Tag Archives: Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – Σχέδιο Νέμεσις – Πράξις 2

ΣΧΕΔΙΟ ΝΕΜΕΣΙΣ [ΠΡΑΞΙΣ 2]

 

 

9 χρόνια μετά από την πρώτη εμφάνιση της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς τον Γενάρη του 2008.

 

Μετά από περισσότερες από 300 επιθέσεις σε στόχους της κυριαρχίας που είχαν σαν αποτέλεσμα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε καταστροφές και τη μεταφορά του φόβου στο στρατόπεδο της εξουσίας.

 

Μετά από περισσότερες από 60 συλλήψεις συντρόφων και άλλων ατόμων, όλα αυτά τα χρόνια, που έχουν κατηγορηθεί σαν μέλη μας και χιλιάδες χρόνια φυλακής που τους έχουν επιβληθεί.

 

Μετά από τόσες φορές που υπουργοί και αρχηγοί της αστυνομίας δήλωναν στα media ότι έχουν καταφέρει να μας «εξαρθρώσουν» και ότι «η Σ.Π.Φ. τελείωσε».

 

Μετά από την ένταξη της Σ.Π.Φ. στις λίστες με τις “τρομοκρατικές” οργανώσεις του State Department στην Αμερική και της Europol στην ΕΕ.

 

 

…συνεχίζουμε ακόμα πιο δυνατά.

 

 

Με τη δημιουργία ενός διεθνούς συνωμοτικού δικτύου πυρήνων της F.A.I. και της Σ.Π.Φ. σε δεκάδες χώρες που πραγματοποίησαν και συνεχίζουν να πραγματοποιούν αντάρτικες επιθέσεις.

 

Με ακόμα μεγαλύτερο πάθος και πείσμα για να πλήξουμε δομές αλλά και πρόσωπα του συστήματος εξουσίας.

 

Πάντα ενάντια στην κοινωνική απάθεια.

 

Πάντα ενάντια στους δυνάστες της ζωής μας.

 

Ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η Σ.Π.Φ. είναι μια ιδέα και ότι η Iδέα δεν μπορεί να φυλακιστεί γιατί είναι σαν τη Λερναία Ύδρα. Για κάθε σύντροφο στη φυλακή, νέοι σύντροφοι είναι έτοιμοι να πάρουν τη θέση του και να συνεχίσουν στο μονοπάτι της επίθεσης.

 

Έχουμε ακόμα την οργή…

 

 

Αναλαμβάνουμε την αποστολή παγιδευμένου δέματος στον Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας στα πλαίσια της εκστρατείας της 2ης πράξης του Σχεδίου Νέμεσις.

 

Θα ακολουθήσει η προκήρυξη το επόμενο διάστημα.

 

Συντροφικούς χαιρετισμούς στις ομάδες άμεσης δράσης της F.A.I. στη Χιλή και στην Ελλάδα για τη συμβολή τους στο Σχέδιο Νέμεσις.

 

Εξεγερτικούς χαιρετισμούς στους συντρόφους της F.A.I. στην Ιταλία και στα αιχμάλωτα μέλη της Σ.Π.Φ. στην Ελλάδα που συνεχίζουν αμετανόητοι…

 

Εμπρός για τη Μαύρη Διεθνή των αναρχικών της πράξης.

 

 

Τίποτα δεν τελείωσε

Όλα συνεχίζονται

 

 

ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ

 

 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς/F.A.I.

Π.Αργυρού-εφετείο ΣΠΦ:Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

 

Τους προηγούμενους μήνες έλαβε χώρα ένας επιπλέον κύκλος εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας. Κάποιες από αυτές έχουν ενδιαφέρον καθώς είναι αποκαλυπτικές ως προς τις μεθοδεύσεις του συνόλου των διωκτικών αρχών. Δεδομένης της έλλειψης ενημέρωσης όπως αυτή φάνηκε στα κενά της αντιπληροφόρησης (σκοπούμενα ή μη) θα αποπειραθώ να καταγράψω εκείνες τις λεπτομέρειες που θεωρώ ότι αξίζουν αναφοράς.Όσα ακολουθήσουν θα είναι μια όσο το δυνατόν συμπυκνωμένη παράθεση καταθέσεων αρκετών από τους μάρτυρες, σε μια διαδικασία που διήρκεσε αρκετούς μήνες. Σίγουρα θα υπάρχουν παραλείψεις και σημεία που ίσως μου διέφυγαν, οπότε ο εμπλουτισμός των ενημερώσεων και από άλλους μόνο χρήσιμος θα είναι. Δυστυχώς, η απουσία διαθεσιμότητας, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον για την καταγραφή στιγμιότυπων των δικών αυτών (που στην τελική δεν αφορούν μονάχα τους εμπλεκόμενους σε αυτές αλλά και όσους αντλούν ενδεχομένως ένα ενδιαφέρον γύρω από τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις) ενισχύουν τα ελλείμματα ενημέρωσης. Ελπίζω τα όσα αναφερθούν να μπορούν να χρησιμεύσουν κάπου σε υποθέσεις που είναι ήδη ανοιχτές και στις οποίες σύντροφοι δικάζονται με παρόμοια μοτίβα μεθοδεύσεων, όπως αυτά φάνηκαν μέσα από τις καταθέσεις μαρτύρων ( ψεύτικες αναγνωρίσεις, ανώνυμα τηλεφωνήματα, παρακολουθήσεις σπιτιών κτλ). Σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως όλη αυτή η ενημέρωση έχει και μια αυτούσια πολιτική αξία, διότι μέσα από τις περιγραφές προκύπτει αρκετά γλαφυρά το πως οι κατασταλτικοί θεσμοί της Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του εσωτερικού εχθρού που βαφτίζουν “τρομοκρατία”.

 

1) Στην ογκώδη λίστα μαρτύρων κατηγορίας οι περισσότεροι ήταν αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και βαθμίδων. Όχι κάτι παράξενο για υποθέσεις όπως αυτή. Όμως εδώ το αξιοπερίεργο είναι ότι πολλοί από αυτούς δεν είχαν το παραμικρό να πουν γιατί πολύ απλά δεν είχαν κανενός είδους εμπλοκή στις εξεταζόμενες υποθέσεις (εκρήξεις στην οικεία του πρώην υπουργού Παναγιώτη Χηνοφώτη, της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη και στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης). Για παράδειγμα στην περίπτωση της έκρηξης στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης εμφανίστηκαν αρκετοί αστυνομικοί των ΜΑΤ που δεν είχαν να πουν τίποτα απολύτως καθώς ναι μεν υπηρετούσαν στην διμοιρία που αναλάμβανε τη στατική φύλαξη του υπουργείου, τη μέρα της έκρηξης όμως έλειπαν σε άδεια. Ως προς το περίεργο της υπόθεσης οι ίδιοι απάντησαν πως δεν είχαν ιδέα γιατί καλέστηκαν, κι ότι ενώ φρόντισαν να ξεκαθαρίσουν πως έλειπαν σε άδεια, παρόλαυτά τα ονόματα τους μπήκαν στην λίστα με τους μάρτυρες. Αν αυτό το μπέρδεμα αφορούσε μόνο την προανάκριση δεν θα προξενούσε εντύπωση διότι κάτι τέτοια διαδικαστικά λάθη δεν είναι σπάνια. Πως όμως έφτασαν τα ονόματα τους να συμπεριληφθούν στη λίστα μαρτύρων κατηγορίας για την δίκη; Ούτε και η πιο αφελής καλοπιστία δεν θα δεχόταν το επιχείρημα ότι όλο αυτό οφείλεται σε μια απλή γραφειοκρατική κωλυσιεργία. Δεδομένου μάλιστα ότι η επιλογή των συγκεκριμένων μαρτύρων έγινε, όπως οι ίδιοι είπαν, από την ίδια την αντιτρομοκρατική, η καχυποψία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη μαρτύρων κατηγορίας στη λίστα χωρίς αυτοί να έχουν οτιδήποτε να πουν ήταν μια μεθόδευση και όχι ένα απλό λάθος. Που μπορεί να αποσκοπεί όμως αυτή η φαινομενικά άκυρη μεθόδευση;Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι το να εμφανίζονται πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε μια δίκη, και δη αστυνομικοί, επιβαρύνει από μόνο του το κλίμα. Πόσο μάλλον όταν στην εξέταση τους μπορεί να προκύψει ένα αόριστο κλίμα κινδυνολογίας. Είναι δεδομένο ότι καθώς οι αστυνομικοί έλειπαν σε άδεια μόνο υποθετικά θα μπορούσαν να απαντήσουν σε μια ερώτηση του στυλ : “Από την θέση που ήταν τοποθετημένη η βόμβα θα μπορούσατε να κινδυνέψετε αν είχατε υπηρεσία και εάν η έκρηξη γινόταν πρόωρα ;” Ό,τι κι αν απαντούσαν όμως με αυτή την τεχνική ενισχύεται η γενική εντύπωση ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αντάρτικου πόλης αποσκοπούν ή δεν νοιάζονται για παράπλευρες απώλειες. Δεν είναι τόσο το ποινικό κομμάτι που ενδιαφέρει τις αρχές σε αυτήν την περίπτωση, όσο η πολιτική σκοπιμότητα του να ακούγεται όσο περισσότερο γίνεται αυτή η αόριστη κινδυνολογία, ώστε να χτυπιέται το κύρος και το ηθικό ανάστημα των ανταρτών πόλης, καθώς είναι πάγια τακτική να επιχειρείται η αποδόμηση τους ως εν δυνάμει μακελάρηδες αθώων ανθρώπων. Σε τελική ανάλυση κανείς δεν θα ασχοληθεί με το αν οι αστυνομικοί ήταν ή δεν ήταν παρόντες καθώς αυτό που μένει είναι αυτή η αόριστη κινδυνολογία. Το γεγονός αυτό το πιστοποιεί και η κατάθεση τηλεφωνήτριας της άμεσης δράσης, η οποία ήταν αυτή που κλήθηκε να μεταβιβάσει το προειδοποιητικό τηλεφώνημα στους ανωτέρους της. Η συγκεκριμένη τηλεφωνήτρια αρνιόταν επίμονα να αναγνωρίσει εάν τέτοιου είδους προειδοποιητικά τηλεφωνήματα έχουν ή όχι έναν προστατευτικό χαρακτήρα, βρίσκοντας προφάσεις του στυλ “δεν μπορώ να έχω άποψη επί του θέματος”. Μόνο όταν ρωτήθηκε ότι αφού δεν μπορεί να έχει άποψη γιατί μπήκε στον κόπο να απασχολήσει τους ανωτέρους της, παραδέχθηκε “υποθέτω πως ναι έχουν προστατευτικό χαρακτήρα”.

