που νόμιζαν.

Στον αντίποδα βέβαια αυτής της κατασταλτικής λογικής βρίσκεται μια άλλη, πιο κατευναστική όπως ειπώθηκε παραπάνω, που συχνά ονοματίζεται ως ήπια καταστολή. Συνήθως αυτό το δόγμα αρχίζει να βρίσκει την πρακτική του εφαρμογή στην περιοχή των εξαρχείων όταν τα πράγματα «μπουκώνουν», όταν δηλαδή η ωμή καταστολή έχει φτάσει σε ένα όριο που φαίνεται πως δεν τραβάει και δεν σηκώνει άλλο, κι ότι αρκεί ένα τσαφ για να σκάσει μια υπερβολικά συμπιεσμένη κατάσταση. Τότε λοιπόν αυτό που παρατηρείται είναι ένα χαλάρωμα της πίεσης. Οι αστυνομικές δυνάμεις αποσύρονται από κάποια πόστα γύρω από την περιοχή και περιορίζονται σε κάποια σταθερά καίρια σημεία λίγο πιο πέρα, οι προσαγωγές-εξακριβώσεις προσώπων που μπαινοβγαίνουν στην περιοχή περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό και το ίδιο συμβαίνει και με τις τυχαίες διελεύσεις πληρωμάτων περιπολικών, αστυνομικών μηχανών κτλ ενώ ηπιότερη είναι και η στάση της αστυνομίας σε αρκετές περιπτώσεις εκδήλωσης επεισοδίων καθώς υπάρχουν σαφείς εντολές για περισσότερη αυτοσυγκράτηση και οδηγίες για λιγότερες συλλήψεις-προσαγωγές κάτι που προκαλεί και το μένος πολλές φορές των συνδικαλιστικών οργάνων της αστυνομίας που καταγγέλλουν την εκάστοτε κυβέρνηση για πολιτική αβουλία που κάνει τους αστυνομικούς σάκους του μποξ. Αυτή η κατασταλτική εφαρμογή πέρα από ότι δίνει στην κάθε κυβέρνηση που θα την ακολουθήσει ένα προοδευτικό πλεονέκτημα έχει και κάποια άλλα επιπλέον οφέλη αλλά και ρίσκα. Σε πρώτη φάση καταρχάς το χαλάρωμα της πίεσης μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο να συμβεί κάτι τραγικά αναπάντεχο στην περιοχή με αποτέλεσμα την πρόκληση γεγονότων υψηλού πολιτικού κόστους για την οποιαδήποτε κυβέρνηση. Αυτό εξασφαλίζει ένα κάποιο λιγότερο άγχος από το συγκεκριμένο κοινωνικό μέτωπο δίνοντας την άνεση να επικεντρωθεί το κέντρο της προσοχής σε άλλες πολιτικές και κοινωνικές ατζέντες χωρίς το φόβο ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεφύγει η κατάσταση. Σταθεροποιείται εν μέρει δηλαδή ο έλεγχος δια της ηπιότερης καταστολής περιορίζοντας τον κίνδυνο εκτροπής στο ελάχιστο δυνατό. Ταυτόχρονα όμως δίνει ευκαιρία σε κόσμο που δραστηριοποιείται στις σταθερές δομές αγώνα στην περιοχή όπως στέκια/καταλήψεις/κοινωνικοί χώροι να απολαύσει περισσότερο το οξυγόνο που απελευθερώνεται από αυτό το χαλάρωμα της πίεσης με αποτέλεσμα να ξεκινάει μια διαφορετική επαναξιολόγηση της κατάστασης. Έτσι λοιπόν αρχίζουν να εμφανίζονται τα συμπτώματα ενός πολιτικού ρεαλισμού από τα lidle που σε μια δήθεν κορυφαία αξιακή ζυγαριά τοποθετεί πιο ψηλά την ασφάλεια και σταθεροποίηση των κινηματικών δομών αυτών από την εκδήλωση αυτής της εξεγερτικής δυναμικής καθώς παραγνωρίζεται τελείως η όποια διαλεκτική σχέση ανάμεσα τους ότι δηλαδή το όποιο έδαφος αγώνα στα εξάρχεια δεν έχει κατακτηθεί και κατοχυρωθεί έξω από ένα πλαίσιο κοινωνικού ανταγωνισμού στον οποίον όμως προφανώς η απρόβλεπτη και ορμητική δυναμική των συχνών επεισοδίων έχει συμβάλει με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο έστω κι αν αυτό δε φαίνεται ή δε γίνεται παραδεκτό από την εξουσία. Πότε εξάλλου έχει παραδεχτεί ανοιχτά η οποιαδήποτε εξουσία ότι η όποια μορφής εξεγερτική βία διαμορφώνει κοινωνικούς συσχετισμούς; Το ότι δε γίνεται όμως αυτή η ανοιχτή παραδοχή δε θα έπρεπε να είναι λόγος για να τη μη λαμβάνουμε υπόψιν και τα ριζοσπαστικά υποκείμενα πόσο μάλλον να εκμηδενίζουμε έξω και πέρα από κάθε επίπεδο διαλεκτικής ή κριτικής ανάλυσης τον ρόλο που παίζει όλη αυτή η δυναμική στη διαμόρφωση συσχετισμών που ευνοούν και το ίδιο το κίνημα. Κι όμως σχεδόν κάθε φορά που αρχίζει η πρακτική εφαρμογή του παραπάνω κατασταλτικού σχεδίου υπάρχουν πάντα εκείνοι και εκείνες που θα πέσουν σε αυτήν ακριβώς την παγίδα και ως αποτέλεσμα δημιουργούνται μέτωπα διαίρεσης μέσα στο χώρο. Το πιο τραγικό βέβαια πέρα από την ίδια την παγίδα στην οποία πιάνεται κόσμος είναι ότι ανάμεσα σε αυτούς που πιάνονται μπορεί να είναι και άτομα από παλιότερες φουρνιές αγωνιστών πολλοί από τους οποίους ενδεχομένως ζυμώθηκαν/πλάστηκαν/καθοριστήκαν πολιτικά σε μεγάλο βαθμό χάρη σε τέτοια γεγονότα, χάρη σε αυτήν ακριβώς τη δυναμική την οποία μπορεί τώρα να θεωρούν εντελώς μάταιη, περιττή, άχρηστη ή και βλαπτική αγνοώντας ότι χωρίς την ύπαρξη της οποίας πολύ πιθανόν να μην ήταν τα άτομα που είναι σήμερα. Φτάνουν έτσι στο σημείο να επιθυμούν την παύση , την καταστολή, τον έλεγχο και την εξαφάνιση ίσως της δυναμικής αυτής. Τα επιχειρήματα βεβαίως που συνηγορούν σε όλα αυτά μακράν απέχουν από το να χαρακτηριστούν όχι μόνο σοβαρά αλλά και πολιτικά. Αντίθετα μπορούν σίγουρα να χαρακτηριστούν πολωτικά από μόνα τους και στην πλειοψηφεία τους είναι απλώς σπέκουλα η οποία δίνει επι τούτου ανισόβαρο κέντρο προσοχής στις όποιες υπαρκτές ομολογουμένως αρνητικές πλευρές του φαινομένου αυτού (κανείς δε θέλει να το εξωραΐσει επομένως δεν έχει νόημα να αρνούμαστε ότι υπάρχουν και τέτοιες) οι οποίες μπορεί να εντοπιστούν σε μη πολιτικά ορθές καταστροφές, ή σε ζημιές σε μικρές ιδιωτικές περιουσίες ή ακόμα ακόμα και στις όποιες υπαρκτές ίσως αντιφάσεις, ελέιψεις, ανεπάρκειες κάποιων εκ των δρώντων σε τέτοια γεγονότα. Το αποτέλεσμα φυσικά όλου αυτού είναι η δημιουργία ενός άκρως διαιρετικού κλίματος που δημιουργεί εντάσεις , εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις μεταξύ δομών, συλλογικοτήτων και ανένταχτου κόσμου κι ένα κύκλό εσωστρεφούς αντιπαράθεσης που ευνοεί τον οπαδισμό, το φανατισμό και τον παραγοντισμό των πιο οργανωμένων συνιστωσών, από κάθε πλευρά φυσικά.

Όλη αυτή η κατάσταση δε συμβαίνει απλώς σε γνώση της πολιτικής εκπροσώπησης της εξουσίας αλλά είναι και μια από τις βασικές της επιδιώξεις. Έίναι ένας στρατηγικός στόχος, ένας κατασταλτικός δούρειος ίππος προκειμένου να είναι πιο δυνατή η εγκατάλειψη ενός κατασταλτικού μοντέλου μηδενικής ανοχής που θα μπορούσε να έχει πολιτικό κόστος. Η εσκεμμένη χαλάρωση της κατασταλτικής πίεσης οδηγεί μοιραία κάθε φορά , με μαθηματική ακρίβεια σχεδόν καθώς πάντα πατάει κόσμος αυτή τη μπανανόφλουδα, σε ένα σκόπιμο διαίρει και βασίλευε όπου κάποιοι μέσα στο χώρο που δραστηριοποιούνται στην περιοχή πολιτικά θα διεκδικήσουν οι ίδιοι αυτό τον εσωτερικό κατασταλτικό ρόλο προκειμένου να διασφαλίσουν, κατά τη στρεβλή αντίληψη τους περί διασφάλισης, τα όποια κεκτημένα και εδάφη αγώνα μπορούν θεωρητικά να τεθούν σε κίνδυνο. Φυσικά καθώς πάντα είναι άκομψο να έχεις ένα τέτοιο ρόλο θα υπάρξει και η αντίστοιχη πολιτική και επικοινωνιακή επένδυση ώστε να είναι κινηματικά πιο αποδεκτό , τουλάχιστον σε εκείνα τα κομμάτια του κινήματος που παραδοσιακά ρέπουν στη συντήρηση και όχι στο ριζοσπαστισμό. Θα ειπωθούν πράγματα για πολιτοφυλακές ενάντια στις αντικοινωνικές πρακτικές, ενάντια στη θολή εξεγερτικότητα, ενάντια στον απολίτικο χουλιγκανισμό και μάλιστα θα είναι δώρου θεού αν δωθεί και μια καταπληκτική ευκαιρία όλο αυτό να συγκεραστεί σε έναν κινηματικό μετωπικό αγώνα ενάντια στον ‘κοινωνικό κανιβαλισμό’ με προμετωπίδα την αντιμετώπιση υπαρκτών φυσικά προβλημάτων που μπορεί να δημιουργούν παραβατικές ομάδες του κοινωνικού περιθωρίου που τυχαίνει να ασχολούνται με ναρκεμπόριο ή άλλες εχθρικές για την αντίληψη του αγώνα δραστηριότητες. Για να μην είναι δε όλη αυτή η προπαγάνδα και αντίθετη προς το πρότερο πολιτικό βίο τους που μπορεί να διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στις ζυμώσεις που προκύπτουν σε τέτοια γεγονότα (γιατί αναμφίβολα προκύπουν τέτοιες και όποιος/α το αρνείται απλά εθελοτυφλεί και μάλιστα ελιτίστικα) πείθουν τους ίδιους τους εαυτούς τους ότι στο παρελθόν ήταν αλλιώς τα πράγματα, ότι υπήρχαν πραγματικοί λόγοι σύγκρουσης ενώ τώρα όχι, ότι τότε ήταν πιο σοβαρά και ώριμα τα υποκείμενα των συγκρούσεων και διάφορα άλλα τέτοια που περισσότερο φανερώνουν απλώς ένα ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας απέναντι στον εαυτό τους παρά μια ουσιαστική πολιτική επιχειρηματολογία. Όχι γιατί οι συνθήκες ανάμεσα σε κάθε εποχή είναι ίδιες, προφανώς υπάρχουν διαφορές καθώς από εποχή σε εποχή και γενιά με γενιά αλλάζει ίσως και ραγδαία το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Οι όποιες μεταβολές όμως συντελούνται δεν έχουν αλλάξει καθοριστικά ούτε την ποιότητα των υποκειμένων όυτε και των γεγονότων αυτών κάθε αυτών .Ε και μη γελιόμαστε οι λεγόμενες καφρίλες ή αστοχίες γινόντουσαν ανέκαθεν όπως επίσης ανέκαθεν υπήρχαν μεμονωμένα άτομα ή παρέες άκρως προβληματικά μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα. Όπως επίσης πάντα υπήρχαν αυτά τα ίδια στρατόπεδα μέσα στο χώρο που αντιπαρατίθονταν μεταξύ τους και το μόνο που άλλαζε σε αυτό πολλές φορές ηταν η μεταστροφή κάποιων από τη εξεγερτική στη πυροσβεστική πλευρά για τους όποιους δικούς τους λόγους προσωπικούς ή πολιτικούς (αδιάφορο εν προκειμένω.)