 

Ανάμεσα στους αστυνομικούς που κατέθεσαν ήταν κι ένα στέλεχος της αντιτρομοκρατικής που ισχυρίστηκε ότι υπηρεσιακό του καθήκον είναι να συλλέγει πληροφορίες μέσω ιστοσελίδων στο ιντερνετ, κι ότι κατά την έρευνα του αυτή, εντόπισε μια ανάληψη της ΣΠΦ στον ιστότοπο athens indymedia. Αρχικά όταν καλέστηκε να εξειδικεύσει το αντικείμενο των ερευνών του απάντησε αόριστα πως ερευνά ανοικτές πηγές στο ιντερνετ, τις οποίες αργότερα προσδιόρισε ως ειδησεογραφικές σελίδες. Σε αυτό το σημείο μη μπορώντας να συνδέσει τις ειδησεογραφικές σελίδες με το athens indymedia άρχισε σιγά σιγά να αποφεύγει τις απαντήσεις ή να απαντάει με ένα τελείως γελοίο τρόπο. Στο τέλος κατέληξε να μας πει πως το αντικείμενο της δουλειάς του είναι να πραγματοποιεί τυχαίες αναζητήσεις στο google και πως τυχαία ανακάλυψε την ανάληψη στο athens indymedia, το οποίο αφενός παραδεχόταν ότι δεν είναι ειδησεογραφικό σαιτ από την άλλη όμως εμφανιζόταν ανίκανος να το εντάξει σε κάποια κατηγορία. Ο λόγος φυσικά ήταν απλός. Ήθελε πάση θυσία να αποφύγει να αναγνωρίσει ότι το athens indymedia είναι ένα αντιεξουσιαστικό μέσο αντιπληροφόρησης, καθώς αυτό θα ήταν μια έμμεση παραδοχή ότι η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί τέτοιου είδους μέσα σε σταθερή βάση.

 

Μια ιδιαίτερη περίπτωση όμως ήταν η εξέταση των αστυνομικών ειδικών φρουρών που υπηρετούσαν στην φύλαξη της οικείας του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης Παναγιώτη Χηνοφώτη. Προσπερνώντας το διόλου ασήμαντο γεγονός πως ένας από αυτούς δήλωσε πως κατά τη γνώμη του η φύλαξη του υπουργού οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, έχει σημασία να σταθούμε στην κατάθεση των άλλων δύο. Αυτοί λοιπόν (και οι δύο) κατέθεσαν πως το διάστημα πριν την έκρηξη αντιληφθήκαν τον οδηγό μιας μοτοσικλέτας να φωτογραφίζει ένα σπίτι στον ίδιο δρόμο με το σπίτι του υπουργού. Αν και ο οδηγός φορούσε κράνος, οι ειδικοί φρουροί αναγνώρισαν με τα διαπεραστικά μάτια τους πως κάτω από το κράνος είναι ένας νεαρός άντρας περίπου 25 χρονών με μακριά σγουρά καστανά μαλλιά. Ως εδώ καλά. Το μόνο παράξενο είναι η ικανότητα των φρουρών να βλέπουν μέσα από κράνη. Το θέμα είναι πως αυτή η περιγραφή συνέπιπτε με την τότε εμφάνιση μέλους της ΣΠΦ. Το πραγματικό πρόσωπο όμως κάτω από το κράνος καλέστηκε και εμφανίστηκε στο δικαστήριο όπου και προέκυψε πως επρόκειτο για έναν επαγγελματία μεσίτη πάνω από 40 χρονών, φαλακρός ήδη από τα 17 του χρόνια, ο οποίος εκείνη την ημέρα τραβούσε φωτογραφίες ένα σπίτι για επαγγελματικούς λόγους. Αυτό το έργο παίχτηκε και στο πρωτόδικο δικαστήριο και συνεχίστηκε και τώρα στο εφετείο. Βέβαια, ενώ όπως είναι λογικό, μιας και η πραγματικότητα διέψευσε τους αστυνομικούς, θα περίμενε κανείς να ανασκευάσουν οι φρουροί τις καταθέσεις τους ή τουλάχιστον να πουν ότι έκαναν λάθος, αυτοί αρνήθηκαν πεισματικά και επέμειναν ακόμα και στο εφετείο στην αρχική τους αναγνώριση. Μπροστά σε αυτό το προκλητικό θράσος τους κατατέθηκε αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο αστυνομικών με τον μεσίτη. Το αίτημα έγινε δεκτό και έτσι εμφανίστηκαν και οι τρεις μπροστά στην έδρα με τους αστυνομικούς να πρέπει να εξηγήσουν το πως ο φαλακρός μεσίτης 40 χρονών μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας 25χρονος νεαρός με μακριά καστανά σγουρά μαλλιά. Σε μια προσπάθεια να τα μπαλώσουν ο ένας αστυνομικός προσπάθησε να τα γυρίσει λίγο λέγοντας ότι “εντάξει δεν είναι απαραίτητο να οδηγούσε ο μεσίτης τη μηχανή την συγκεκριμένη ημέρα”για να πάρει την πληρωμένη απάντηση του μεσίτη πως αυτός ήταν .Το όλο σκηνικό ήταν τόσο γελοίο που ακόμα και η έδρα κρατιόταν να μη γελάσει. Μπροστά σε αυτό το τσίρκο με μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα ο ένας εκ των αστυνομικών άλλαξε την κατάθεση του λέγοντας πως τον οδηγό δεν τον είδε ο ίδιος αλλά ότι μετέφερε ότι του είπε ο συνάδερφος του που τον είδε, έκανε δηλαδή μια διαμεσολαβημένη αναγνώριση. Ο άλλος τώρα που έμεινε μόνος του, καθώς ακόμα και ο συνάδελφος του τον κρέμασε, δεν μπόρεσε ποτέ να αιτιολογήσει, με κάποιο λογικό στοιχείο τουλάχιστον το γεγονός ότι το πρόσωπο που είδε ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το πραγματικό πρόσωπο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Πέρα όμως από το γελοίο του θέματος αυτό που χρήζει προσοχής και είναι ενδεικτικό του πως μαγειρεύονται τέτοιες αναγνωρίσεις, είναι το γεγονός πως οι δύο ειδικοί φρουροί προφανώς καθοδηγήθηκαν από την αντιτρομοκρατική να δώσουν την υπαρκτή περιγραφή ενός προσώπου που βρισκόταν στο στόχαστρο των αρχών, ώστε ακόμα κι αν αυτή διαψευστεί αργότερα στη δίκη να έχουν ήδη δημιουργηθεί εντυπώσεις που θα δώσουν πάσα στο δικαστήριο να ξεθολώσει το τοπίο με κάποια υπεραπλουστατευτική εξήγηση του στυλ: “Μπορεί οι αστυνομικοί να είδαν τον συγκεκριμένο ύποπτο σε άλλο χρόνο και τόπο και να μπερδεύτηκαν”. Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή των αστυνομικών να επιμένανε στην αναγνώριση της πρώτης της κατάθεσης μέχρι και στο εφετείο και ενώ μπροστά στα μάτια τους βρισκόταν με σάρκα και οστά ένας τελείως άλλος άνθρωπος από αυτόν που αναγνωρίσανε, και παρόλα αυτά να μην τίθεται ζήτημα ψευδορκίας αυτεπάγγελτα. Φυσικά όσοι έχουμε αναλάβει ευθύνη για την συμμετοχή μας στην οργάνωση δεν ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ για τέτοιες τεχνικές λεπτομέρειες και για το λεγόμενο αδιάβλητο κύρος της δικαιοσύνης, αλλά για το γεγονός ότι οι διωκτικές αρχές συνολικά μεθοδεύουν πλαστές αναγνωρίσεις προσώπων με σκοπό να τους εμπλέξουν σε υποθέσεις, καθώς δεν είναι καθόλου αδιάφοροτο το ότι ένα σωρό άνθρωποι έχουν βρεθεί να κατηγορούνται χωρίς λόγο για τη ΣΠΦ.

 

Ένας από τους σημαντικότερους μάρτυρες της δίκης (από πολιτικής άποψης) ήταν ο πρώην υπουργός Παναγιώτης Χηνοφώτης, ο οποίος είπε ενδιαφέροντα πράγματα από πολλές απόψεις. Πρώτα από όλα ενίσχυσε τον ισχυρισμό του αστυνομικού της προσωπικής του φρουράς ότι η φύλαξη του οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, προσθέτοντας κιόλας πως “όλα τα πρόσωπα θεσμικού και πολιτικού κύρους και επιφάνειας διαθέτουν προσωπική φρουρά για πολιτικούς λόγους”. Στην συνέχεια μάλιστα παραδέχτηκε πως η βομβιστική επίθεση εναντίον του θα μπορούσε να έχει και πολιτικό χαρακτήρα λόγω της θέσης του ως υπουργός το 2009. Σε σχέση με την ίδια την ΣΠΦ ανέφερε πως ενημερώθηκε σχετικά πρώτη φορά από κάποιον αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής, αρμόδιο για αυτά τα θέματα, κάποιον ταξίαρχο Μπαλακο. Κατατέθηκε επιτόπου αίτημα να κληθεί ο ταξίαρχος Μπαλακος ώστε να μας πει αν όντως έκανε μια τέτοια ενημέρωση στον υπουργό καθώς και το περιελάμβανε αυτή η ενημέρωση. Το αίτημα έγινε δεκτό, ο Μπαλάκος ήρθε λοιπόν σε επόμενη συνεδρία στην οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι παρείχε οποιαδήποτε τέτοια ενημέρωση στον υπουργό, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, καθιστώντας φανερό ότι ένας από τους δύο ψεύδεται. Σε σχέση με την δολοφονία του αναρχικού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο Χηνοφώτης είπε πως υπέβαλλε την παραίτηση του για λόγους ευθιξίας. Ως προς αυτό ρωτήθηκε αν σήμαινε πως ταυτόχρονα αναλάμβανε και την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία ως είθισται να κάνουν οι πολιτικοί που παραιτούνται επικαλούμενοι πολιτική ευθιξία αλλά ενοχλήθηκε και κάλεσε το δικαστήριο να τον προστατέψει λέγοντας πως “δεν ήρθα ως εδώ για να υποστώ ανάκριση”

 

ii) Ο τελευταίος κύκλος εξέτασης αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας αφορούσε τρία στελέχη της αντιτρομοκρατικής τον Χρήστο Κοτλίδα, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Δημήτρη Χωριανόπουλο. Και οι τρεις τους καθαιρέθηκαν στις κρίσεις του Νοεμβρίου του 2009 μαζί με πολλά άλλα ηγετικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής, μέσα σε μια νύχτα με τον έντυπο τύπο να μιλάει για “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών στην Αντιτρομοκρατική”. Κανένας από αυτούς δεν συμπεριλαμβανόταν στην λίστα μαρτύρων αλλά καλέστηκαν μετά από αίτημα από την πλευρά των κατηγορούμενων.

 

Ο Κοτλίδας κλήθηκε διότι σε δημοσιεύματα του τύπου περιγραφόταν ως ο τμηματάρχης του 3ου Τμήματος της Αντιτρομοκρατικής, που περιγράφεται ως τμήμα ελέγχου αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, κάτι που είχαν επιβεβαιώσει και προγενέστερα κάποιοι από τους προηγούμενους μάρτυρες της Αντιτρομοκρατικής. Το ζητούμενο φυσικά ήταν να έρθει ώστε να δώσει μια εικόνα του τι είναι ακριβώς αυτό το τμήμα και με το ασχολείται. Ο ίδιος αρνήθηκε πως το τμήμα ονομάζεται έτσι και ότι η κανονική ονομασία του τμήματος είναι Τμήμα Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας κατά του πολιτεύματος. Δεν μπόρεσε βέβαια να πει τι το διαφορετικό ερευνά ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής, ενώ υπάρχει αντίστοιχο τμήμα της κρατικής ασφάλειας. Στην συνέχεια ρωτήθηκε ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά “εγκλημάτων κατά του πολιτεύματος” που ερευνά το τμήμα του και χωρίς να το πολυσκεφτεί έφερε ως παράδειγμα την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού το πρωί της ίδιας ημέρας στο υπουργείο οικονομικών. Αυτό προκάλεσε σειρά ερωτήσεων στις οποίες ο Κοτλίδας απέφυγε να απαντάει καταλαβαίνοντας ότι εκτέθηκε παραπάνω. Έτσι ανέφερε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει αν γενικώς τοποθετήσεις εκρηκτικών μηχανισμών σε υπουργεία είναι ενέργειες κατά του πολιτεύματος αλλά και ότι δεν μπορεί να πει αν θα πρόκειται για ενέργεια κατά του πολιτεύματος αν βγει τελικώς ανάληψη γιατί δεν του αρέσει να μιλάει προκαταβολικά. Τότε ρωτήθηκε αν για μια παλιότερη έκρηξη σε υπουργείο, στην οποία υπήρξε ανάληψη ευθύνης από τη ΣΠΦ, όπως στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, θα μπορούσε να πει αν ήταν ενέργεια κατά του πολιτεύματος, αλλά απάντησε αρνητικά με έναν πολύ αφαιρετικό και αόριστο τρόπο. Όσο όμως κι αν απέφυγε να απαντάει, εκείνο που είχε σημασία είχε ειπωθεί έστω και εκ παραδρομής. Ίσως είναι και η πρώτη φορά (τουλάχιστον δεν θυμάμαι εγώ άλλη) που αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής παραδέχεται μπροστά σε δικαστήριο ότι μια βομβιστική επίθεση σε υπουργείο θα μπορούσε υπό συνθήκες να είναι ενέργεια κατά του πολιτεύματος ανοίγοντας το δρόμο για να θεωρηθούν και ως πολιτικά εγκλήματα. Τέτοιες δηλώσεις, ακόμα και με λανθάνουσα γλώσσα ξεκαθαρίζουν το τοπίο ως προς τις δίκες εναντίον αναρχικών ανταρτών πόλης, καθώς εδώ και πολλά χρόνια ακούμε συνεχώς πως πολιτικό έγκλημα είναι μόνο η κατάλυση της Δημοκρατίας από στρατιωτικό πραξικόπημα.

 

Οι δύο μάρτυρες που απέμειναν ήταν οι πιο κομβικοί ίσως αυτής της δίκης. Επιτελικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, σε ηγετικές βαθμίδες του 1ου τμήματος (καταπολέμηση εσωτερικής τρομοκρατίας) της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, ήταν από εκείνους που είχαν ρόλο επόπτη και διευθυντή στην κατασταλτική επιχείρηση εναντίον της ΣΠΦ και ειδικότερα στο σχεδιασμό της εισβολής στο σπίτι του Χαλανδρίου στις 23/9/2009. Αυτοί οι δύο λοιπόν, ο Φραγκίσκος και ο Χωριανόπουλος, καλέστηκαν μιας και ήταν αυτοί που όλοι οι υφιστάμενοι τους, τους υπέδειξαν ως αρχιτέκτονες της όλης επιχείρησης στο Χαλάνδρι. Στις καταθέσεις τους όμως υπήρξε ένα τεράστιο χάσμα που βίαζε την κοινή λογική, καθώς για ακριβώς τα ίδια πράγματα είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

 

Ο Γιάννης Φραγκίσκος εμφανίστηκε πρώτος κατά σειρά. Στάθηκε μπροστά στο δικαστήριο με ένα κάπως απολογητικό ύφος, ακόμα και ως προς την πλευρά αυτών που βρισκόμαστε κατηγορούμενοι. Στις ερωτήσεις που του γίνονταν , άρχισε σιγά-σιγά να σκιαγραφείται μια άλλη εικόνα για το τι συνέβη στο Χαλάνδρι στις 23/9/2009 ανατρέποντας όλα τα ως τότε δεδομένα της υπόθεσης. Ανέτρεψε εντελώς την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, μια εκδοχή στην οποία είχαν θεμελιωθεί σε πρώτο βαθμό οι έως τώρα διώξεις όλων των εμπλεκόμενων στις δικογραφίες, ανεξάρτητα από το αν δήλωναν μέλη της ΣΠΦ ή όχι). Τι μας είπε λοιπόν ο Φραγκίσκος για το πως ξεκίνησαν όλα αυτά;

 