Βέβαια αυτή η δοκιμασμένη κατασταλτική λογική δεν αφορά μόνο τα εξάρχεια φυσικά αλλά είναι ολόκληρη σχολή και αντίληψη καταστολής καταπιεσμένων πληθυσμών και ανατρεπτικών/ριζοσπαστικών κινημάτων και έχουν γραφτεί μεγάλα κέφαλαια στην παγκόσμια ιστορία από τα αποτελέσματα της εφαρμογής της. Στα εξάρχεια απλώς τη βλέπουμε να εκδηλώνεται σε μια μικρή κλίμακα ανάλογη των μεγεθών που υφίστανται εκεί. Είναι σημαντικό όμως ότι αυτή η πείρα υπάρχει καταγεγραμμένη στην υδροκέφαλη μνήμη της συνολικής κυριαρχίας και αποτελεί ως ένα βαθμό και μια μορφή πολιτικής υψηλού επιπέδου καθώς το αποτέλεσμα είναι μια καταστολή κομψού χαρακτήρα με την ελάχιστη δυνατή θεσμική βία και την ελάχιστη δυνατή πρόκληση περεταίρω ριζοσπαστικοποίησης αλλά από την άλλη με τη μέγιστη δυνατή ενσωμάτωση και τη μέγιστη δυνατή εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης μακροπρόθεσμα. Αυτό φυσικά αν πετύχει γιατί διατρέχει το δικό της ρίσκο πάντα. Γιατί αν παρ΄ ελπίδα αποτύχει η διαμόρφωση αυτού του διαιρετικού κλίματος αντί για μια εσωτερική καταστολή ή έλεγχο αυτής της δυναμικής με την ελάχιστη δυνατή εμπλοκή της αστυνομίας μπορεί να προκύψει ένα εντελώς άλλο αποτέλεσμα. Να διαμορφωθεί ένα διαρκώς εντεινόμενο κλίμα αυτοπεποίθησης και σε άτομα και σε παρέες συλλογικότητες κτλ καθώς μια παρατεταμένη πολιτική ήπιας καταστολής σε όλο και συχνότερα δυναμικά γεγονότα θα δημιουργήσει τους όρους ενός πολιτικού τετελεσμένου σε μια τύποις παραδοχή της εξουσίας ότι αδυνατεί ή ότι δεν βούλεται να σηκώσει το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η επιλογή της άμεσης και ωμής καταστολής. Αυτή η άτυπη παραδοχή δημιουργεί ένα βραχυκύκλωμα, ένα κενό πίεσης αρκετό ώστε να δυναμικά γεγονότα να αρχίσουν να πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο , πετυχαίνοντας το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Δεδομένης της πολλαπλασιαστικής ισχύς των γεγονότων πολλαπλασιάζεται αντίστοιχα και η συλλογική αυτοπεποίθηση (το Α και το Ω κάθε σοβαρού και ριζοσπαστικού ανατρεπτικού κινήματος) και το εξεγερσιακό φρόνημα και έτσι τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου καταστολής όχι μόνο ακυρώνονται και μένουν στο χαρτί αλλά προκαλείται και μια δυσαρέσκεια στα πιο συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας που εκλαμβάνουν αυτήν την πολιτική ως αδυναμία της κρατικής οντότητας στην οποία επενδύουν την ανάγκη για τους για τάξη και ασφάλεια. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που όταν διανύουμε μια τέτοια περίοδο αρχίζουν οι αντιπολιτευτικές κορώνες απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση που την εγκαλούν είτε για αδυναμία είτε για αβουλία ούτε και το γεγονός ότι πολλά αντιπολευτικά ΜΜΕ προβαίνουν σε μια στατιστική ανάλυση και σύγκριση των καταγραφών της πολλαπλασιαστικής εκδήλωσης ταραχών στην περιοχή με αναλυτικούς πίνακες και σχεδιαγράμματα , ούτε και ότι αρχίζει να γίνεται πολιτικό αίτημα πλέον η επαναφορά σε ένα δόγμα μηδενικής ανοχής για την κατάπνιξη και αντιμετώπιση της ενδυνάμωσης του φαινόμενου. Και σε όλη αυτή τη δημιουργία πολωτικού κοινωνικού και πολιτικού κλίματος θα ακουστούν φωνές που θα μιλούν για άβατα, για κατάλυση του κράτους και του δικαίου και στις πιο ακραίες βερσιόν για πολιτικές πλάτες στους μπαχαλάκηδες. Η αλήθεια πίσω από αυτή την πολιτική σπέκουλα είναι φυσικά ότι προφανώς και τραυματίζεται διαρκώς επικοινωνιακά η εικόνα ενός κράτους και μάλιστα ενός ευνομούμενου κράτους μιας δημοκρατικής κοινωνίας μιας χώρας που έχει υιοθετήσει τα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού και κουλτούρας. Είναι ένα τραύμα στην εικόνα του κράτους, στο image της μητρόπολης τα πλάνα από τις ταραχές, τους βανδαλισμούς και τις καταστροφές και μάλιστα όσο περισσότερο εκτείνονται αυτές στον αστικό ιστό τόσο μεγαλύτερο είναι και η συντελούμενη ζημιά στο image αυτό καθώς δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι δεν λειτουργεί καλά στο σύστημα, ότι η πολιτεία δεν κάνει καλά τη δουλειά της, ότι η αστυνομία ενδεχομένως δεν κάνει καλά τη δουλειά της, ότι η δικαιοσύνη ίσως δεν κάνει καλά τη δουλειά της και ότι γενικά ότι ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ύψος των περιστάσεων. Αυτή η ζημιά δεν είναι μικρή και όσοι σπεύδουν να την αγνοήσουν παραγνωρίζουν την κοινωνική πόλωση που αυτή προκαλεί και για κάποιους από μας μπορεί στην τελική να είναι και ευκταία αλλά πάνω από όλα αγνοεί ότι η εικόνα ενός τραυματισμένου κράτους ,ακόμα κι αν εμείς ξέρουμε ότι το κράτος σαν κράτος έχει όλα τα μέσα και την υπεροπλία να επιβληθεί, αυτή η εικόνα λοιπόν είναι και αυτό που καθιστά τα εξάρχεια ένα μαγνήτη για τα πιο εξεγερμένα κομμάτια της νεολαίας. Γιατί αν αρχίζει να δίνεται γενικώς η εντύπωση ότι η τάξη και ο νόμος δεν μπορούν να επιβληθούν φυσιολογικά σε μια περιοχή όπως οπουδήποτε αλλού, τότε αυτή η περιοχή πολύ σύντομα θα αρχίσει να γίνεται και τόπος προορισμού για κάθε κοινωνικό υποκείμενο που επιζητά την ιδέα αυτής της αταξίας και ανομίας. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι συνθήκες που ευνοούν την επιστροφή σε ένα μοντέλο μηδενικής ανοχής το οποίο πατάει και πάνω στη λεγόμενη ‘θεωρία των σπασμένων τζαμιών’ τη δραστική και δυναμική αντιμετώπιση δηλαδή κάθε παραβατικού φαινομένου στην αρχή της εκδήλωσης του ώστε ¨η τάση να μην εξελιχθεί σε κύμα¨ . Και κάπως έτσι έχει χτιστεί αυτός ο φαύλος κύκλος που κάνει και τα εξάρχεια ιδιαιτερότητα.

Το γεγονός ότι πολιτειακά δεν έχει δοθεί λύση σε αυτό το φαινόμενο δεκαετιών παρόλο που αυτές οι δυο βασικές λογικές καταστολής αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη εδώ και 40 χρόνια από μόνο του δημιουργεί αυτή την ιδιομορφία της περιοχής. Μια ιδιομορφία όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα αλλά και για τα διεθνή καθώς είναι μια ενοχλητική για το κράτος κατάσταση που αλλού δεν παρουσίαζεται και όταν λέμε αλλού σε καμία άλλη σύγχρονη ευρωπαϊκή μητροπολιτική πρωτεύουσα, όχι τουλάχιστον με αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι μια αποκλειστικότητα της ελληνικής πραγματικότητας και ταυτόχρονα μια τεράστια δυσαρμονία για μητρόπολη με ευρωπαϊκά στάνταρ. Στη σύγχρονη διαμόρφωση του πολεοδομικού πεδίου , ακολουθείται διεθνώς μια αισθητική κλινικής αποστείρωσης γειτονιών, δρόμων, ολόκληρων πόλεων η οποία πέρα από το αποκρουστικό αισθητικό κομμάτι της έχει εγγραμένο στο DNA της την ιδέα της καταστολής. Ολοένα και περισσότερο ελεγχόμενα αστικά περιβάλλοντα, με κάμερες επιτήρησης, μια κλινική καθαρότητα νοσοκομείου, μια εντεινόμενη αστυνομική παρουσία και μια ισοπεδωτική, σαρωτική, ολοκληρωτική αίσθηση ελέγχου. Και για αυτά τα πρότυπα τα εξάρχεια δεν είναι απλώς δυσαρμονία, ή παραφωνία καθώς όλο το υπόλοιπο αστικό περιβάλλον αρχίζει να ανταπεξέρχεται στα πρότυπα αυτά. Είναι μια διαρκής ανωμαλία , μια απίστευτα ενοχλητική στατιστική απόκλιση, είναι μια εικόνα από ένα παρελθόν τριτοκοσμικής χώρας, ένα παρελθόν που πρέπει πάση θυσία να διαγραφεί και να ξεχαστεί ή να μείνει ίσως στην ιστορία ως μια ατυχής παρενέργεια του φαινομένου της μεταπολίτευσης. Ταυτόχρονα είναι και ένα διαρκές αγκάθι στο πλευρό της κυριαρχίας καθώς κάθε εξεγερτικό συμβάν που συμβαίνει στην περιοχή, κάθε πέτρα ή μολότοφ που πέφτει ακόμα κι αν δεν βρίσκει κανένα στόχο , είναι μια ενοχλητική δήλωση ότι εδώ τα πράγματα δε λειτουργούν κανονικά , ότι εδώ τα πράγματα τελούν σε ένα καθεστώς διαρκούς αμφιβήτησης της τάξης, ότι εδώ η κεντρική εξουσία δε μπορεί να ελέγξει το περιβάλλον όπως οπουδήποτε αλλού. Το δε μπορεί αυτό όχι με την κυριολεκτική έννοια ασφαλώς. θα ήταν αφελές , αστείο σχεδόν , να υποστηριχθεί ότι το κράτος δε μπορεί να καθαρίσει τα εξάρχεια μια και καλή. Οι φωνές που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο ασκούν μια δεξιά ή μια ακροδεξιά σπέκουλα απλώς. Είναι αυτονόητο ότι η εξουσία διαθέτει όλη την φυσική υπεροπλία και το έμψυχο δυναμικό και ότι θα μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να καταστείλει αδυσώπητα τα εξάρχεια. Η καταστρατήγηση όμως όλων αυτών των δυνάμεων και της απαιτούμενης κατασταλτικής βίας, καθώς και τα μονιμοποιημένα μέτρα καταστολής και η σε βάθος χρόνου εφαρμογή τους για την εξασφάλιση μιας ριζικής λύσης καταλαβαίνουμε όλοι πόσο θα κοστίσει και πολιτικά και οικονομικά από άποψη κατασπατάλησης πόρων και φυσικά από μόνη της η εικόνα μιας διαρκώς υπερβολικά αστυνομοκρατούμενης περιοχής θα δημιουργεί ένα καθεστώς εξαίρεσης που πάλι δεν ταιριάζει με τα στάνταρ και τα πρότυπα μιας φυσιολογικά ελεγχόμενης περιοχής οπότε πάλι θα αποτελεί μια παραδοχή ότι υπάρχει ένα διαρκές πρόβλημα οπότε είναι ένα διαρκές στρατηγικό αδίεξοδο για την εξουσία. Επίσης τίποτα δεν αποκλείει και την περίπτωση ενός ατυχήματος. Δε μπορείς να επιστρατεύσεις τόση ωμή βία και καταστολή χωρίς να μην υπολογίζεις την πιθανότητα κάτι να πάει υπερβολικά εκτός σχεδίου με απρόβλεπτα αποτελέσματα, ένας λίγο πιο εκνευρισμένος ή αγχωμένος αστυνομικός, μια εκπυρσοκρότηση ή σκόπιμη θανάσιμη βολή, μια θανατηφόρα γκλοπιά σε ένα πιο ευαίσθητο κεφάλι, μια θανάσιμη κρίση δύσπνοιας από τους τόνους παράνομων και ληγμένων χημικών και δακρυγόνων ή όπως πρόσφατα ένας σοβαρότατος τραυματισμός σαν αυτός του συντρόφου Κώστα Μπ. που τον έριξε σε κώμα και όλα μπορούν να τιναχτούν στον αέρα. Και τότε ποιος θα αναλάβει το πολιτικό κόστος και ποιος θα διαχειριστεί την όποια κρίση προκύψει από ότι κι αν είναι αυτό που θα ξεσπάσει; Για αυτό καλό θα είναι όταν μιλάμε για επαναλαμβανόμενες γραφικότητες και ακίνδυνα εκτονωτικά γεγονότα απολίτικης βίας χωρίς κοινωνική γείωση να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ιστορία που έχει γραφτεί στην περιοχή έχει γραφτεί με αίμα κατά τη διάρκεια τέτοιων γραφικοτήτων και τέτοιων ακίνδυνων εκτονωτικών γεγονότων. Κι ότι από τη στιγμή που σταθερά σε μια περιοχή η έμπρακτη αμφισβήτηση του νόμου και της κεντρικής εξουσίας παίρνει τη μορφή που παίρνει ο παράγοντας του κινδύνου είναι διαρκής διότι αυτό που σήμερα η εξουσία αφήνει να εκτυλίσσεται ως γραφικότητα αύριο μπορεί να το αντιμετωπίσει με μια επιχείρηση αρετή , μια εκκένωση του πολυτεχνείου και σύλληψη περίπου 500 ατόμων , μια διαρκής αστυνομοκρατία μιας ολόκληρης περιοχής και μετατροπής της σε θάλαμο αερίων, μιας σειράς ατελείωτων φακελωμάτων ανθρώπων που απλώς βγαίνουν βόλτα στην περιοχή παράξενα ή μη ντυμένοι, μιας σφαίρας στην καρδιά ενός συντρόφου που επιτέθηκε σε τυχαίο διερχόμενο περιπολικό ένα τυχαίο οποιοδήποτε σαββατόβραδο χωρίς κανέναν μα κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Μπορεί επομένως όλη αυτή η κατάσταση να είναι μια διαρκής αναπαράσταση ενός συμβατικού αστικού πολέμου (παρά τους παιδαριώδης βερμπαλίσμούς περί του αντιθέτου) και συμβατικού διότι καμιά πλευρά δε πολεμά για την οριστική εξαφάνιση και καταστροφή του αντιπάλου (άλλο τι ευχέται η κάθε μια από μέσα της) από ότι την άλλη οτιδήποτε συμβαίνει στα όρια και στα πλαίσια αυτής της διαρκούς και συνεχόμενης αναπαράστασης προφανώς δεν είναι ξεκομμένο (όσο κι αν κωλοχτυπιούνται κάποιο) από το γενικότερο κοινωνικό ανταγωνισμό καθώς είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του χώρου μας και όχι μονο της ιστορίας που έχει γραφτεί αλλά κι αυτής που γράφεται ακόμα και σήμερα και αυτής που θα γραφτεί και αύριο και μεθαύριο.