Σύμφωνα με τον Φραγκίσκο το νήμα της ιστορίας ξεκίνησε από τον Γενάρη του 2009 και την επίθεση του ΕΑ στην διμοιρία των ΜΑΤ που φιλούσε το υπουργείο πολιτισμού. Στην τεράστια επιχείρηση της αστυνομίας που ακολούθησε, έγιναν εισβολές σε σπίτια καθώς και προσαγωγές και συλλήψεις διαφόρων αναρχικών. Ένα από αυτά τα σπίτια ήταν και αυτό που διέμενε ο Γιώργος Νικολόπουλος, μέλος της ΣΠΦ, ο οποίος τότε συνελήφθη κιόλας μαζί με άλλους αναρχικούς που βρίσκονταν τότε στο σπίτι ως επισκέπτες. Αυτή είναι η κομβική στιγμή, λέει ο Φραγκίσκος κατά την οποία, ένας συγκεκριμένος κύκλος ανθρώπων μπαίνει στο μικροσκόπιο της αντιτρομοκρατικής, η οποία έκτοτε τους παρακολουθεί περιοδικά με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο σπίτι του Χαλανδρίου, όπου διέμενε το μέλος της ΣΠΦ, Χάρης Χατζημιχελάκης. Μάλιστα ο Φραγκίσκος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η εισβολή στο σπίτι των Εξαρχείων δεν έγινε τυχαία, αλλά ότι υπήρχαν στοιχεία από πιο παλιά, τα οποία δεν είχε υπόψη του ο ίδιος. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια εκδοχή΄, η οποία χωρίς αμφιβολία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Χωριανόπουλου περί ανώνυμου τηλεφωνήματος. Όσο προχωρούσε η κατάθεση του και συνεχίζονταν οι ερωτήσεις τόσο περισσότερα αποκάλυπτε ο Φραγκίσκος με την ίδια απολογητική διάθεση. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε πως πράγματι υπήρξε ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής (δεν διευκρίνισε ποιο και αν είναι το 3ο ή κάποιο άλλο), του οποίου αρμοδιότητα είναι η μελέτη και παρακολούθηση προσώπων και δραστηριοτήτων του αναρχικού χώρου ώστε να φιλτράρει πληροφορίες και να καταλήγει σε λίστες υπόπτων.

 

Με τη χαρακτηριστική άνεση ενός αναλυτή πληροφοριών που μελετάει “περιβάλλοντα” περιέγραψε μεταξύ Δεκέμβρη 2009 και Σεπτέμβρη 2009, και ειδικότερα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, η αντιτρομοκρατική είχε θορυβηθεί και ανησυχούσε ιδιαίτερα για την κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς οι δραστηριότητες συνολικά του αναρχικού χώρου έδειχναν μια άνοδο σε επίπεδο κινητικότητας. Η αύξηση της αναρχικής παρουσίας τόσο με τις διάφορες δημόσιες εκδηλώσεις, όσο και με τις συνεχείς επιθέσεις άμεσης δράσης και αντάρτικου πόλης, είχε δημιουργήσει φόβους για μια ενδεχόμενη εσωτερική αποσταθεροποίηση (σύμφωνα πάντα με τον ίδιο τον Φραγκίσκο) φόβους που εντάθηκαν μετά και την εκτέλεση του στελέχους της αντιτρομοκρατικής Νεκτάριου Σάββα, από την οργάνωση Σέχτα Επαναστατών. Άρχισε λοιπόν ,λέει, να γίνεται επιβεβλημένη μια διευρυμένη επιχείρηση αντιμετώπισης του φαινομένου προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα στο μέλλον (πάντα σύμφωνα με τον Φραγκίσκο). Έτσι η αντιτρομοκρατική αποφασίζει να κλειδώσει σε ότι είχε στα χέρια της μέχρι τότε αρχίζοντας μια πιο συστηματική παρακολούθηση των ανθρώπων που είχε στο στόχαστρο ήδη από τον Γενάρη του 2009. Η επιχείρηση αυτή, η οποία κατέληξε να επικεντρωθεί κάποια στιγμή στο Χαλάνδρι, επισπεύσθηκε για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η απροσδόκητη βομβιστική επίθεση στο σπίτι της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη ( κάτι που παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος) αλλά και λόγω των εθνικών εκλογών του Οκτωβρίου (κάτι που δεν παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος, ούτε απέρριψε όμως κατηγορηματικά). Η στάση του Φραγκίσκου σε αυτό το σημείο υπήρξε τόσο απολογητική, που εκπλαγήκαμε σχεδόν όλοι. Έφτασε στο σημείο να ομολογήσει ότι η επιχείρηση έγινε βιαστικά και πρόχειρα με αποτέλεσμα να εμπλακούν στις δικογραφίες πρόσωπα άσχετα με την υπόθεση, και να χαρακτηριστεί το σπίτι ως γιάφκα, χαρακτηρισμό που ο Φραγκίσκος απέρριψε απόλυτα. Είπε μάλιστα, πως κατά την γνώμη του “θα έπρεπε να περιμέναμε περισσότερο καιρό ώστε να εξασφαλίσουμε πως δεν θα κατηγορηθεί άδικα κόσμος”. Μας έδωσε την εντύπωση, μάλιστα, πως η τελική απόφαση για την ημέρα εισβολής δεν ήταν δική του, αλλά αρνήθηκε να υποδείξει ποιου ήταν, αφήνοντας ωστόσο υπαινιγμούς για τους ανωτέρους του δείχνοντας τον Χωριανόπουλο, χωρίς να λέει το όνομα του. Τέτοιου στυλ υπονοούμενα συνεχίστηκαν, πιο έντονα μάλιστα όταν καλέστηκε να σχολιάσει τις συνθήκες αποπομπής του από τη θέση του, κάτι για το οποίο έδειχνε να μην κατανοεί τους λόγους και δεν έκρυψε μάλιστα και την ενόχληση του για το γεγονός. Οι υπαινιγμοί του ότι η αποπομπή του αυτή ίσως έκρυβε πολιτική σκοπιμότητα ήταν τόσο έντονοι που παρενέβη φανερά ενοχλημένος ο αναπληρωτής εισαγγελέας ( ο οποίος δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ σε δίκη σε βαθμό που να μοιάζει διακοσμητικός) για να απαιτήσει από τον Φραγκίσκο πιο ξεκάθαρες τοποθετήσεις και έτσι ο Φραγκίσκος είπε πως υποθέτει ότι αποπέμφθηκε επειδή οι ανώτεροι του είχαν εχθρική στάση απέναντι του λόγω του “πως έβλεπα τα πράγματα που γίνονταν μερικές φορές”. Με αυτή την ντρίμπλα ο Φραγκίσκος. όχι μόνο εξέθεσε την αντιτρομοκρατική αλλά φρόντισε αρκετά έξυπνα να αποτινάξει κι από πάνω του την ευθύνη για τα όποια μελανά σημεία στον τρόπο λειτουργίας της. Σχολίασε δεικτικά μάλιστα πως όντως ειπώθηκαν μερικές υπερβολές τότε στα κανάλια σε σχέση με το σπίτι, τους συλληφθέντες και όλη την επιχείρηση, αλλά όπως μας είπε δεν ήταν ευθύνη της αντιτρομοκρατικής να τις διαψεύσει αλλά ευθύνη του ίδιου του αρχηγού της αστυνομίας. Τελειώνοντας την κατάθεση του δήλωσε πως αισθάνεται στεναχώρια που οι έρευνες της αντιτρομοκρατικής έγιναν τότε με τέτοιο τρόπο ώστε “να οδηγηθούν πολλά αθώα νεαρά παιδιά στις φυλακές” που θα μπορούσαν να είναι και δικά του παιδιά ( δικά του λόγια) και ξεκαθάρισε πως πλέον δεν έχει τις αντιλήψεις που είχε τότε. Στο γιατί πιστεύει ότι δεν καλέστηκε τόσα χρόνια να καταθέσει αυτά που είπε τώρα, ακόμα και ο ίδιος έδειξε να απορεί και είπε πως πραγματικά δεν καταλαβαίνει τον λόγο, αλλά πως ποτέ δεν είναι αργά.

 

Τα αποτελέσματα από αυτήν την κατάθεση ενός εξέχοντος στελέχους της αντιτρομοκρατικής που τίναξε στον αέρα όλο το επικοινωνιακό παιχνίδι της υπηρεσίας γύρω από το πως έφτασε στο σπίτι του Χαλανδρίου και το αν αυτό ήταν τελικά γιάφκα ή όχι, προφανώς καταλήγουν ότι ο Φραγκίσκος είχε τη δική του προσωπική ατζέντα να εκθέσει την αντιτρομοκρατική (για ρεβανσιστικούς λόγους ενδεχομένως επειδή τον ξήλωσαν μέσα στην νύχτα δια τηλεφώνου). Αυτό ωστόσο είναι αδιάφορο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δημιουργήθηκε ένα ρήγμα στις αφηγήσεις της αντιτρομοκρατικής.

 

Οι προεκτάσεις αυτής της ιστορίας ξεπερνούν κατά πολύ την υπόθεση που εκδικάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς παρόμοιες επιχειρήσεις και μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής έχουν υπάρξει πολλές και αν κάτι μένει είναι το πόσο παρασκήνιο τελικά κρύβεται πίσω από κάθε ανώνυμο τηλεφώνημα που δέχεται η αντιτρομοκρατική.

Η τελευταία κατάθεση, αυτή του Δημήτρη Χωριανόπουλου, του διευθυντή της αντιτρομοκρατικής και προϊσταμένου του Γιάννη Φραγκίσκου, αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον καθώς επρόκειτο να έχει τεράστια απόκλιση από όσα είπε ο Φραγκίσκος. Με δεδομένο όμως τα απολύτως αντικρουόμενα δεδομένα ανάμεσα στις δυο εκδοχές το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί όχι μόνο δεν καλύφθηκε αλλά μεγάλωσε κι άλλο.

 

Ο Χωριανόπουλος, βασικά, κατάφερε το ακατόρθωτο. Αφού έπεσε σε αντιφάσεις με όλα όσα είχαν δηλώσει οι υφιστάμενοι του σχεδόν σε όλα τα επίπεδα κατέληξε στο τέλος να αντιφάσκει πλήρως και με τον εαυτό του από ερώτηση σε ερώτηση.

 

Ξεκινώντας ο Χωριανόπουλος να καταθέτει επέδειξε ένα αρκετά εντυπωσιακό ταλέντο ελιγμών. Έτσι, ανάλογα με το αν ήθελε να επωμιστεί κάποιες ευθύνες ή όχι φαινόταν πότε να είναι σε γνώσει όλων των ενεργειών των υφισταμένων του και πότε όχι. Κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με τις καταθέσεις όλων των προηγούμενων αντιτρομοκρατικάριων (Χηνόπουλος και λοιπών), οι οποίοι, επίσης, για να αποφύγουν να απαντούν σε καυτές ερωτήσεις έλεγαν ότι ενεργούσαν αποκλειστικά κατόπιν εντολών ανωτέρων τους, δείχνοντας όλοι τον Χωριανόπουλο. Ο ίδιος ωστόσο επιφύλαξε για τον εαυτό του μια εικόνα Πόντιου Πιλάτου, ο οποίος δεν χρειαζόταν καν να δίνει εντολές, γιατί οι υφιστάμενοι του ήταν έμπειροι και ήξεραν τι να κάνουν, επομένως αυτός καθόταν στο γραφείο του και ενημερωνόταν μόνο για τα ουσιώδη κι όχι για τα γενικά στοιχεία της επιχείρησης. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με το Χωριανόπουλο, πως έχουμε μία επιχειρησιακή ομάδα 20-30 ατόμων γύρω από το σπίτι του Χαλανδρίου, η οποία κινείται αυτόνομα παίρνοντας πρωτοβουλίες και στέλνοντας απλώς αναφορές για τα ουσιώδη στο Χωριανόπουλο, κάτι ολωσδιόλου αντίθετο με αυτά που είχε πει ο Χηνόπουλος, ο οποίος ουσιαστικά μας είχε δώσει την εντύπωση πως κανείς δεν έκανε ρούπι αν πρώτα δεν το ήξερε ο Χωριανόπουλος.

 

Όλα αυτά ίσως ήταν ασήμαντα, παρά το ότι βρίθουν αντιφάσεων, άρχισαν όμως να αποκτούν πιο σοβαρή διάσταση όταν ο Χωριανόπουλος κλήθηκε να πει αν ήξερε το πως προέκυπταν οι ταυτοποιήσεις υπόπτων που έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι στο Χαλάνδρι. Εδώ εξέλειπε το στοιχείο της σύνδεσης οχημάτων με τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων. Αντ’ αυτού ο Χωριανόπουλος ανέπτυξε μία περιπτωσιολογία βασισμένη σε εικασίες: είπε για παράδειγμα πως οι ύποπτοι (όσοι δηλαδή μπαινόβγαιναν στο σπίτι) είτε αναγνωρίζονταν από φωτογραφίες τους που είχε η αντιτρομοκρατική εξαιτίας προηγούμενου ποινικού μητρώου τους (όταν ρωτήθηκε βέβαια να πει ποιοι ήταν αυτοί, είπε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει), είτε οι ύποπτοι τύγχαναν παρακολούθησης από τους αστυνομικούς που επιτηρούσαν το σπίτι στο Χαλάνδρι μέχρι το δικό τους σπίτι, όπου και οι γείτονες υποβάλλονταν σε άτυπη ανάκριση από τους αστυνομικούς για να δώσουν πληροφορίες για τους υπόπτους, “γιατί αλλιώς”, λέει, “δεν θα μπορούσε να προκύψει ταυτοποίηση στοιχείων”. Φυσικά, επικαλέστηκε άγνοια για το αν υπήρξαν τέτοιες παρακολουθήσεις, καθώς ο ίδιος δεν έδωσε (σύμφωνα με τα λεγόμενά του) σχετική εντολή για το πως και αν θα πρέπει να γίνονται τέτοιες παρακολουθήσεις πετώντας έτσι το μπαλάκι στους υφισταμένους του. Αν, δηλαδή, είχαν γίνει θα ήταν πρωτοβουλία των ίδιων και όχι κατόπιν δικής του εντολής, μάλιστα δε θα χρειαζόταν καν να ενημερωθεί, διότι οι αναφορές που λάμβανε αφορούσαν μόνο τα ουσιώδη. Έτσι, παρότι επόπτης ο Χωριανόπουλος του συνόλου των επιχειρήσεων κατά ένα πολύ βολικό τρόπο ήξερε μονάχα αυτά που δεν θα τον έφερναν σε μια δύσκολη θέση στο δικαστήριο. Βέβαια, οι 4 από τους συνολικά 20-30 αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση (και που κανένας τους δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιοι ήταν όλοι οι υπόλοιποι) ποτέ δεν ανέφεραν κάποια τέτοια παρακολούθηση υπόπτου μέχρι την προσωπική του οικεία. Στο δια ταύτα, λοιπόν, ως προς την ταυτοποίηση υπόπτων με τα πραγματικά τους στοιχεία το μόνο που μας προσέφερε ο Χωριανόπουλος ήταν δύο ζουμερές εικασίες.

 

Στο βασικό ζήτημα του ανώνυμου τηλεφωνήματος, η κατάσταση άρχιζε να αγγίζει τη γελοιότητα. Σε πρώτη φάση, ο Χωριανόπουλος, και παρά τις διαψεύσεις Φραγκίσκου, επέμεινε στην αρχική του κατάθεση περί ανώνυμου τηλεφωνήματος ορίζοντας το χρονικά κάπου κοντά στις 23/9. Είπε, επίσης, πως η υπηρεσία δεν προέβη σε καμία ενέργεια ταυτοποίησης του τηλεφωνήματος, γιατί ο αριθμός ήταν απόρρητος και καλούσε στην εσωτερική γραμμή της υπηρεσίας. Δηλαδή, προσπάθησε να μας πείσει πως η αντιτρομοκρατική δεν έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει την πηγή μίας κλήσης με απόκρυψη στην εσωτερική της γραμμή!!! Στη συνέχεια, για να τα μπαλώσει κάπως, παραδέχθηκε ότι η δυνατότητα υπάρχει, αλλά θα χρειαζόταν να διατάξει άρση απόρρητου ο αρμόδιος εισαγγελέας κάτι που κρίθηκε πολυτέλεια. Δηλαδή, εντελώς πρακτικά μιλώντας, έρχεται πιο εύκολο στην αντιτρομοκρατική να στείλει 20-30 άτομα να παρακολουθούν ένα σπίτι και όσους μπαινοβγαίνουν σε αυτό, βασισμένη σε ένα απλό ανώνυμο τηλεφώνημα, παρά να κοιτάξει να διασταυρώσει πρώτα την αξιοπιστία του ίδιου του τηλεφωνήματος. Βέβαια, για να μην μας δημιουργηθεί η εντύπωση πως η αντιτρομοκρατική αξιολογεί τα ανώνυμα τηλεφωνήματα ανάλογα με το πόσο ειλικρινής ακούγεται η φωνή του εκάστοτε πληροφοριοδότη, ο Χωριανόπουλος μας ξεκαθάρισε πως αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις. Έτσι, λοιπόν, ήρθε και κόλλησε η ερώτηση “πως αφού αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής, αν δηλαδή αρκεί ένα ανώνυμο τηλεφώνημα για να τεθεί ένα σπίτι υπό επιτήρηση από δύναμη 20-30 αστυνομικών, τι θα γινόταν αν υπήρχαν 100 ανώνυμα τηλεφωνήματα (έστω και στημένα) που θα υποδεικνύουν 100 διαφορετικά σπίτια ως κρησφύγετα τρομοκρατών και αν θα δέσμευε 20-30 αστυνομικούς για κάθε ένα από αυτά (δηλαδή κάπου στους 2000-3000 αστυνομικούς συνολικά);” ζήτησε τη βοήθεια της προέδρου για να αποφύγει να απαντήσει φανερά ενοχλημένος κιόλας, αλλά υπήρξε επιμονή στην ερώτηση και έτσι επανέλαβε ξανά πως “η υπηρεσία λειτουργεί έτσι σε όλες τις περιπτώσεις”. Το γελοίο της υπόθεσης είναι πως η ακραία συνέπεια αυτού του ισχυρισμού σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο όπου κάποιοι κακόβουλοι φαρσέρ θα έστελναν την αντιτρομοκρατική να παρακολουθεί 100 σπίτια δείχνει πόσο αβάσιμη είναι εξαρχής όλη αυτή η ιστορία των ανώνυμων τηλεφωνημάτων, η οποία διακρίνεται από ένα modus operandi που στηρίζεται αποκλειστικά στην παραδοξολογία. Σε αναζήτηση έστω ενός ψήγματος λογικής, ρωτήθηκε αν δίνεται συνήθως ένα χρονικό περιθώριο λήξης τέτοιων επιχειρήσεων σε περίπτωση που δεν προκύπτει κάτι επιλήψιμο κατά την επιτήρηση, αλλά ο Χωριανόπουλος έσπευσε να δώσει μία αφοπλιστικότατη απάντηση “όσο χρειαστεί”, κάνοντας την υπόθεση να φαίνεται ακόμα πιο γελοία, καθώς αν πιστέψουμε όλη αυτή τη μπούρδα θα πρέπει να δεχτούμε πως η αντιτρομοκρατική δέχεται π.χ. ένα ωραίο ωραίο ανώνυμο τηλεφωνηματάκι, στο οποίο ένας υπερβολικά πρόθυμος ρουφιάνος υποδεικνύει ένα σπίτι ως γιάφκα τρομοκρατών κι αντί να διασταυρωθεί η αυθεντικότητα του τηλεφωνήματος οργανώνεται ευθύς ένα κλιμάκιο 20-30 μπάτσων που παρακολουθούν νυχθημερόν το σπίτι κι όσους μπαινοβγαίνουν για “όσο χρειαστεί” για αόριστο χρονικό διάστημα, δηλαδή αφού συγκεκριμένο deadline για τη λήξη της επιχείρησης δεν παίζει.