Σίγουρα βέβαια όλη αυτή η κατάσταση έχει και παρενέργειες που μπορεί να πάρουν τη μία ή την άλλη μορφή, όπως εξάλου και οτίδηποτε παίρνει τη μορφή κοινωνικού φαινομένου, αλλά αν οι παρενέργειες αυτές δε μπορούν να αντιμετωπιστούν από τον κόσμο της αναρχίας (και δυναμικά αν χρειαστεί) σε συνθήκες εργαστηριακής ή κλινικής ας πούμε ‘ανομίας’ πως ελπίζουμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορέσει να γίνει ποτέ στην προοπτική μιας ευρύτερης και απόλυτα πραγματικής κατάστασης πλήρους ανομίας και κατάρευσης της κεντρικής εξουσίας; Εκτός αν υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι τότε δε θα υπάρχουν παρενέργειες. Φυσικά οι μαρξιστές από τη δική τους πλευρά έχουν μια απάντηση , καλή ή κακή, προτείνουν ένα μοντέλο δικτατορίας το οποίο δε μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται εχθρικά από την κοινότητα των αναρχικών/ αντιεξουσιαστών παρόλες τις μεταξύ τους διαφορές και αποκλίσεις αλλά εν πάση περιπτώση δε μπορεί η δική μας πρόταση να είναι μια ιατρική αντιμετώπιση τύπου ‘πονάει πόδι, κόψει πόδι’. Αν η κατάσταση στα εξάρχεια εμφανίζει τις όποιες παρενέργειες δεν μπορεί να είναι λύση η δραστική εξαφάνιση αυτής της εξεγερτικής δυναμικής από τα εξάρχεια ειδικά εφόσον συντρέχουν όλα τα παραπάνω σημαντικά θετικά και ριζοσπαστικά γνωρίσματα. Μην ξεχνάμε εξάλου ότι οι μαρξιστές που επιζητούν αυτή τη λύση στα εξάρχεια ως αναγκαία για τα την αντιμετώπιση των όποιων παρενεργειών δεν το κάνουν αθώα αλλά εκ του πονηρού καθώς είναι στη πολιτική φύση τους να μισούν και να απεχθάνονται οτιδήποτε δε μπορούν να ελέγξουν , καπελώσουν, χειραγωγήσουν ειδικά κάτι τόσο χαοτικό και ανεξέλεγκτο στο οποίο δε μπορούν να τεθούν πολιτική πρωτοπορεία. Διότι αν μπορούσαν θα άλλαζε φυσικά το πράγμα μην αμφιβάλει κανείς και καμιά σε αυτό. Ωστόσο δεν είναι μόνο οι πάσης φύσεως μαρξιστές που επιθυμούν μια τέτοια εξάλειψη. Το ίδιο επιθυμούν και αρκετά αναρχικά ατόμα ή και συλλογικότητες που πρόσκεινται στον αναρχικό χώρο με μια πληθώρα μάλιστα επιχειρημάτων.

 

Σε επόμενο χρόνο θα επιχειρηθεί σε δεύτερο κείμενο ,συνέχεια αυτού εδώ, να προβληθεί εκτενώς και αναλυτικά όλη επιχειρηματολογία που επιθυμεί για διάφορους λόγους την εξαφάνιση αυτής της δυναμικής, και κατόπιν η αποδόμηση της σημείο προς σημείο.

 

Σύμπραξη Αναρχικών Consumimur Igni – Το δίκαιο του εγκλεισμού.

(Λάβαμε 27/7/17)

Κάποιες θέσεις με αφορμή τις πρόσφατες δικαστικές μεθοδεύσεις.

1

΄΄Δεν είμαι εγώ που υποφέρω· είναι η ζώσα και δυστυχισμένη ανθρωπότητα που ζωγραφίζει πάνω στο συνετό καμβά της ψυχής μου όλα τα δεινά της δικής της ακατάληπτης δυστυχίας.΄΄

Biofilo Panclasta

Η ατάραχη αναπνοή υπό την απειλή της καρμανιόλας του εγκλεισμού θεωρείται είδος πολυτελείας. Ανήκει στους ισοβίτες εντός της πτέρυγας των απομονωμένων ομοιωμάτων. Αρλεκίνοι, δίκαιοι και ίσοι με τους ομοίους τους απολαμβάνουν το προνόμιο της αθωότητας καθηλωμένοι στην μία μεριά της πλάστιγγας του δικαίου εξισορροπώντας την σταθερότητα τους πάνω στο νεκρό βάρος των ενόχων. Η σχέση μεταξύ ενόχων και αθώων συνιστά την ιδιότυπη διαλεκτική του σύγχρονου δικαιϊκού συστήματος. Εδώ που το δίκαιο εκτελεί την λειτουργία του ως καταδίκη σε χώρους τιμωρίας, σοφρονισμού και ελέγχου. Δικαίωμα της κοινωνίας να απομονώνει τα ”ελαττωματικά” σώματα μηχανικά προκειμένου μέσα από την καταστολή να αναπαράγει την ιδέα μιας ευνουχισμένης ελευθερίας του να καταναλώσεις, να μετακινηθείς, να κάνεις οικογένεια και να επιβιώσεις. Η ελευθερία επιλογής μεταξύ αθωότητας και ενοχής διατηρείται ώστε ο σοφρωνισμός να αποκτά το δικαίωμα να φυλακίζει και να τιμωρεί.

2

΄΄Η φαινομενική αυτονομία των εργασιακών διαδικασιών, που η πορεία τους μπορεί δήθεν να συναχθεί από την εσωτερική ουσία του αντικειμένου τους, αντιστοιχεί στην φαινομενική ελευθερία των οικονομικών υποκειμένων στην αστική κοινωνία. Αυτά τα υποκείμενα δεν πιστεύουν ότι ενεργούν σύμφωνα με προσωπικές τους αποφάσεις, ενώ ακόμη και στους πιο περίπλοκους υπολογισμούς τους δεν είναι παρά εκφραστές ενός ασύλληπτου στο συνολό του κοινωνικού μηχανισμού.΄΄

Μαξ Χορκχάϊμερ

Στον 21ο αιώνα εντός της κατακερματισμένης κοινωνίας η δικαιοσύνη αποσπάται από τον έλεγχο του πλήθους, ορθολογικοποιείται καταλήγοντας εξειδικευμένη επιστήμη στην διάθεση των επαϊοντων του δικαίου και ολοκληρώνεται ως ουδέτερη διαδικασία λειτουργικής διαχείρισης των ανθρώπινων σημείων. Συνάμα το πλήθος αυτούσιο δικαιώνεται ως αντικείμενο εφόσον η αφομοίωση της γενίκευσης αυτής από τους ίδιους τους φορείς της κρίνεται απαραίτητη για την κανονικοποίηση των θυσιών τους σε ένα υπερβατικό σύστημα ωφελιμιστικής λογικής. Το διακύβευμα είναι πως τόσο οι κατηγορίες όσο και οι προσαπτόμενες ιδιότητες διαφεύγουν προδήλως των κατόχων τους. Αποστερημένοι των ιδιοτήτων τους και κεχωρισμένοι από την δραστηριότητα τους δεν εκπλήσσει κανέναν η υποταγή τους εμπρός σε ένα παρουσιαζόμενο ως δεδομένο κύκλωμα  Το ανθρώπινο κοπάδι έχοντας παραιτηθεί οριστικά από οποιαδήποτε έννοια κοινωνικής ύπαρξης και ανθρώπινης συγκρότησης αφήνεται αδιάφορα στον κυκεώνα των μηχανισμών ελέγχου και τιμωρίας. Δεν έχει την δυνατότητα να αντιδράσει σε αυτό αφού είναι το ιδίο όμηρο στην δυαδική λογική ενόχων και αθώων έχοντας διαμορφωθεί μέσα στο αμάγαλμα της αξιακής ισοπέδωσης της μετανεωτερικότητας. Αποστερημένο πλήρως από κάθε προϋπόθεση για την κατασκευή ενός δικαιικού συστήματος φορά εκ περιτροπής τα κουστούμια του έμπορα, του υπάλληλου, του γονέα, του δικαστή μετερχόμενο πάντα το αντικείμενο της δραστηριότητας του απρόσωπα, φορμαλιστικά και μηχανιστικά μοιράζοντας χρόνια στην φυλακή, ξύλο στα παιδιά ή ρέστα στο κατάστημα με τους αναμφισβήτους ρυθμούς που ορίζουν οι διαφορετικοί κλάδοι ειδημόνων. To θεϊκό δίκαιο πλέον επιβάλλεται μέσα από την σιδηρά χειρα της λειτουργικότητας, πέρα από το καλό και το κακό, αχανές, παντοδύναμο και πανταχού παρόν.

3
΄΄Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να διατηρηθεί για τόσο πολύν καιρό, συντηρώντας τις φυλακές, ένα σύστημα κολασμού που έχει κύριο αποτέλεσμα την υποτροπή, αν η εγκληματικότητα δεν ήταν ”χρήσιμη” με τον έναν ή τον άλλον τρόπο; ΄΄

Μισέλ Φουκώ

Είναι λάθος να προσεγγίζεται η υπόθεση της Ηριάννας ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής βούλησης ή μιας μηχανορραφίας πολιτικών συνωμοτών. Οι αναχρονιστικές αυτές πεποιθήσεις προαπαιτούν την σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές και αντίρροπες πολικές δυνάμεις ενώ σήμερα συγκρούονται μόνο οι επιδιώξεις των αριβιστών μιας καθαρά θεαματικής σφαίρας, ενυπάρχουσας αποκλειστικά για την τέρψη του τηλεθεάμονος κοινού. Το στερέωμα αυτής της υπερπαραγωγής ανταγωνίζεται σε απήχηση που εκφράζεται διαμέσου της κοινωνίας των memes, των ιντερνετικών αστείων, των υποχρεωτικών viral, της πρωτοτυπίας σε ανοησία και της προκλητκής για κάθε αισθητική ξεφτίλας, τα πρόσωπα του κίτρινού τύπου που συναπάρτιζαν και μονοπωλούσαν έως σήμερα το περιεχόμενο αυτών των ψευδοχώρων μη-επικοινωνίας. Οι δικαστικές αυθαιρεσίες σήμερα όταν αυτές συμβαίνουν δεν κινητροδοτούνται από συγκρούσεις διαφορετικών αντιλήψεων και μεγάλων σκοπών αλλά από τις φιλοδοξίες και το όφελος ταρτούφων της επαγγελματικής πολιτικής. Στο δεδομένο κλίμα οι παρατυπίες προσιδιάζουν απόλυτα στον υποδόρια προωθούμενο τύπο μιας κριτικής οπισθοδρόμισης η οποία τείνει να γίνει κομμάτι του καθημερινού έθους. Συνεπώς, κάθε νομική εξαίρεση υφίσταται για να επιβεβαιώνει τον παραδεδεγμένο κανόνα. Νόμος είναι το δίκαιο του εγκλεισμού και δίκαιο του εγκλεισμού είναι η επιβολή του ενός και μοναδικού του νόμου. Στο περιθώριο υπάρχουν απλά άνθρωποι αθώοι ή ένοχοι αλλά αμφότεροι καταδικασμένοι στην εμβαλλόμενη από την ανάπτυξη της βιοπολιτικής ιεροεξεταστικής αθλιότητας.

4
” Όποιος δεν μπορεί πια να πάρει κάποια θέση, επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν κατ’ ανάγκη δίκιο και άδικο, επειδή τα πάντα είναι δικαιωμένα και συνάμα παράλογα, αυτός πρέπει να παραιτηθεί από το όνομα του, να ποδοπατήσει την ταυτότητα του και να ξαναρχίσει μια νέα ζωή μέσα στην απάθεια ή την απελπσία.”