 

Σε δεύτερη φάση, πάντα σε σχέση με το ανώνυμο τηλεφώνημα, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε πως σχολιάζει το γεγονός ότι ο Φραγκίσκος στη δίκη του κατάθεση ισχυρίστηκε εντελώς διαφορετικά πράγματα αρνούμενος την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, δίνοντας μάλιστα μία πολύ λογικότερη και ρεαλιστικότερη εκδοχή του πως η αντιτρομοκρατική κατέληξε στο σπίτι στο Χαλάνδρι, απάντησε μεταξύ άλλων ασυναρτησιών ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να ενημερώσει το Φραγκίσκο για την ύπαρξη τηλεφωνήματος. Ρωτήθηκε και για άλλα πράγματα αλλά κρυβόταν πίσω από ηλίθιες προφάσεις. Είτε π.χ. ότι δεν μπορούσε να ξέρει πως υπήρχαν στοιχεία για τον ίδιο κύκλο ανθρώπων ήδη απ’ το Γενάρη, διότι αυτός ανέλαβε τα καθήκοντα του το Μάρτιο του 2009 και δεν κατάφερε να δώσει μία επαρκή εξήγηση για το αν στην αντιτρομοκρατική στοιχεία από ανοιχτές υποθέσεις μένουν αναξιοποίητα με κάθε αλλαγή ηγεσίας και απλώς επέμεινε πως ο ίδιος ενημερώθηκε για τα συγκεκριμένα άτομα κατευθείαν από το ανώνυμο τηλεφώνημα. Στο τέλος κι αφού ρωτήθηκε για το αν θα επαναλάμβανε αυτά που έλεγε και μπροστά στο Φραγκίσκο κατατέθηκε αίτημα για κατά αντιπαράσταση εξέταση των δύο τους.

 

Σε τρίτη φάση διαβάστηκε στο Χωριανόπουλο η συνέντευξη ενός ανώνυμου αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής στο δημοσιογράφο του Βήματος Βασίλη Λαμπρόπουλο. Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο αστυνομικός στη συνέντευξη αυτή εξηγούσε πως τα ανώνυμα τηλεφωνήματα που υποτίθεται δίνουν πληροφορίες στην αντιτρομοκρατική είναι ψεύτικα, ότι αποτελούν απλώς ένα εφεύρημα προκειμένου η υπηρεσία να κρύβει τον πραγματικό τρόπο που συλλέγει πληροφορίες, κι όταν ρωτιούνται σχετικά με τα τηλεφωνήματα στις δίκες είχαν κάποιες απαντήσεις-κονσέρβα, όπως ότι τα τηλεφωνήματα είναι μη εντοπίσιμα, άλλοτε γιατί δεν υπάρχει αναγνώριση κλήσης στο κέντρο, ή αν υπάρχει βγάζει απόκρυψη ή ότι απλώς είναι στην εσωτερική γραμμή της αντιτρομοκρατικής. Ζητήθηκε ένα σχόλιο από τον Χωριανόπουλο, αλλά αυτός το μόνο που ψέλλισε ήταν πως ο συνάδελφός του είναι ανεύθυνος που έδωσε συνέντευξη, το ίδιο κι ο Λαμπρόπουλος που τη δημοσίευσε.

 

Στο ζήτημα του αν το σπίτι στο Χαλάνδρι είναι γιάφκα ή όχι, ο Χωριανόπουλος αναίρεσε την πρώτη του κατάθεση στο πρωτόδικο δικαστήριο, πως επρόκειτο για σπίτι και το γύρισε λέγοντας πως τελικά αποφάσισε πως είναι γιάφκα διότι μετά την πρώτη κατάθεση άνοιξε ένα λεξικό κι είδε τον ορισμό της λέξης γιάφκας ως παρασκευαστήριο βομβών. Αφήνοντας κατά μέρος τον απίθανο ισχυρισμό ότι ένας βετεράνος αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής δεν έχει την κριτική ικανότητα να διακρίνει τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων σπιτιού-γιάφκας και πως χωρίς τη βοήθεια λεξικού μπερδεύεται, εγείρεται κι ένα σημαντικό ερώτημα: που στηρίζει ο Χωριανόπουλος τον ισχυρισμό του ότι στο συγκεκριμένο σπίτι κατασκευάστηκε ο μηχανισμός που βρέθηκε μέσα; θέλει και ρώτημα; Στο γεγονός ότι βρέθηκε μέσα κάτι που συνιστά, όμως, υπερβατικό συμπέρασμα. Αυτό που μένει, λοιπόν, από όλο αυτό είναι πως για το Χωριανόπουλο το σπίτι είναι γιάφκα επειδή το διάβασε σε ένα λεξικό.

 

Στο ζήτημα της συνέντευξης του στην τηλεοπτική εκπομπή του δημοσιογράφου Τέλογλου, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε τι τον ώθησε να μιλήσει δημόσια ως διευθυντής της αντιτρομοκρατικής για την υπόθεση που ήταν ακόμη ανοιχτή, κι αν αυτό συνάδει δεοντολογικά με τη θέση του, ο ίδιος απάντησε πως μίλησε γενικά κι όχι πάνω στα στοιχεία της δικογραφίας. Αυτός ο εξωφρενικός ισχυρισμός προκάλεσε μοιραία ένα ντόμινο ερωτήσεων στις οποίες προσπαθώντας ο Χωριανόπουλος να απαντήσει ξεφτιλίστηκε εντελώς.. Τόλμησε, δηλαδή, να πει πως παρόλο που μίλησε στην εκπομπή για το σπίτι του Χαλανδρίου δεν υπάρχει κάτι το αντιδεοντολογικό, καθώς το σπίτι δεν ήταν, λέει, κομμάτι της δικογραφίας!!! Το σπίτι, δηλαδή, του οποίου τη διεύθυνση έδωσε στην αντιτρομοκρατική ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ως γιάφκα τρομοκρατών, το ίδιο σπίτι το οποίο ανέλαβαν να παρακολουθούν 20-30 αστυνομικοί για 3-4 συνεχόμενες μέρες, το ίδιο σπίτι από το οποίο όσοι μπαινοβγαίνουν ήταν ύποπτοι κι έπρεπε να τους βγουν εντάλματα κατά τον Χωριανόπουλο, το ίδιο σπίτι στο οποίο έγινε η εισβολή στις 23/9 και στο οποίο βρέθηκε ένας εκρηκτικός μηχανισμός, αυτό λοιπόν το σπίτι δεν ήταν στοιχείο της δικογραφίας που σχηματίστηκε ακριβώς λόγω αυτού του σπιτιού, επομένως δεν ήταν αντιδεοντολογικό να το σχολιάζει δημόσια ο Χωριανόπουλος σε μία τηλεοπτική εκπομπή.