Εμίλ Σιοράν

Στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης και σωφρονισμού οριστικοποιείται η πλέον ακραία ιστορικά απανθρωποποίηση της καταστολής. Σε αντίθεση με προγενέστερες εποχές, όταν οι εξαπολυμένες ενάντια στον ένοχο βαρβαρότητες και θηριωδίες είχαν μία συνειδητή κατεύθυνση και γήινο νόημα, το υπάρχον νομικό σύστημα εξολοθρεύει βάσει της ισχύουσας εξισωτικής λογικής του δημοσίου. Καταδικαζόμαστε βάσει του τι θα μπορούσαμε να είμαστε ώστε να στεκόμαστε ευγνώμονες για το τι μας κάνανε να είμαστε. Τιμωρούμαστε αναλόγως τις ανάγκες της διαχείρισης του υποβιβασμένου σε εργατικό δυναμικό αξιοθρήνητου ανθρώπινου πλεονάσματος, ενδεείς επαγγελματίες, εναλλάξιμοι και συγκρίσιμοι σε αλλότριους χώρους και αποικιοποιημένους χρόνους. Πειθαρχούμε προκειμένου το τρεμάμενο κοινωνικό τερατούργημα να πειθαρχήσει στις αβροδίαιτες ορέξεις μας μολονότι πληρώνουμε κάθε του τραύμα με αίμα δικό μας ή των μέχρι τότε ευγενών συμπολιτών μας. Οι Εβραίοι στα ναζιστικά καθαρτήρια έφεραν ως στίγμα μια απαγορευμένη ταυτότητα με τα βασανιστήρια να κατοπτρίζουν το βεληνεκές του άγους τους. Ηταν υποχρεωμένοι να αποδεχτούν ψυχοραγώντας αγόγγυστα την ιδιάζουσα μοίρα που του επιφύλλασσε το δίκαιο της εποχής, της περιοχής και των εσωτερικευμένων με βία αμαρτιών τους. Ο πόνος της διάψευσης, τα δάκρυα της στέρησης, το παράπονο για τις χαμένες προσδοκίες και το ακατάβλητο πάθος για επικράτηση της δικαιοσύνης προυποθέτει έναν συντονισμό των ενστίκτων ανεπίτευχτο στον λαβύρινθο των κοινωνικών ρόλων και των νεκρών προτύπων. Συνιστούν ένδοξα χαρακτηριστικά αναρριγόμενων από πάθη πνευμάτων και διαχωρίζουν τα έμβια από την αδράνή ύλη του πλήθους. Οι ώρες της συμφοράς και των σπασμών κάτω από τις γκρεμισμένες αξιώσεις μας είναι ότι βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα σε μας και τους υπόλοιπους.  Για τι υποφέρετε όμως πλέον άνθρωποι; Τυχεροί όσοι προλαβαίνουν να βρουν μια κινηματογραφική απάντηση στο ναυλοχούν ίσως στο επόμενο στενό μαρτύριο.

5

”Το θέαμα απαντά στο αυξανόμενο ανικανοποίητο με την τάση του για χαμηλότερο κοινό παρανομαστή ομοιομορφίας διαφοροποιώντας τον εαυτό του. Το θέαμα πρέπει αντιφατικά να είναι όλα τα πράγματα για όλους τους ανθρώπους ατομικά και ταυτόχρονα να επιβεβαιώνεται ως η απλή, αποκλειστική ενωτική τους αρχή.”

De Bello Civili

Στα χνάρια του δικαίου βαδίζουν όμως και οι ψευδείς επικριτές του. Οι θιασώτες της πολιτικής σαπουνόφουσκας και των συντεχνιακών αδολεσχιών αναζητούν στις πολλαπλές ιδεολογικές καμπάνιες τους υπεραξία και εξασφάλιση των κεκτημένων τους. Εξίσου υπόλογοι στην χρεία της διατήρησης και αναπαραγωγής ατελέσφορων δραστηριοτήτων μεταχειρίζονται τα δρώμενα με ιδεοληπτική απρέπεια καθώς ιδρώνουν να ισχυροποιήσουν τους εχθρούς τους τοποθετώντας τους πίσω από οποιοδήποτε γεγονός προκειμένου να διασώθουν οι ίδιοι στον τυφώνα των διαρκώς ανανεωούμενων ψευδών αμφισβητήσεων. Το χειρότερο είναι πως ομοίως με όλες τις προτερόχρονες εποχιακές αμφισβητήσεις κληρονομούν το μοναδικό στοιχείο που πίσω από την οργανωμένη φαινομενικότητα αποκαλύπτει την ταυτότητα τους. Το ξεθώριασμα του σκοπού χάριν της διαδικασίας. Έτσι τα συμπεράσματα παράγονται ως φτιασίδωμα για το αποπλανημένο λεφούσι και όχι για την ριζοσπαστική κριτική της παρούσας κοινωνικής ύπαρξης. Η θεωρία τους καταλήγει να ταυτίζεται απόλυτα με την πρακτική των δικαστών αφού αντικαθιστώντας τον ένοχο με τον εχθρό ολοκληρώνουν την ίδια λειτουργική κίνηση υπό τα απαραβίαστα πλαίσια της κυρίαρχης προσταγής να πράττεις δίχως να βούλεσαι. Στον αντίποδα οφείλουμε να συνυπολογίζουμε πως η θεωρία των δικαστών συμπληρώνει την πρακτική, μανιχαϊστική απονομή δικαίου των επαναστατών χωρίς επαναστατική θεωρία. Αυτή είναι η νέα ενότητα θεωρίας και πράξης στον ανεστραμμένο κόσμο του θεάματος.

6

΄΄Τι είναι ευγενές;  Η πεποίθηση ότι έχει κανείς υποχρεώσεις μόνο προς τους ίσους/ομοίους του, ότι προς τους άλλους δρα όπως νομίζει καλύτερα: Ότι μπορεί κανείς να ελπίζει στην δικαιοσύνη μόνο inter pares.΄΄

Φρίντριχ Νίτσε.

Όποιος επιλέγει την σήμερον να αγορεύει υπέρ το δικαίωμα ανθρώπων να είναι αθώοι, να περιδιαβαίνουν ψωνίζοντας ή σπουδάζοντας δίπλα στα κολαστήρια του κορυδαλού, συμπαρατάσσεται ή ακριβέστερα ταυτίζεται με όλες τις τελεσίδικες αποφάσεις του υπάρχοντος κόσμου. Δίκαιο μας δεν μπορεί να είναι παρά αυτό της ατομικής εξέγερσης, των αλαφιασμένων νιάτων και της ορμητικής μανίας για ζωή. Της ίδιας της απαραβίαστης αθωότητας του κόσμου που ζει, πεθαίνει και αποτιμάται κάθε στιγμή σαν ένα μοναδικό και αναντικατάστατο γεγονός. Όλοι εσείς, οι επίδοξοι δικαστές, οι τυβενοφόροι εκτιμητές δίχως τιμή, οι αξιολογητές δίχως αξίες, οι ισόβιοι απολογητές ενός δικαιικού συστήματος που υπερβαίνει την τελματωμένη κριτική σας έχετε ήδη ανεπιστρεπτί κριθεί ένοχοι των ίδιων των απρόσωπων επιλογών σας. Δράμα δικό σας και ψυχαγωγία δικιά μας οι στιγμές της απολογίας σας για αυτές. Όσο για τους εξευγενισμένους υποστηρικτές των μεσοβέζικων αποφάνσεων περί αθωώτητας, δικαίου και εγκλεισμού θα απαντούσαμε στα τσακίδια αλλά η ίδια η εκτατική ανία και η αδυναμία τους να προσεγγίσουν έστω και ένα νανόμετρο την ουσία μιας ριζικής αποτίμησης του κόσμου χουγιάζει πιο αισθητά από τις προτροπές μας.

Το δίκαιο δεν είναι κάτι που επιβάλλεται αλλά αντιθέτως κάτι που επικοινωνείται και συγχρονίζει. Δεν επιθυμούμε και δεν θα μπορούσαμε να αποδόσουμε κανένα δίκαιο σε άτομα με διαφορετικές αξίες γι αυτό εναντιωνόμαστε ριζικά σε κάθε έννοια κοινωνικού δικαίου όπως και σε οποιαδήποτε προσπάθεια ορθολογικοποίησης του. Με όσους βολεύονται ή συμβιβάζονται με την δικαιοσύνη της καθολικής λογικής αναγκαιότητας, της κοινωνικής κατηγορικής προσταγής και της ιδιότυπης ηθικής του εγκλεισμού που την συντροφεύει η επικοινωνία θα παραμείνει αδύνατη. Γιατί η εφαρμογή του δικαίου μας ανοίγει χάσματα αντί για κελιά.

Σύμπραξη Αναρχικών – Consumimur Igni
Horizontal Mortem
Μail επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net

Μια απάντηση στο κείμενο “ο μύθος του βιγκανισμού”

**Εισαγωγικό σημείωμα από τη διαχειριστική ομάδα Traces of Fire**

Το κείμενο το οποίο μεταφράσαμε και δημοσιεύσαμε (Ο μύθος του βιγκανισμού) έγινε με σκοπό να φιλοξενηθεί στο blog μας γιατί το βρήκαμε αρκετά ενδιαφέρον σαν κριτική, ως προς τον βιγκανισμό σε μια σύγχρονη κοινωνία που βασίζεται στη βιομηχανία και την τεχνολογία, θίγοντας όσους τον ακολουθούν. Σε καμία περίπτωση δεν ταυτιζόμαστε 100% με το συγκεκριμένο κείμενο καθώς και με ό,τι ανεβάζουμε στο blog. Για οποιαδήποτε ερώτηση ή προβληματισμό στείλτε μας στο mail. (tracesoffire@riseup.net)

 

(Λάβαμε 10/7/17)

Εμφανίστηκε πριν λίγο καιρό σε διάφορα εγχειρήματα λόγου φίλα προσκείμενα στην τάση της μαύρης αναρχίας (αυτή η θεωρησιακή συγγένεια παρακίνησε και τον γράφοντα να μπει στη διαδικασία διαλόγου) ένα κείμενο με τίτλο “ο μύθος του βιγκανισμού”. Κατ’ αρχήν πρόκειται για ένα κείμενο με αρκετές προβληματικές στο ύφος και τη φρασεολογία που αγγίζουν τα όρια της αλαζονείας, της μη συντροφικότητας, της απόλυτης αλήθειας και της απαξίωσης, σε βαθμό που προκαλεί απορίες για την καλή προαίρεση του/της/των συγγραφέα/ων του και κατ’ επέκταση για τη θέση που μπορεί να έχει σε συντροφικά εγχειρήματα. Όμως κάθε κριτική μπορεί να είναι γόνιμη οπότε ας μιλήσουμε με επιχειρήματα.

Το πρώτο επιχείρημα της αυτοαποκαλούμενης απόδειξης είναι πως ό,τι καταναλώνουμε στις σύγχρονες κοινωνίες είναι ένα μέρος του συνολικότερου τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος και ως τέτοιο δε μπορεί να έιναι κομμάτι μιας απελευθερωτικής διεργασίας. Στη συνέχεια γίνεται λόγος για τις μαζικές καλλιέργειες, τις εργασιακές σχέσεις σε αυτές και τις εμπορικές σχέσεις στη γραμμή παραγωγής τροφίμων, τα οποία υπάρχουν πίσω από όσα τρόφιμα δεν προέρχονται από δικιά μας καλλιέργεια. Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει το φόντο της βίγκαν στάσης ζωής. Δηλαδή γίνεται μια προσπάθεια κριτικής σε όσους έχουν επιλέξει να μη συμμετέχουν στην παραβίαση της αυτοδιάθεσης των ζώων, με βάση το ότι είναι αναπόφευκτο η τροφή τους στο αστικό περιβάλλον να μην εμπλέκεται σε κάποιο βαθμό με εξουσιαστικές σχέσεις. Αυτή η κριτική όμως δε γίνεται σε όλους τους αναρχικούς που αρνούνται την εξουσία ενώ παράλληλα ζουν και τρέφονται μέσα στον αστικό ιστό συμμετέχοντας σε αυτόν τον εξουσιαστικό – εκμεταλλευτικό κύκλο ροής των τροφίμων, αλλά μόνο σε όσους επιλέγουν να ζουν αποκλείοντας σε όσο μεγαλύτερο βαθμό γίνεται την εκμετάλλευση ζώων. Με κάποιον τρόπο δηλαδή, το ότι επιλέγεις να ζήσεις προκαλώντας όσο γίνεται μικρότερη βλάβη στα ζώα και το περιβάλλον σε καθιστά υπόλογο για τις δευτερεύουσες σχέσεις εξουσίας στα τρόφιμα που καταναλώνεις. Αν πάλι επιλέγεις και τρόφιμα που παράγονται με την πιο οφθαλμοφανή εξουσιαστική βαρβαρότητα, τοτε οι feral revolution δεν έχουν κανένα πρόβλημα και ξεφεύγεις από την κριτική τους. Γιατί; Κρίνοντας από τη χρήση του τσιτάτου με τον ορισμό του βιγκανισμού, μάλλον γιατι έτσι δεν ισχυρίζεσαι ψευδώς ότι απέχεις από την εκμετάλλευση των ζώων. Εκτός κι αν βάζουν στο στόχαστρο όλους τους αναρχικούς που ζουν σε πόλεις, ανεξάρτητα απ το αν είναι βίγκαν ή όχι, καθώς όλων η διατροφή εμπλέκεται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Όμως πέρα από την αστοχία στην ομάδα ανθρώπων που στοχεύει η κριτική, καθώς αφορά κάτι που δε σχετίζεται με την επιλογή του να γίνει κάποιος βίγκαν, πρόκειται και για τραβηγμένο επιχείρημα. Επίσης τα ρούχα που φοράμε, η γλώσσα που γράφουμε τα κείμενά μας, τα πληκτρολόγια στα οποία γράφουμε όλα αυτά, προέρχονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από συνθήκες εξουσιαστικών σχέσεων. Κι όμως τα χρησιμοποιούμε όλοι και όλες παρά το όραμά μας για την καταστροφή τους. Αν οι γράφοντες και συμφωνούντες με το κείμενο έχουν καταφέρει με κάποιον τρόπο να αποκλείσουν στο 100% τις σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης από τις ζωές τους (πόσο μάλλον χωρίς να είναι βίγκαν), διατηρώντας στο ακέραιο τη δυναμική της πολύμορφης αναρχικής δράσης τους, θα είχε πολύ ενδιαφέρον να μοιράζονταν μαζί μας το πώς το κατάφεραν ώστε να μιμηθούμε το παράδειγμά τους. Αν πάλι όλα αυτά είναι απλώς σοφίσματα για να συκοφαντηθεί η πρακτική της αποχής από πτώματα ζώων και ζωικά παράγωγα, τότε καλύτερα ας σωπάσουν.

Στη συνέχεια έχουμε ένα πριμιτιβιστικής έμπνευσης επιχείρημα που στοχεύει γενικότερα την επιλογή της τροφής. Ας θυμηθούμε σε αυτό το σημείο ότι το να είσαι βίγκαν δεν είναι επιλογή διατροφής αλλά επιλογή συνείδησης. Σημασία δεν έχει τί τρως, τί φοράς, κλπ, αλλά το να αποφεύγεις τη συμμετοχή στην εκμετάλλευση ζώων στο μέτρο που έχεις τη δυνατότητα. Όσο για την παμφαγία των ανθρώπων, σίγουρα μπορούν να βρεθούν πολλές ερμηνείες για την καταγωγή της (και άλλες τόσες αποδείξεις για τη φυτοφαγική φύση του ανθρώπινου είδους μιας και υπάρχει, ως συνήθως αναπόδεικτα, η αμφισβήτησή της στην 1η σημείωση), αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι χωρίς φονικά όπλα (πολεμική τεχνολογία δηλαδή) είναι αδύνατο για τον άνθρωπο να τραφεί με πτώματα ζώων. Ή ακόμα χειρότερα επικίνδυνο για τη ζωή του. Όσο για τα ζωικά παράγωγα, είναι εντελώς άχρηστα εφ’ όσον με πολύ μικρότερη δαπάνη ενέργειας και βρώσιμων πόρων μπορεί να συλλέγει την τροφή του από τα φυτά, αντί να εκτρέφει ζώα. Αλλά μιλώντας για άγρια φύση, όπως το κείμενο, τα ζωικά παράγωγα βγαίνουν εκτός παιχνιδιού εντελώς, οπότε δε γίνεται περαιτέρω λόγος. Όσο για την αγωνία που εκφράζεται στο κείμενο για την υποτιθέμενη μη επιβίωση των βίγκαν σε συνθήκες άγριας φύσης, καλύτερα ας ανησυχήσουν οι ίδιοι για το πως θα καταφέρουν να αποκτήσουν και να μαγειρέψουν πτώματα ζώων (γιατί ωμά δε γίνεται να φαγωθούν, μόνο τα σαρκοφάγα και τα παμφάγα το κάνουν) και ας αφήσουν τους βίγκαν. Άλλωστε και στην “άγρια φύση” το μεγαλύτερο μέρος των ζώων φυτοφάγο είναι, οπότε μάλλον κι ο άνθρωπος μπορεί να βρει τον τρόπο να τραφεί καρποφαγικά όπως προτάσσει η φύση του, όπως τόσα άλλα ζώα.

Το τελευταίο επιχείρημα αποκαλεί τον βιγκανισμό, δηλαδή τη στάση ζωής που αντιτίθεται σε κάθε φυλάκιση, καταπίεση, βασανισμό και δολοφονία ζώου “ρεφορμιστική”, “αριστερίστικη” και “υπερασπίζουσα το τεχνοβιομηχανικό σύστημα”. Από την κριτική δεν ξεφεύγει ούτε το A.L.F. καθώς δέχεται και αυτό τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Εδώ δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, αν και δε θα ήταν δύσκολο, ούτε για τους ελαφρά τη καρδία αφορισμούς αναρχικών πρακτικών, ούτε για τον μεταλλαγμένο χριστιανικό παράδεισο της “αγνής αυθεντικής άγριας φύσης” του ανθρώπου που τόσο παθιασμένα πρεσβεύει το κείμενο, ούτε για τον χλευασμό και τη συκοφάντηση ανθρώπων που βρίσκονται σε φυλακές και νεκροταφεία, ή έστω παίζουν το κεφάλι τους σε κάθε δράση τους, πολεμώντας το σπισιστικό τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα εξουσίας με κάθε τρόπο.

Όσοι έχουμε κηρύξει πόλεμο σε κάθε μορφή εξουσίας, θέλουμε να λυγίσουν τα σίδερα και του πιο μικρού κελιού / κλουβιού και οργανώνουμε τις αρνήσεις μας χωρίς ανασταλτικές φανφαρολογίες (όπως του συγκεκριμένου κειμένου ας πούμε) διακρίνουμε με σαφήνεια ότι η ολική απελευθέρωση περνάει μέσα από τον δρόμο του βιγκανισμού, της μη εξουσιαστικής συμπεριφοράς απέναντι στα ζώα. Και αυτό όχι λόγω ηθικισμού ή χίπικης εναλλακτικοκουλτούρας, αλλά γιατί η διαρκής αναρχική επίθεση στο υπάρχον είναι και επίθεση στις αντιλήψεις και τις συνήθειες που έχουμε αποκτήσει λόγω της διάχυτης κοινωνικής σαπίλας και των ζοφερών αξιών που τη χαρακτηρίζουν. Έτσι, ως τέτοιος, ο σπισισμός δεν είναι παρά ένα ακόμα πεδίο σύγκρουσης, ένας ακόμα κόσμος εξουσιαστικών σχέσεων που μας καλεί να εξαπολύσουμε το μίσος μας εναντίον του, ένας ακόμα στόχος της βίαιης αναρχικής απελευθερωτικής δράσης που ξεφεύγει από ιδεολογικά στεγανά και κινείται χαοτικά, άμεσα επιτιθέμενη σε ό,τι συνθέτει το εξουσιαστικό σύμπλεγμα γύρω μας.

 

Ιταλία: Ενημέρωση για την επιχείρηση “Scripta Manent”, και λίγα σχόλια (03/07/2017)

(Λάβαμε 4/7/17)

Η προκαταρκτική ακρόαση για την έρευνα “Scripta Manent” θα διεξαχθεί στις 11, 17, 18, 19, και 20 Ιουλίου. Θα ήθελα να επισημάνω ότι από τις 3 Ιούνη άλλοι 5 σύντροφοι του  Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός Ιταλίας), εγώ και όσοι υπογράφουν ως RadioAzione, και ο σύντροφος που διαχειρίζεται το RadioAzione [Κροατία] (Κατά την ακρόαση της 26ης Ιουνίου αποφασίστηκε να δικαστούν ξεχωριστά, αλλά με τις ίδιες κατηγορίες), έχουν προστεθεί στον αριθμό των συντρόφων που έχουν ήδη συλληφθεί και βρίσκονται υπό έρευνα.

Εξετάζοντας τα έγγραφα που σχετίζονται με την έρευνα, μάθαμε ότι η εισαγγελική αρχή της Νάπολης είχε ξεκινήσει το 2012 μια έρευνα εναντίον μου και εναντίον ενός παλιού συντρόφου που κατηγορήθηκε επίσης, μεταξύ και άλλων συντρόφων από το Lazio [ιταλική περιοχή] με αφορμή την Ανεπίσημη Αναρχική Ομοσπονδία.

Για πέντε χρόνια έχουμε υποβληθεί σε πλήρη έλεγχο, με αποτέλεσμα να συμπεριληφθούν και άλλοι σύντροφοι στην έρευνα, μαζί και ο σύντροφος του RadioAzione από την Κροατία. Εγκατεστημένο key-logger στον υπολογιστή (πρόγραμμα καταγραφής κινήσεων μέσω πληκτρολογίου), υποκλοπές τηλεφώνων, στενή παρακολούθηση ακόμα και για 600 χιλιόμετρα… Του τύπου “αν ξεχάσω που έβαλα κάτι, θα ρωτήσω την πράκτορα Έλενα (το όνομα που έδωσαν στο key-logger)”.

Μετά από πέντε χρόνια εικονικού ελέγχου, στις 10 Ιανουαρίου, η εισαγγελική αρχή της Νάπολης απαίτησε τη σύλληψη μου, του συντρόφου του RadioAzione [Κροατία] και δύο άλλων συντρόφων από την Ελλάδα (εκ των οποίων ο ένας είναι ήδη φυλακισμένος για την Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς).

Από εκείνη τη στιγμή, όλα τα ανέλαβε η Εισαγγελική Αρχή του Τορίνο και ο εισαγγελέα Sparagna [υπεύθυνος για την επιχείρηση Scripta Manent], δεδομένου ότι η υπηρεσία της Νάπολης δεν είχε δικαιοδοσία για τα εγκλήματα τα οποία μας χρεώσανε.

Για τι κατηγορούμαστε?

Παροχή πληροφοριών μέσω ιστοσελίδων και περιοδικών, μεταφράσεις αναλήψεων ευθύνης από όλο τον κόσμο, υποστήριξη, αλληλεγγύη και συνενοχή με τους συντρόφους Alfredo [Cospito] και Nicola [Gai], συγκέντρωση χρημάτων για τους φυλακισμένους συντρόφους και την δημιουργία ενός Ιταλικού-Κροατικού-Ελληνικού πυρήνα της FAI.

Σε ορισμένα σημεία των εγγράφων, ο εν ενεργεία εισαγγελέας προσπαθεί να υποδαυλίσει διαμάχες που υπάρχουν μεταξύ κάποιων από εμάς και του υπόλοιπου αναρχικού κινήματος και επιπλέον, εφευρίσκει με τον δικό του τρόπο, μέσω τηλεφωνημάτων που έχουν καταγράψει μια διαφωνία μεταξύ εμένα και των συντρόφων του CNA [Croce Nera Anarchica], ενώ από την αρχή υπήρξε πλήρης συνεργασία και πιστεύω ότι είναι το μόνο αναρχικό περιοδικό στην Ιταλία με άξια ανάγνωσης, τόσο πολύ ώστε να κατηγορούμε για την οργάνωση παρουσίασης αυτού του έργου στη Νάπολη. Το λέω αυτό ακριβώς για να σταματήσω αμέσως μερικές απότομες γλώσσες.

Αν μου χρεώνουν όλα αυτά, τότε:

Ισχυρίζομαι ότι δημοσίευσα στον ιστότοπο RadioAzione.

Ισχυρίζομαι ότι δηλώνω αλληλεγγύη και συνενοχή στον Alfredo, τον Nicola και όλους τους άλλους συντρόφους-αδελφούς και αδελφές που συνελήφθησαν τον Σεπτέμβριο.

Ισχυρίζομαι ότι είχα συγκεντρώσει χρήματα για τους συλληφθέντες συντρόφους.

Ισχυρίζομαι ότι διοργάνωσα την παρουσίαση της Croce Nera Anarchica στη Νάπολη, ελπίζοντας ότι θα οργανώσω και άλλες στο μέλλον.

Ισχυρίζομαι ότι είμαι αναρχικός, ατομικιστής και υπέρ της εξέγερσης!

(Πράκτορα Έλενα, τα αντέγραψες και τα φωτογράφισες όλα καλά? Τότε, ανέφερε τα όλα στα αφεντικά σου!)

Somma Gioacchino, July 2017

(Πηγή :anarhija.info)

(Μετάφραση Traces of Fire)

 

Ύμνος στο Χάος – Enzo Martucci

Ο ελευθεριακός κομμουνισμός, ιδιαίτερα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, είναι επίσης γνωστός και με το όνομα «αναρχικός κομμουνισμός». Δεν είναι. Απεναντίας, οι δύο λέξεις αντιφάσκουν.

Ο κομμουνισμός σηματοδοτεί μια κοινωνική κατάσταση, στην οποία τα μέσα παραγωγής και όλα τα υλικά αγαθά ανήκουν στη μάζα των ανθρώπων, που ταυτίζονται με το σύνολο ή την πλειοψηφία της κοινωνίας. Όλοι έχουν τα αγαθά τους, που διατίθενται σύμφωνα με τον τρόπο, που αποφασίζεται από αυτούς που κυβερνούν και το νόμο των οποίων όλοι πρέπει να υπακούουν.

Η αναρχία σημαίνει την απουσία κυβέρνησης: δηλαδή, μια κατάσταση πραγμάτων, στην οποία το άτομο δεν είναι υποχρεωμένο στην υπακοή κανενός, ζει όπως θέλει και περιορίζεται μόνο από την έκταση της δύναμής του. Χρησιμοποιεί ηθικά και υλικά αγαθά με τον συγκεκριμένο τρόπο που προτιμά, χωρίς να χρειάζεται να πάρει την έγκριση από τους συνανθρώπους του.