 

Αν νομίζει κανείς πως ο παραλογισμός τελείωσε εκεί γελιέται. Πιο μετά, ο Χωριανόπουλος παραδέχθηκε κι αυτός πως πράγματι υπάρχει ένα τμήμα στην αντιτρομοκρατική που παρακολουθεί τον αναρχικό χώρο, τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν καθώς και τις δραστηριότητες στο εσωτερικό του, αλλά αυτό δεν είναι και κάτι παράξενο, λέει, γιατί έτσι κι αλλιώς η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί “τους πάντες”. Δηλαδή, από το να ομολογήσει ο Χωριανόπουλος ανοιχτά ότι η αντιτρομοκρατική έχει μια συγκεκριμένη ατζέντα παρακολούθησης ανατρεπτικών και επαναστατικών χώρων, προτίμησε να ομολογήσει ευθέως ότι ζούμε σε μια κοινωνία που η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί ο,τι κινείται. Στο δικό του μυαλό ίσως έτσι το έσωσε κάπως αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι λέει αλήθεια (κι εδώ που φτάσαμε γιατί να μην το δεχτούμε άραγε;) υπάρχει μία επίσημη, πλέον, διαβεβαίωση από τα πλέον αρμόδια χείλη ότι στη Δημοκρατία όλοι είναι υπό παρακολούθηση.

 

Στο ζήτημα του αν η επιχείρηση αυτή κάθε αυτή κρίνεται επιτυχής από τον ίδιο απάντησε θετικά, αλλά όταν ρωτήθηκε αν η συνέχιση της δράσης της Σ.Π.Φ. λίγες μέρες μετά την εισβολή στο Χαλάνδρι είχε σχέση με την καθαίρεση του ίδιου κι άλλων στελεχών της αντιτρομοκρατικής απάντησε πως δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα, καθώς θεώρησε πως έτσι κι αλλιώς είχε έρθει η ώρα του.

 

Τώρα όλα αυτά ίσως να φαίνονταν αστεία αν όλη αυτή η κωμωδία δεν ήταν εις βάρος ανθρώπων που έχουν ταλαιπωρηθεί, έχουν φυλακιστεί ή αναγκαστεί να περάσουν στην παρανομία με βάση όλες αυτές τις μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής (και δεν αναφέρομαι φυσικά σε όσους έχουμε αναλάβει περήφανα την ευθύνη για τη συμμετοχή μας στη Σ.Π.Φ., καθώς εμείς γνωρίζαμε τις συνέπειες των επιλογών μας) αλλά δεδομένης της κατάστασης είναι εξοργιστική. Έτσι, λοιπόν, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε αν θεωρεί πως η αντιτρομοκρατική διαθέτει ένα κάποιο κώδικα δεοντολογίας που της προσδίδει ένα ηθικό πλεονέκτημα έναντι αυτών των “αδίστακτων και σκληρών τρομοκρατών που δε διστάζουν να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές αθώων”, όπως διατείνεται και η επίσημη καθεστωτική προπαγάνδα, κι απάντησε πως σαφώς και έχει. Τότε του ζητήθηκε να πει που εντοπίζει αυτό το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα, όταν είναι δεδομένο πως η αντιτρομοκρατική είναι εκείνη που όχι μόνο δε διστάζει αλλά επιδιώκει κιόλας να έχει “παράπλευρες απώλειες”, προκειμένου να φτάσει στην εξάρθρωση ομάδων αντάρτικου πόλης, κάτι που επιβεβαιώνει περίτρανα ο τεράστιος αριθμός ενταλμάτων σύλληψης που βγήκαν με βάση το σπίτι στο Χαλάνδρι, ανάμεσα στα οποία κι ένα ένταλμα για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο με το όνομα “Ελένη Κοντοπούλου”. Για τα υπόλοιπα δεν είχε κάτι να πει, προφανώς, ο Χωριανόπουλος όσο για την περίπτωση του εντάλματος για το ανύπαρκτο πρόσωπο, δήλωσε πως ήταν ένα λάθος ενώ μετά από πιέσεις έδειξε ως άμεσα υπεύθυνους το Χηνόπουλο και το Μουρδουκούτα για αυτό το λάθος και στο τέλος κατέληξε να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογούσε ως επόπτης και να ζητήσει μάλιστα και “χίλιες συγγνώμες”. Όσες συγγνώμες κι αν ζητήσει, όμως, ο Χωριανόπουλος ή και άλλα στελέχη της αντιτρομοκρατικής για ένα ζήτημα που εκτός των άλλων εξέθεσε ανεπανόρθωτα το κύρος της (καθώς την έκδοση εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο τη λες και επική πατάτα) δεν ξεπλένεται με τίποτα για τις δεκάδες αθρόες συλλήψεις προσώπων λόγω των δεσμών τους (φιλικών, συγγενικών, συντροφικών) με μέλη αντάρτικων οργανώσεων, συλλήψεις που πατάνε πάνω στη σκοπούμενη στρατηγική της αντιτρομοκρατικής για “παράπλευρες απώλειες”. Η ύπαρξη, λοιπόν, ενός εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο είναι η πιο καραμπινάτη απόδειξη της ευρείας εφαρμογής αυτής της συγκεκριμένης τακτικής. Κι επειδή η αντιτρομοκρατική δεν είναι ένας αυτοτελής και αυτόνομος θεσμός, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό ως η αιχμή του δόρατος της ίδιας της Δημοκρατίας εναντίον του εσωτερικού εχθρού, κάθε πλήγμα στο υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα της αντιτρομοκρατικής είναι και πλήγμα στην ίδια τη Δημοκρατία, καθώς χτυπιέται το λεγόμενο ηθικό της πλεονέκτημα ενάντια στην “τρομοκρατία και την κουλτούρα της βίας”. Επειδή, λοιπόν, σε κάθε πόλεμο το κάθε στρατόπεδο πίσω από την ισχύ των όπλων παρατάσσει κι ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο πάνω στο οποίο χτίζει την προπαγάνδα εναντίον του αντιπάλου του, της Δημοκρατίας εναντίον μας εν προκειμένω, για αυτό έχει τόση σημασία αυτή ακριβώς η προπαγάνδα να αποδομείται μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων, τους λεγόμενους και ναούς της δικαιοσύνης μέσα από τους οποίους αναπνέει η δημοκρατία.

 

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μαραθώνιας εξέτασης του Χωριανόπουλου, που κράτησε αρκετές ώρες ένας ακόμα κραυγαλέος παραλογισμός ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μας. Στη διάρκεια της μέρα ο Χωριανόπουλος είχε αρνηθεί πως είχε σχέση με πολιτικά πρόσωπα. Αργότερα, ωστόσο, του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι ο υφιστάμενος του Χηνόπουλος τον αναγνώρισε σε φωτογραφία δημοσιεύματος του Crimes on Air, σύμφωνα με το οποίο ήταν παρών στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή. Εκεί πραγματικά ο Χωριανόπουλος έδωσε ρέστα εκπλήσσοντάς μας όλους. Με μία θεατρική κίνηση τράβηξε απ’ το σακάκι του μία φωτοτυπία του εν λόγω δημοσιεύματος την οποία και κατέθεσε στο δικαστήριο προκειμένου να λάμψει η αλήθεια. Η αλήθεια, λοιπόν, ήταν πως δεν βρισκόταν στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή αλλά στα βαφτίσια της οικογένειας ενός άλλου βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό υποτίθεται πως ήταν το χαρτί του Χωριανόπουλου, καθώς, όπως είπε είχε προνοήσει ότι θα του γινόταν αυτή η ερώτηση και για αυτό προσκόμισε το συγκεκριμένο απόκομμα. Δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα, όμως. Γιατί συνεχίζει να είναι απορίας άξιο ως τι προσκλήθηκε στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση. Συνηθίζεται, ας πούμε, να καλούνται διευθυντές της αντιτρομοκρατικής σε βαφτίσια βουλευτών κοινοβουλευτικών κομμάτων παρουσία μάλιστα του ίδιου του πρωθυπουργού; Όπως ήταν αναμενόμενο ο Χωριανόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως μία κάποια τριβή ανάμεσα στον ίδιο και το βουλευτή υπήρχε, αλλά κατά τη γνώμη του αυτό δεν αποτελούσε αντίφαση σε σχέση με ο,τι είχε δηλώσει πριν ως προς τη μη σχέση του με πολιτικά πρόσωπα. Το πως γίνεται αυτό να μη συνιστά αντίφαση το τεκμηρίωσε ο Χωριανόπουλος με έναν οντολογικό διαχωρισμό της προσωπικότητάς του: άλλο πρόσωπο ο Δημήτρης Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας κι άλλο πρόσωπο εκτός, Συνεπώς αν ο Χωριανόπουλος εκτός υπηρεσίας έχει φίλους πολιτικούς δεν σημαίνει πως ο Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας έχει κι αυτός φίλους πολιτικούς. Όταν αντιλήφθηκε μόνος του πόσο πραγματικά ηλίθιο ήταν αυτό που έλεγε, εξεγέρθηκε φωνάζοντας “μα τώρα θα κατηγορήσετε και τις κοινωνικές μου σχέσεις δηλαδή;”. Τώρα ασφαλώς έχει κι ο Χωριανόπουλος τα δίκια του κι ορθώς διαμαρτύρεται ο άνθρωπος αφού θεωρεί πως δεν τρέχει και τίποτα να χαριεντίζεται ένας διευθυντής της αντιτρομοκρατικής με όλη την ηγεσία της ΝΔ (που ήταν κυβερνών κόμμα το 2009, όταν δηλαδή έγινε και η επιχείρηση στο Χαλάνδρι) στα βαφτίσια κάποιου βουλευτή του κόμματος και παρουσία του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος αμέσως μετά την επιχείρηση στο Χαλάνδρι πανηγύριζε στην προεκλογική ομιλία του στο Ζάππειο για την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης του στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Τέτοιες πολιτικές επαφές, εξάλλου, ίσως δεν σημαίνουν απαραίτητα κάτι και ένας συλλογισμός που θα ένωνε το παζλ όλων αυτών των γεγονότων μαζί με τις καταθέσεις όλων των αστυνομικών της αντιτρομοκρατικής για να καταλήξει στην υπόθεση ότι όλη η επιχείρηση της 23/9/2009 στήθηκε όπως στήθηκε και μεθοδεύτηκε όπως μεθοδεύτηκε, προκειμένου η τότε ηγεσία της αντιτρομοκρατικής να προσφέρει πολιτική εκδούλευση στη ΝΔ, λόγω επικείμενων εκλογών, ίσως να είναι παρακινδυνευμένος. Ίσως από την άλλη, οι κρίσεις στην αντιτρομοκρατική το Νοέμβριο του 2009 που έχουν περιγραφεί ως οι χειρότερες από τη δημιουργία της υπηρεσίας ως τότε, όταν πλέον ήταν κυβέρνηση το Πασοκ και η Σ.Π.Φ. συνέχιζε κανονικά τις επιθέσεις της, καθώς μόνο εξαρθρωμένη δεν ήταν, μας βοηθά να συμπεράνουμε ότι έγινε αντιληπτό το φιάσκο της επιχείρησης της 23/9, ένα φιάσκο για το οποίο ο ίδιος ο Φραγκίσκος εμφανίστηκε να ασκεί σκληρή αυτοκριτική.