Μια υπόθεση λέει ότι η καθολική πραγμάτωση της αναρχίας θα επέστρεφε τον άνθρωπο στη φύση. Θα δημιουργούσε μια ισορροπία, ωστόσο ασταθή, μεταξύ των ατόμων, που – παρακινημένα από την ελεύθερη ζωή, την ανάγκη να επιβιώσουν και ενισχυμένα απ’ τον αγώνα – θα ήταν σε θέση να περιέχουν ο ένας τον άλλον και να ζουν χωρίς κυβέρνηση.

Ο κομμουνισμός, από την άλλη, ακόμη κι αν δεν είναι εξουσιαστικός και Μαρξιστικός, αλλά ελευθεριακός και όπως του Κροπότκιν, θα ήταν μια κοινωνία, στην οποία η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ασκείται είτε από τις ακέφαλες μαζικές συνελεύσεις (λαϊκισμός), είτε από τους αντιπροσώπους, που εκλέγονται από τις μάζες (δημοκρατία). Και οι δύο θα σήμαιναν ότι το άτομο κυριαρχείται από τους πολλούς. Και αυτό θα ήταν μια κυβέρνηση χειρότερη από οποιαδήποτε άλλη, είτε από έναν είτε από λίγους, γιατί η μάζα είναι ηλίθια, θηριώδης, τυραννική και χειρότερη κι από το ευτελέστερο άτομο.

Πώς θα μπορούσε ο ελευθεριακός κομμουνισμός να επιτευχθεί; Θα μπορούσε μέσω του απόλυτου κομφορμισμού στη βιομηχανική κοινωνία, που ο άνθρωπος έχει ήδη κατορθώσει. Αυτό θα περιόριζε όλους σε μια μηχανιστική ισότητα, όπου νιώθουν, σκέφτονται και ενεργούν πανομοιότυπα – κάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον έλεγχο και την καταστολή από το Κράτος περιττή. Έπειτα, θα υπήρχε μια τυποποιημένη αναρχία.

Ή θα μπορούσε να γίνει μέσω μιας νέας οργάνωσης: άτομα ενωμένα από κατηγορίες σε ομοσπονδίες, οι ομοσπονδίες σε κοινότητες, οι κοινότητες σε περιφέρειες, οι περιφέρειες σε εθνότητες, οι εθνότητες στη Διεθνή. Επικεφαλής καθενός μια ντιρεκτίβα ενδεδυμένη με το κύρος και τη δύναμη, ώστε να γίνεται σεβαστή από οποιοδήποτε άτομο αποκλίνει από την απόφαση της πλειοψηφίας. Ως εκ τούτου, ένα Κράτος, που δε θα λεγόταν Κράτος, αλλά θα ήταν, παρ’ όλα αυτά, ένα πλήρες ιεραρχίας, νόμων και αστυνομίας.

Και, επίσης, με φυλακές. Ο Μαλατέστα έγραψε στο δοκίμιό του «Αναρχία» ότι φυλακές-νοσοκομεία θα υπήρχαν, στα οποία οι παραβάτες θα θεωρούνται παράφρονες, «θα περιορίζονται και θα θεραπεύονται».

Θυμάμαι ότι σε μια πολεμική, που είχα μαζί του στην Umanita Nova το 1922, έγραψε: «Ο Martucci, στο όνομα των ιερών δικαιωμάτων του ατόμου, δε δέχεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει το ενδεχόμενο βλάβης ένος άγριου δολοφόνου ή ένος βιαστή παιδιών.»

Απάντησα ότι ο δολοφόνος και ο βιαστής θα μπορούσαν να αφεθούν ελεύθεροι σε μια απομακρυσμένη περιοχή ή σε ένα ακατοίκητο νησί, αλλά όχι να υποφέρουν σε φυλάκιση, που θα ήταν αντι-αναρχική. Στο βιβλίο μου «Το Λάβαρο του Αντίχριστου» έγραψα:

Το πρόσχημα της θεραπείας, της διόρθωσης ή του σωφρονισμού είναι εξαιρετικά απεχθές, διότι αναγκάζει ένα άτομο, που θέλει να παραμείνει όπως είναι, να γίνει αυτό που δεν είναι και δε θέλει να είναι.

Πάρτε έναν τύπο σαν την Clara του Octave Mirbeau, πείτε της πως πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία για να καταστρέψει τις διεστραμμένες και ανώμαλες τάσεις της, οι οποίες είναι κίνδυνος για εκείνη και για τους άλλους. Η Clara θα σας απαντούσε πως δε θέλει να θεραπευτεί, πως θέλει να μείνει όπως είναι, ρισκάροντας κάθε κίνδυνο, γιατί η ικανοποίηση των ερωτικών της επιθυμιών, ερεθισμένη από τη μυρωδιά του αίματος και το θέαμα σκληρότητας, της δίνει μια τόσο έντονη ικανοποίηση, ένα τόσο δυνατό συναίσθημα, που θα ήταν αδύνατο, εάν μεταμορφωνόταν σε μια κανονική γυναίκα και περιοριζόταν στους συνηθισμένους και άνοστους πόθους.

Ούτε τα κανονικά άτομα είναι κατά βάση καλά, όπως θέλουν να πιστεύουν οι ελευθεριακοί κομμουνιστές. Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ένα συνονθύλευμα διαφορετικών ενστίκτων και αντιτιθέμενων τάσεων, τόσο καλών όσο και κακών και έτσι θα παραμείνει σε κάθε είδους περιβάλλον ή κοινωνία.

Ο ελευθεριακός κομμουνισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύστημα φεντεραλισμού και όπως όλα τα κοινωνικά συστήματα, θα καταπίεζε το άτομο με ηθικούς και νομικούς περιορισμούς. Μόνο η επιπολαιότητα ενός Προυντόν θα μπορούσε να δώσει σε ένα τέτοιο σύστημα το όνομα της «αναρχίας», η οποία, αντιθέτως, σημαίνει την άρνηση κάθε κυριαρχίας από ιδέες ή από ανθρώπους.

Οι αναρχικοί αντιτάσσονται στην εξουσία, τόσο από κάτω όσο και από πάνω. Δεν απαιτούν εξουσία για τις μάζες, αλλά επιδιώκουν να καταστρέψουν κάθε εξουσία και να αποσυνθέσoυν αυτές τις μάζες σε άτομα, που θα είναι κύριοι της ζωής τους. Επομένως, οι αναρχικοί είναι οι πιο καθοριστικοί εχθροί παντός τύπου κομμουνισμού και εκείνοι, που ομολογούν ότι είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές, δε μπορεί να είναι αναρχικοί.

Η αναρχία είναι η συνάθροιση αναρίθμητων και ποικίλων μορφών ζωής, που βιώνονται στη μοναξιά ή στην ελεύθερη ένωση. Είναι το σύνολο των εμπειριών μεμονωμένων αναρχικών, που προσπαθούν να βρουν νέους τρόπους μη- αγελαίας διαβίωσης. Είναι η ταυτόχρονη και πολύχρωμη παρουσία κάθε διαφορετικού τρόπου πραγμάτωσης, που χρησιμοποιείται από ελεύθερα άτομα, ικανά να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Είναι η αυθόρμητη ανάπτυξη των φυσικών όντων.

Σε αυτήν θα διαπιστώσει κανείς ότι τα πάντα είναι ισοδυναμία και ισορροπία: η σύγκρουση και η συμφωνία, το κτήνος και η ιδιοφυΐα, το μοναχικό και το ετερόκλητo – όλα θα έχουν την ίδια αξία. Θα μπορεί κανείς να ορίσει τα αντίθετα με την ίδια λέξη: «εμβριθής» μπορεί να είναι η κορυφή και ο πυθμένας, το ύψος ή το βάθος.

Στην ουσία, η αναρχία θα σήμαινε τη νίκη του πολυμορφισμού, ο οποίος είναι αντίθετος με το μονισμό όλων των κοινωνικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του ελευθεριακού κομμουνισμού.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ελλείψη διακυβέρνησης και νόμων θα είχαμε να αποτελειώσουμε το θρίαμβο του bellum omnium contra omnos: τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Κάνουν λάθος.

Σε έναν ελεύθερο κόσμο, πάντα θα υπάρχει αγώνας, ο οποίος είναι άφθαρτος, διότι είναι φυσικός. Αλλά, θα ήταν ένας αγώνας μεταξύ των περίπου ίσων δυνάμεων των ανθρώπων, ενισχύμενος από το νατουραλισμό.

Κατά τη διάρκεια μιας μακράς πολεμικής, που είχε μαζί μου μεταξύ 1948 και 1950, ο Mario Mariani προσπάθησε να αποδείξει ότι σε μια κατάσταση αναρχίας, ο πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων θα αυξηθεί: «Αν σήμερα ένας άνθρωπος δε φοβάται να επιτεθεί στο συνάνθρωπό του και τον αστυνομικό, που στέκεται πίσω του, δε θα έχει σίγουρα κανένα φόβο, αν εξαλείψω τον αστυνομικό. Αλγεβρικά μιλώντας, αν ο Α δε φοβάται τον Β παρά τον Γ, θα φοβάται ακόμη λιγότερο, αν ο Β είναι μόνος.»

Η απάντησή μου ήταν: Σήμερα ο Α δε φοβάται τον Β παρά τον Γ γιατί ξέρει ότι και οι δύο στερούνται αποφάσεως και ισχύος. Ο Β τις εκχωρεί επειδή βασίζεται στον Γ για την υπεράσπισή του. Και ο Γ τον προστατεύει, όχι επειδή έχει κάποιο ζωηρό συναίσθημα ή έντονο ενδιαφέρον, αλλά μόνο επειδή αφορά την εμπορική του συναλλαγή. Ως εκ τούτου, ο ίδιος δεν εμπνέει και πολύ φόβο. Εκατοντάδες αστυνομικών στο Παρίσι απέτυχαν να συλλάβουν τον Jules Bonnot, τον ιλεγκαλιστή, ζωντανό και έπρεπε να ξεκινήσουν μια επίθεση στο σπίτι του, προκειμένου να τον σκοτώσουν. Είναι αλήθεια ότι πίσω από αυτήν την προστασία, υπάρχει η μηχανή της κοινωνικής καταστολής με τρομερά μέσα στη διάθεσή της, αλλά ο παραβάτης του σήμερα υποτιμά τη συλλογική οργάνωση και ελπίζει πάντα να της ξεφύγει ή να αποφύγει τον εντοπισμό.

Ξανά, αν ο A βρει τον Β αποφασισμένο όπως ο ίδιος, τότε οι δυνάμεις τους θα είναι ισοδύναμες. Η περίπτωση είναι σαφής και δεν αφήνει περιθώρια ψευδαίσθησης. Τη στιγμή εκείνη, η διένεξη μεταξύ τους θα επιλυθεί.

Η αναρχία, λοιπόν, δεν είναι ούτε συνεχής πόλεμος, που θα βάρυνε τον καθένα, ούτε κοινωνική αρμονία, που θα τους αποδυνάμωνε όλους, αν ήταν δυνατόν (πράγμα το οποίο δεν είναι, λόγω της ποικιλομορφίας των επιμέρους τύπων και των αντικρουόμενων αναγκών και φιλοδοξιών τους).

Αν η ιστορία δεν είναι μια απέραντη διεργασία, όπως πιστεύω ακράδαντα, τότε, όταν εξαντλήσει τον κύκλο της, θα εξαφανιστεί ανοίγοντας τον δρόμο για την αναρχία.

Αν, από την άλλη, η ιστορία διαρκεί, τότε ο αναρχισμός παραμένει – δηλαδή, η αιώνια εξέγερση του ατόμου εναντίον μιας ασφυκτικής κοινωνίας. Αποδεικνύοντας έτσι την αθανασία της εν λόγω “τάσης προς το χάος”, που ο δικηγόρος d’Anto βρίσκει τόσο αξιοθρήνητη, αλλά για μένα είναι αξιέπαινη.

Μεταξύ της ένωσης και της οργάνωσης, υπάρχει η ίδια διαφορά, όπως μεταξύ μιας ελεύθερης ένωσης και του γάμου. Την πρώτη μπορώ να τη διαλύσω όταν θέλω, το δεύτερο δε μπορώ να το διαλύσω ή μπορώ να το διαλύσω μόνο υπό όρους και με ορισμένες άδειες.

Δεν είναι με την οργάνωση σε κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζεται κανείς για την αναρχία, ούτε με τη μαζική δράση, η οποία, όπως έχει αποδειχθεί, ανατρέπει έναν στρατώνα μόνο για να δημιουργήσει έναν άλλο. Είναι από την εξέγερση, που κάνουν τα άτομα μόνα τους ή σε μικρές ομάδες, που αντιτίθενται στην κοινωνία, που παρακωλύεται η λειτουργία της και προκαλείται η διάλυσή της.

Αυτό το άρθρο πρωτοεμφανίστηκε στο Minus One: An Individualist Anarchist Review, #26

———

Μετάφραση: Inter Arma

“Ο μύθος του βιγκανισμού”

“Ο βιγκανισμός είναι μια φιλοσοφία της ζωής που αποκλείει όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και βασανισμού στο ζωικό βασίλειο και συμπεριλαμβάνει το σεβασμό για τη ζωή. Στην πράξη εφαρμόζεται ακολουθώντας μια καθαρά χορτοφαγική διατροφή και ενθαρρύνει τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων για όλα τα αγαθά που προέρχονται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από τα ζώα ”

Donald Watson, ιδρυτικό μέλος της Βίγκαν Κοινότητας.

Αυτό το μικρό κείμενο δεν θα αμφισβητήσει τον παραλογισμό των ιδεών και των αξιών (2) της βίγκαν φιλοσοφίας. Αυτή τη φορά θα αποδείξουμε ότι ο βιγκανισμός είναι ένας μύθος βασισμένος στην τεχνοβιομηχανική κοινωνία και πώς είναι ένα εμπόδιο στην κατανόηση και στο έργο για την αληθινή απελευθέρωση των ζώων (3).

Ο βιγκανισμός είναι ένας μύθος. Τίποτα, και κανένας, δεν είναι βίγκαν μέσα στη σύγχρονη τεχνοβιομηχανική κοινωνία. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν σε αυτόν τον μύθο, πιστεύουν ότι τα τρόφιμα, τα είδη ένδυσης, τα υποδήματα, τα προϊόντα υγιεινής και ομορφιάς, οι τεχνολογικές συσκευές, τα βιβλία, η μουσική, τα ποδήλατα … και όλα τα βιομηχανικά σκουπίδια που καταναλώνουν καταναγκαστικά είναι “βίγκαν”. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Όλα τα βιομηχανικά σκουπίδια που ονομάζονται “vegan”, μπορεί να μην περιέχουν υλικά από μη ανθρώπινα ζώα, εντάξει, αλλά περιέχουν ή μάλλον συμπράττουν με την εκμετάλλευση ζώων και ανθρώπων.

Έτσι, αν επιστρέψουμε στον προηγούμενο ορισμό του βιγκανισμού, “… μια φιλοσοφία της ζωής που αποκλείει όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και βασανισμού στο ζωικό βασίλειο…”, είναι προφανές ότι δεν συμφωνεί με τη φιλοσοφία, επειδή συμπράττει με τη συστηματική εκμετάλλευση του ζωικού βασιλείου, έτσι ο βιγκανισμός είναι μύθος. Οι λεγόμενοι “βίγκαν” είναι πολύ αφελείς, αν δεν αναλύουν, αμφισβητούν και κατανοούν τη λειτουργία της περίπλοκης πραγματικότητας και το μεγάλο και περίπλοκο κοινωνικό σύστημα στο οποίο ζούμε. Οποιοδήποτε τρόφιμο ή προϊόν που προέρχεται από τη σύγχρονη  τεχνοβιομηχανική κοινωνία  δεν είναι ελεύθερο να συμπράξει με τη συστηματική εκμετάλλευση και εξημέρωση του ζωικού και περιβαλλοντικού βασιλείου.
Οι σπόροι, τα φρούτα και τα λαχανικά που παράγονται και διανέμονται από τη σύγχρονη τεχνοβιομηχανική κοινωνία δεν είναι βίγκαν, αφού η σύγχρονη βιομηχανική γεωργία χρειάζεται:

Α) Αποψίλωση μεγάλων εκτάσεων γόνιμης γης ώστε να εκμεταλλευτεί η γονιμότητα αυτού και να μετατραπεί σε καλλιεργητικό πεδίο. Αποψίλωση σημαίνει· καταστροφή του οικοσυστήματος του κομματιού της γης που καταλαμβάνεται. Η βλάστηση αυτού του οικοσυστήματος κόβεται ή καίγεται. Στη συνέχεια, είναι αναγκαία η δολοφονία,η αιχμαλωσία, η εξημέρωση, η μετατόπιση ή ακόμη και η εξαφάνιση των διαφόρων ειδών ζώων αυτού του οικοσυστήματος. Αυτό καταστρέφει όλες τις πολύπλοκες σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις που διατηρούσε το ίδιο το οικοσύστημα (οικοσύστημα και γηγενείς) και τη σχέση που διατηρούσε το οικοσύστημα με άλλα οικοσυστήματα και με τον πλανήτη εν γένει.

Β) Δεδομένου ότι το χωράφι είναι έτοιμο, οι αγρότες υποχρεούνται να δουλέψουν στη γη, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία τους (μηχανήματα ή μη ανθρώπινα ζώα), φυτεύουν σπόρους (φυσικοί ή βιομηχανοποιημένοι), λιπάσματα (φυσικά ή βιομηχανικά), χρησιμοποιούν νερό άρδευσης κ.λπ. Μόλις γίνει η συγκομιδή, πωλούνται στους μεσάζοντες, μεταφέρονται, αποθηκεύονται και διανέμονται  οι σπόροι, τα φρούτα ή τα λαχανικά, στο εμπορικό κέντρο όπου θα τα αγοράσουν οι “βίγκαν”.

Προκειμένου να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί ο μεγάλος και σύνθετος καταμερισμός της εργασίας της σύγχρονης τεχνοβιομηχανικής κοινωνίας και σε όλες αυτές τις μεγάλες και σύνθετες σχέσεις υπάρχει συστηματική εκμετάλλευση και εξημέρωση του ζωικού και περιβαλλοντικού βασιλείου. Ορισμένοι “βίγκαν” υπερασπίζονται το γεγονός ότι οι σπόροι, τα φρούτα και τα λαχανικά που καταναλώνουν δεν είναι βιομηχανικής προέλευσης αλλά από οργανικό οπωρώνα, εντάξει, αλλά αν ο οπωρώνας χρησιμοποιεί σύγχρονη τεχνολογία για την παραγωγή, αποθήκευση και τη διανομή των τροφίμων του, και αν για να τα αποκτήσει χρησιμοποιεί χρήματα, συνεχίζει αναπόφευκτα να συμπράττει με τη δυναμική της συστηματικής ζωικής και οικολογικής εκμετάλλευσης και εξημέρωσης. Ίσως  βίγκαν να είναι μόνο οι σπόροι, τα φρούτα και τα λαχανικά που γίνεται η συγκομιδή τους με τεχνικές όπως· με αεικαλλιέργεια ή με οργανική κηπουρική, και χρησιμοποιώντας απλά εργαλεία ή τεχνολογία. Δεδομένου ότι μόνο τότε θα έπαυαν να εξαρτώνται από το τεχνοβιομηχανικό σύστημα εγκαταλείποντας και τους μηχανισμούς της εξουσίας, του ελέγχου, της εξημέρωσης και της συστηματικής εκμετάλλευσης, αλλά οι περισσότεροι από τους αυτοαναφερόμενους “βίγκαν” δεν θα σπείρουν τη δική τους τροφή.

Οι αυτοαποκαλούμενοι “βίγκαν” εξαρτώνται από τη σύγχρονη τεχνοβιομηχανική κοινωνία για την εύρεση της τροφής τους. Στην άγρια φύση κανένα ζώο δεν καθορίζει πώς θα τρέφεται, αυτό καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται. Η παμφάγα διατροφή των ανθρώπινων ζώων δεν ήταν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα επιβίωσης, απαίτηση να επιβιώσουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, με το να τρώνε ό, τι υπάρχει, και ό,τι μπορεί να καταναλωθεί. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι ειδικός, είναι ευκαιριακός και η παμφάγα διατροφή το αποδεικνύει. Το ανθρώπινο ζώο που κατοικεί στο πολιτισμένο κλουβί του είναι σε θέση να αποφασίσει πώς θα τραφεί (χορτοφαγική, βίγκαν, καρποφαγική ή σαρκοβόρα διατροφή), αλλά για να είναι δυνατόν, πρέπει να συνεργαστεί και να διατηρήσει την ιδιότητά του ως κατοικίδιο ζώο στην υπηρεσία της προόδου του τεχνολογικού συστήματος.

Κανένας χορτοφάγος, βίγκαν ή καρποφάγος, δεν θα επιβιώσει ως ένα πραγματικά ελεύθερο ανθρώπινο ζώο που θα πρέπει να είναι στο περιβάλλον που θα πρέπει να αναπτυχθεί (άγρια φύση), με αυτόν τον τύπο διατροφής.

Οι περισσότεροι αυτοαποκαλούμενοι “βίγκαν”, ίσως, δεν θεωρούν τον εαυτό τους ως αυτό που πραγματικά είναι: ανθρώπινα ζώα. Και είναι επίσης πολύ μεγάλη αλήθεια ότι εκείνοι που αγωνίζονται για την “Απελευθέρωση των Ζώων”, δεν αγωνίζονται για τη δική τους άγρια ατομική ελευθερία, η για το ζήτημα των εξημερωμένων ανθρώπινων ζώων. Εάν οι σπόροι, τα φρούτα και τα λαχανικά που προέρχονται από τη σύγχρονη τεχνοβιομηχανική κοινωνία, δεν είναι βίγκαν, είναι σίγουρα πολύ λιγότερο επιβλαβή από άλλα προϊόντα βιομηχανικής προέλευσης όπως: ρούχα, υποδήματα, προϊόντα υγιεινής και ομορφιάς, βιβλία, μουσική, ποδήλατα … Μια παρόμοια ανάλυση θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα προϊόντα “απάτης” που ονομάζονται “πράσινα” ή “οικολογικά”. Κανένα προϊόν της σύγχρονης Τεχνολογικής Βιομηχανίας δεν είναι οικολογικό.

Οι λεγόμενοι “βίγκαν” μπορούν να συνεχίσουν να εξαπατούν και να εξαπατώνται, μπορούν να συνεχίσουν να εξαρτώνται από το σύστημα της εξημέρωσης και της συστηματικής εκμετάλλευσης. Μπορούν να συνεχίσουν να καταγγέλλουν τις συνθήκες δουλείας των μη ανθρώπινων ζώων, χωρίς να βλέπουν ή να καταγγέλλουν το δικό τους καθεστώς ως κατοικίδια ζώα στην υπηρεσία της τεχνολογικής προόδου. Βλέπουν τα κλουβιά των άλλων ζώων, αλλά είναι τόσο τυφλοί για να δουν το σύγχρονο πολιτισμένο κλουβί στο οποίο ζούμε. Μπορούν να συνεχίσουν να παλεύουν μάταια για την “Απελευθέρωση των Ζώων”, χωρίς πρώτα να πολεμούν για τη δική τους ατομική ελευθερία. Είναι αρκετά αστείο πώς ένα κατοικίδιο ζώο σκοπεύει να απελευθερώσει άλλα ζώα. Θα είναι σε θέση να συνεχίσουν να υπερασπίζονται και να προωθούν τις ιδέες και τις αξίες του τεχνολογικού συστήματος (αριστεριστές), επιδιώκοντας απλώς να το βελτιώσουν με τις άχρηστες μεταρρυθμίσεις και να μην το καταστρέψουν οριστικά. Μπορούν να συνεχίσουν να καταναλώνουν καταναγκαστικά τα προϊόντα τους ή τα υποτιθέμενα βιγκαν, βιομηχανικά βλαβερά τρόφιμα.

Όλα αυτά απλά θα ξεγελάσουν και θα καθησυχάσουν τη συνείδησή σας με κάποιο τρόπο, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα κάνουν τίποτα για να επιτεθούν στην εξημέρωση και τη συστηματική εκμετάλλευση του ζωικού βασιλείου. Δεν γίνεται τίποτα ενάντια στην εξημέρωση, την καταστροφή και τη συστηματική τεχνητή καλλιέργεια στην άγρια φύσης. Αντιμέτωποι με την παράλογη απάτη που προκύπτει από τη θεωρία και την πρακτική των βίγκαν, αποφασίσαμε να παραιτηθούμε από την άσκοπη κατανάλωση, να επαναχρησιμοποιήσουμε τα υλικά που παράχθηκαν και να σταματήσουμε να εξαρτόμαστε από το τεχνολογικό σύστημα, αναπτύσσοντας τον δικό μας τρόπο ζωής, μακριά από τις αξίες του πολιτισμένου κλουβιού και όσο πιο κοντά στην ατομική ελευθερία και την άγρια φύση.

Για την αληθινή απελευθέρωση των ζώων
Φωτιά στα κλουβιά, φωτιά στον πολιτισμό

Feral Revolution
Spring 2013

Σημειώσεις:

(1) Αυτές οι ιδέες και οι αξίες είναι: ο συναισθηματικός ζωϊσμός, ο σπισισμός, ο βιοκεντρισμός, ο ηδονισμός, η θρησκεία, ο αριστερισμός, η υποτιθέμενη φυσικότητα της χορτοφαγίας στα ανθρώπινα ζώα, η κοινωνική οικολογία, η μισανθρωπία κλπ.

(2) Όταν μιλάμε για τον βιγκανισμό σε αυτό το κείμενο, αναφερόμαστε σε όλες τις “διαφορετικές” κλίσεις του, από τον “αστικό βιγκανισμό” μέχρι τον λεγόμενο “αναρχοβιγκανισμό”. Και από το κίνημα ρεφορμιστών “Animal Liberation” μέχρι το κίνημα για την “Απελευθέρωση των Ζώων” (ALF – Animal Liberation Front-). Οι ακτιβιστές της ALF μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν είναι ρεφορμιστές επειδή κάνουν πράξεις, αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι απαράλλακτοι με εκείνους που αποτελούν το κίνημα για την ρεφορμιστική “Απελευθέρωση των Ζώων” που επικρίνουν τόσο πολύ. Είναι ρεφορμιστές και υπερασπίζονται την προώθηση των ίδιων αξιών του τεχνολογικού συστήματος (αριστεριστές), δεν προσπαθούν να καταστρέψουν το τεχνολογικό σύστημα, προσπαθούν μόνο να το βελτιώσουν και το χειρότερο είναι ότι δεν το αναγνωρίζουν.

(3) Με την Απελευθέρωση των Ζώων εννοούμε: ανθρώπινα ζώα και μη, που αναπτύσσουν τη ζωή τους στην ελευθερία, στη φυσική και άγρια φύση τους.

(Πηγή : animusdelendi ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΤΟR)

(Μετάφραση Traces of Fire)

Αντιμετωπίστε το, οι πολιτικές σας είναι βαρετές μέχρι αηδίας.

(Λάβαμε 15/3/17)

Κείμενο ανώνυμου που είχε αποθηκευτεί σε αρχείο με την πηγή του να έχει χαθεί

Ξέρετε πως είναι αλήθεια. Ειδάλλως γιατί όλοι συστέλλονται όταν ειπώνεται η λέξη; Γιατί το ακροατήριο στις συναθροίσεις συζήτησης πάνω στην αναρχοκομμουνιστική θεωρία έχει πέσει πρωτοφανώς χαμηλά; Γιατι το καταπιεσμένο προλεταριάτο δεν έχει εκλογικευτεί ακολουθώντας σας στον αγώνα για παγκόσμια ελευθερία;

Ίσως μετά από χρόνια προσπάθεια να τους διδάξετε σχετικά με το καθεστώς εκμετάλλευσης τους καταλήξατε στο να τους κατηγορείτε για την κατάσταση τους. Πρέπει να θέλουν να κείτονται κάτω από την μπότα της καπιταλιστικής επέκτασης, διαφορετικά, γιατί δεν επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τα πολιτικά αίτια; Γιατί δεν έχουν σηκωθεί από τα έπιπλα τους να ψάλλουν συνθήματα σε προσεκτικά σχεδιασμένες και ενορχηστρωμένες διαδηλώσεις και να συχνάζουν σε αναρχικά βιβλιοπωλεία; Γιατί δεν έχουν αφιερωθεί στο να κατανοήσουν ολοκληρωτικά την απαραίτητη ορολογία για μια γνήσια κατανόηση των περιπλοκών της Μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας;

Η αλήθεια είναι ότι οι πολιτικές σας τους φαίνονται βαρετές διότι είναι πραγματικά αδιάφορες. Γνωρίζουν ότι οι παρωχημένοι τρόποι διαδήλωσής σας – οι πορείες, τα σύμβολα και οι μαζώξεις – είναι πλέον ανύμπορες να παράξουν μία ριζική αλλαγή διότι έχουν μετατραπεί σε ιδιαίτερα προβλέψιμο στοιχείο του κατεστημένου. Γνωρίζουν ότι η Μετα-Μαρξιστική εξειδικευμένη διάλεκτος είναι απωθητική επειδή συνιστά μια γλώσσα αμιγώς ακαδημαϊκών διενέξεων, όχι ένα όπλο ικανό να υπονομεύσει συστήματα ελέγχου. Γνωρίζουν ότι οι εσωτερικές φαγωμάρες, οι πολυσχιδείς ομάδες και οι ατέρμονες διαμάχες πάνω από εφήμερες θεωρίες δεν μπορούν ποτέ να επηρρεάσουν την πραγματικότητα που βιώνουν από μέρα σε μέρα. Γνωρίζουν πως ασχέτως του ποιος είναι στο γραφείο, των εγγεγραμένων στα εγχειρήδια νόμων, του -ισμού στην σκιά του οποίου παρελαύνουν οι ακαδημαϊκοί, το περιεχόμενο της ζωής τους θα παραμείνει αναλοίωτο. Γνωρίζουν ( γνωρίζουμε ) πως η ανία μας είναι απόδειξη πως αυτές οι ”πολιτικές” δεν είναι το κλειδί για έναν γνήσιο μετασχηματισμό της ζωής. Γιατί οι ζωές μας είναι ήδη αρκετά βαρετές.

Και το καταλαβαίνετε και εσείς. Για πόσους από εσάς η πολιτική συμμετοχή είναι υποχρέωση; Μια ενασχόληση λόγω αισθήματος καθήκοντος, όταν στο βάθος της καρδιάς σας βρίσκονται εκατομμύρια πράγματα που θα προτιμούσατε να κάνετε; Η εθελοντική σας εργασία αποτελεί την αγαπημένη σας δραστηριότητα ή την πραγματοποιείτε λόγω μιας αίσθησης υποχρέωσης; Γιατί θεωρείτε πως είναι τόσο δύσκολο να προθυμοποιήσετε τους άλλους να δράσουν όπως εσείς; Μήπως, πάνω απ’ όλα ένα αίσθημα ενοχής σας ωθεί να επιτελέσετε το ”καθήκον” σας με το να είστε πολιτικά ενεργοί; Ίσως να φτιασιδώνετε την ”εργασία” σας προσπαθώντας ( συνειδητά ή όχι ) να μπλέξετε με τις αρχές ώστε να συλληφθείτε; Όχι γιατί θα εξυπηρετήσετε πρακτικά τον σκοπό σας αλλά για να κάνετε τα πράγματα περισσότερο συναρπαστικά, να ανακτήσετε λίγο από τον ρομαντισμό του πολυτάραχου παρελθόντος που έχει προ πολλού ξεφτίσει. Έχετε αισθανθεί ποτέ να συμμετέχετε σε μια τελετουργία, μια πολυετή-καθιερωμένη παράδοση διακοσμητικών διαδηλώσεων που συνεισφέρουν αποκλειστικά στην ενίσχυση της θέσης του δημοσίου; Έχετε ποτέ μύχια επιθυμήσει να διαφύγετε από το τέλμα και την ανία των πολιτικών σας καθηκόντων;

Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι κανένας δεν σας ακολουθεί στους πολιτικούς σας αγώνες. Ίσως να επαναλαμβάνετε στους εαυτούς σας πως είναι μια επώδυνη και άχαρη εργασία αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ.

Για την ακρίβεια μας προκαλείτε αληθινή φθορά με τις κουραστικές και ανιαρές πολιτικές σας. Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την πολιτική. Όχι την πολιτική της Αμερικάνικης ”δημοκρατίας” και του συντάγματος για το ποιος θα εκλεγεί κυβερνήτης να υπογράφει τους ίδιους φόρους και να διαιωνίσει το ίδιο σύστημα. Όχι την πολιτική της αναρχικής υποκουλτούρας του ” ασχολήθηκα με την ριζοσπαστική αριστερά διότι απολαμβάνω να υπεκφεύγω πάνω σε ασήμαντες λεπτομέρειες και να γράφω ρητορικά για κάποια ανέφικτη ουτοπία”. Όχι την πολιτική των ηγετίσκων ή των ιδεολογιών που απαιτούν να πραγματοποιήσεις θυσίες για ”τον σκοπό”, αλλά την πολιτική των καθημερινών μας ζωών. Όταν διαχωρίζεις την πολιτική από τις άμεσες, καθημερινές εμπειρίες των μεμονωμένων αντρών και γυναικών τότε αυτή γίνεται εντελώς αδιάφορη. Πράγματι, μετατρέπεται σε ιδιωτική κτήση πλούσιων, άκαπνων διανοητών οι οποίοι, προβληματίζουν τους εαυτούς τους με τέτοιου είδους θλιβερές θεωρητικολογίες. Όταν εμπλέκεις τον εαυτό σου στην πολιτική εξαιτίας ενός αισθήματος καταναγκασμού και κάνεις την πολιτική δράση μια πληκτική ευθύνη αντί για ένα συναρπαστικό παιχνίδι που αξίζει τον κόπο καθ’ αυτό, απομακρύνεις ανθρώπους των οποίων οι ζωές είναι ήδη υπερβολικά βαρετές για περαιτέρω πλήξη. Όταν καθιστάς την πολιτική ένα άψυχο αντικείμενο, μια ανιαρή διαδικασία, μια απαίσια αγγαρεία τότε αυτή μεταποιείται σε ακόμα ένα φορτίο στις πλάτες των ανθρώπων αντί για ένα μέσο απομείωσης των ήδη υφιστάμενων. Και τοιουτοτρόπως καταστρέφεις την έννοια της πολιτικής για τους ανθρώπους που θα όφειλε να είναι θέμα βαρύνουσας σημασίας. Για όλους αυτούς που έχουν όφελος να στοχαστούν τις ζωές τους, να αναρωτηθούν τί θέλουν από την ζωή και πώς να το πάρουν. Αλλά κάνετε την πολιτική να μοιάζει με ένα μίζερο, αυτοαναφορικό, ανούσιο μεσοαστικό παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως συνάφεια με τις πραγματικές ζωές που βιώνουν.

Τί θα όφειλε να αποκαλείται πολιτική; Το κατά πόσο απολαμβάνουμε την διαδικασία εξασφάλισης τροφής και στέγης. Το αν προσλαμβάνουμε τις καθημερινές μας συναναστροφές με φίλους, γείτονες και γνωστούς ως ικανοποιητικές. Το αν έχουμε την ευκαιρία να ζούμε κάθε μέρα με τον τρόπο που επιθυμούμε. Και η πολιτική δεν θα έπρεπε να εγκλωβίζεται σε απλές συζητήσεις αυτών των αποριών αλλά να επεκτείνεται στην δραστηριοποίηση για την επίλυση τους στο παρόν. Δραστηριοποίηση από μόνη της διασκεδαστική, συναρπαστική, ευχάριστη – διότι η πολιτική δράση που είναι ανιαρή, πληκτική και καταπιεστική μπορεί μόνο να αναπαράγει ανία, πλήξη και καταπίεση στις ζωές μας. Όχι άλλος χρόνος σπαταλημένος σε αδιάφορες συζητήσεις όταν την επόμενη μέρα πρέπει πάλι να συρθούμε για δουλειά. Όχι άλλες προβλέψιμες τελετουργικές διαδηλώσεις τις οποίες οι αρχές γνωρίζουν πολύ καλά πως να αντιμετωπίσουν. Όχι άλλες μονότονες διαδηλώσεις ως τρόπο να περάσεις ένα ακόμα σαββατιάτικο απόγευμα, απωθητικές ακόμα και για επαγγελματίες εθελοντές. Αναμφίβολα αυτά δεν θα μας βγάλουν πουθενά. Ποτέ ξανά δεν θα θυσιάσουμε τους εαυτούς μας γι’ αυτόν τον σκοπό. Γιατί εμείς αυτούσιοι, η ευτυχία στις δικές μας ζωές και τις ζωές των συντρόφων μας πρέπει να είναι ο σκοπός.

Αφού κάνουμε την πολιτική σχετική με εμάς και διασκεδαστική, τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Αλλά από μια θλιβερή, αμιγώς θεωρητική και τετριμμένη πολιτική, τίποτα πολύτιμο δεν θα προκύψει. Αυτό δεν συνεπάγεται με την διαπίστωση πως δεν θα έπρεπε να επιδεικνύουμε ενδιαφέρον για την ευημερία ανθρώπων, ζώων ή περιοχών που δεν συνδέονται απευθείας με την ημερήσια ύπαρξη μας. Αλλά τα θεμέλεια της πολιτικής μας επιβάλλεται να είναι συμπαγή. Πρέπει να είναι άμεση, πρέπει να είναι εμφανές στον καθένα το γιατί αξίζει την προσπάθεια, πρέπει να είναι ευχάριστη. Πώς να επιτελέσουμε θετικά έργα για τους άλλους αν οι ίδιοι δεν απολαμβάνουμε τις ζωές μας;

Για να το συγκεκριμενοποιήσουμε όμως:

Ίσως έχει έρθει η ώρα να αναδειχθεί μια καινούρια λέξη για την ”πολιτική” εφόσον έχετε παράξει έναν τόσο βλάσφημο ορισμό μέσα από τον αρχέτυπο. Γιατί κανείς δεν θα έπρεπε να εκτοπίζεται όταν συζητάμε τρόπους δράσης για την βελτίωση των ζωών μας. Και έτσι, συνοψίζοντας σας παρουσιάζουμε τα προτάγματα μας, τα οποία είναι αδιαπραγμάτευτα και πρέπει να διεκπεραιωθούν το συντομότερο δυνατόν διότι δεν πρόκειται να ζήσουμε για πάντα. Έτσι δεν είναι;

1) Κάντε τα πολιτικά θέματα να συνάδουν με την καθημερινή εμπειρία της ζωής που βιώνουμε. Όσο απομακρύνεται το πολιτικό διακύβευμα από την καθημερινότητα μας, τόσο το λιγότερο θα μας απασχολεί. Όσο ανεδαφικά και αβάσιμα δείχνουν τόσο ανιαρή θα είναι η πολιτική.

2) Σύνολη η πολιτική δραστηριότητα οφείλει να είναι ευχάριστη και συναρπαστική η ίδια. Δεν μπορείς να διαφύγεις από την πλήξη με περισσότερη πλήξη.

3) Η επίτευξη των 2 πρώτων στόχων απαιτεί την δημιουργία ολότελα νέων προσεγγίσεων και μεθόδων. Οι τωρινές είναι παρωχημένες και απαρχαιομένες. Ίσως μάλιστα ποτέ δεν ήταν οι προσήκουσες και γι’ αυτό ο κόσμος μας έχει αυτήν την μορφή.

4) Απολαύστε! Δεν υπάρχει τίποτε για το οποίο αξίζει να βαριέστε… ή να είστε βαρετοί.

Ας κάνουμε την επανάσταση ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι με τα μεγαλύτερα ρίσκα και στοιχήματα αλλά κατά τα άλλα ένα ευχάριστο, ανέμελο παιχνίδι

Ανώνυμου.
Μετάφραση: Horizontal Mortem (Σύμπραξη Αναρχικών – Consumimur Igni)

Mail Επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net