 

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προξενεί αλγεινή εντύπωση είναι να ακούει κανείς τον διευθυντή της αντιτρομοκρατικής, της ίδιας αντιτρομοκρατικής που έχει στοχοποιήσει δεκάδες φορές φίλους, συγγενείς, συντρόφους λόγω των δεσμών τους με κάποιον κρατούμενο ή καταζητούμενο οδηγώντας τους, μάλιστα, στη φυλακή, να διαμαρτύρεται έντονα κιόλας, για στοχοποίηση κοινωνικών σχέσεων. Αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια δήλωση που αξίζει να μείνει στην ιστορία των δικαστικών χρονικών, για το θράσος της και μόνο.

 

 

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

Χανιά-Πανό αλληλεγγύης στη Σ.Π.Φ

bst

(Λάβαμε 24/2/17)

Με αφορμή το εφετείο της Σ.Π.Φ και άλλων αναρχικών συντρόφων,Παρασκευή 24/2, αναρτήσαμε πανό σε μία από τις κεντρικές πλατείες της πόλης των Χανίων, ως μια ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στα αδέρφια μας που βρίσκονται έγκλειστοι στα σύγχρονα κολαστήρια.

Υγ1 Όλοι στη συγκέντρωση αλληλεγγύης στην δικαστική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, Παρασκευή 24 Φλεβάρη, 10 π.μ

Υγ2 ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ ΩΣ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Για την αναρχία Αλληλέγγυοι/Αλληλέγγυες

“ΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ ΘΑ ΤΗΝ ΡΙΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ” ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΠΦ-ΕΕΑ/FAI-IRF

ΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ ΘΑ ΤΗΝ ΡΙΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις 6 παρακάτω εμπρηστικές επιθέσεις

Τράπεζα στα Πετράλωνα λίγα στενά δίπλα στην καταναλωτική γειτονιά του Γκαζιού

Εταιρία security FALCON στην κεντρική και πολυσύχναστη Λεωφόρο Κηφισίας. Η εν λόγω εταιρία διαφημίζεται από τα δημοσιογραφικά σκουπίδια της τηλεόρασης

Ταχυδρομικό ταμιευτήριο στην φαινομενικά αστυνομοκρατούμενη Λεωφόρο Αλεξάνδρας

3 οχήματα διπλωματικού σώματος

Οι πόλεις είναι το θέατρο της ιστορίας. Εκεί δίνει η ζωή την κεντρική της παράσταση μέσα σε πειθαρχημένους κοινωνικούς ρόλους, από νομοταγείς πολίτες μέχρι χαρούμενους σκλάβους πάνω σε αντανακλάσεις ψηφιακών οθονών επικοινωνίας και βιτρινών κατανάλωσης εντός πάντα προκαθορισμένων διαδρομών απ’τη μισθωτή σκλαβιά στη πληρωμένη διασκέδαση. Κάθε κίνηση μας ελέγχεται απ’το άγρυπνο μάτι χιλιάδων καμερών στους δρόμους, ένστολα μπλόκα και μηχανοκίνητες περιπολίες μπάτσων.

Στην τωρινή συνθήκη της οικονομικής κρίσης,μόνο ένα νόμισμα έχει σταθερή αξία,το νόμισμα του φόβου στα χέρια της εξουσίας.Ο φόβος ότι τίποτα δεν αλλάζει,ότι είμαστε λίγοι και ότι η φυλακή παραμονεύει για όποιον τολμήσει και αμφισβητήσει τις διαταγές της εξουσίας.Η ζωή όμως βιάζεται και δεν περιμένει εκείνους που φοβούνται να την ζήσουν.ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΚΑΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΘΑ ΦΟΒΗΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΦΥΓΕΙ.

Μετατρέπουμε τις πόλεις σε πεδίο μάχης και κάνουμε τις νύχτες σύμμαχο για αντάρτικες αιφνιδιαστικές επιθέσεις.Ναρκοθετούμε με φωτιά τα σύμβολα αυτού του κόσμου που μας κρατούν αιχμαλώτους.Ξέρουμε πως μια καμένη τράπεζα ή ένα πυρπολημένο κρατικό όχημα δεν αρκούν για να φοβηθεί η εξουσία όμως η πραγματική δύναμη των αναρχικών παράνομων ενεργειών είναι ότι μοιάζουν με αντικλείδι.Το αντικλείδι που απελευθερώνει την δύναμη που έχουν οι άνθρωποι όταν εξεγείρονται.Την δύναμη να χτυπήσουν την εξουσία και να ζήσουν επικίνδυνα ελεύθεροι Γι’αυτο και δημιουργούμε μικρές μαχητικές ομάδες,έτοιμες για δράση εδώ και τώρα.Δεν περιμένουμε ένα πλήθος χωρίς ψυχή ούτε ψάχνουμε προλεταριακά υποκείμενα που το μόνο που ζητούν είναι ένας καλύτερος μισθός.Δεν είμαστε ούτε βοσκοί να μας ακολουθήσουν οι μάζες,ούτε νεκροθάφτες για όσους έχουν θάψει την ζωή τους μέσα στη σιωπή.

Οργανωνόμαστε και συντονιζόμαστε άτυπα τοποθετώντας μια έμπρακτη παρακαταθήκη στον αγώνα ενάντια στην εξουσία του εγκλωβισμού χαλώντας τους ρυθμούς της έννομης τάξης.Αυτοί οι δύσκολοι καιροί δεν λυγίζουν ούτε στο ελάχιστο τις ιδέες μας αλλά τις οξύνουν και τις αναζωπυρώνουν.Μαγειρεύουμε το μίσος μας με συνείδηση και αξιοπρέπεια και όταν δέσει αυτό το μείγμα θα δηλητηριάσει και θα καταστρέψει το σώμα κάθε εισαγγελέα,κάθε δημοσιογράφου,κάθε μπάτσου,κάθε σεκιουριτά,κάθε ρουφιάνου,κάθε είδους κομματόσκυλου,κάθε φιλήσυχου πολίτη και γενικά κάθε σκουπιδιού που συνθέτει αυτήν την αποστειρωμένη κοινωνία της ασφάλειας.Κανείς βολεμένος δεν θα αφήσει τα προνόμια του για τον δρόμο της εξέγερσης και αυτό το ξέρουμε καλά.Ο φόβος για την κοινωνική απόρριψη ωθεί στην αδράνεια και στην συντηρητικοποιήση των αναρχικών πρακτικών σε “ενδοκινηματικό” επίπεδο.Τα μέσα μας είναι αμιγώς παράνομα και δεν είμαστε πρόθυμοι να υποστούν καμία διαδικασία κοινωνικοποίησης ώστε να γίνουν αποδεκτά όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν οι αριστεροί-δεξιοί διαχειριστές της εξουσίας και οι ενδοκινηματικοί φιλοεξουσιαστές-υποστηρικτές τους.

Γίναμε αυτό που ονειρευόμασταν από μικρά παιδιά,ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ,που δεν κοιμόμαστε τα βράδια και το μόνο που μας νοιάζει είναι να βάλουμε φωτιές στις νύχτες σας και να σας χαλάμε την γιορτή αποσταθεροποιώντας συστηματικά την μητροπολιτική ομαλότητα.Είμαστε τα παιδιά που τολμούν να ρισκάρουν εκεί που παραμονεύει η τιμωρία και ο εγκλεισμός αποδομώντας τον φόβο σε κάθε του πτυχή.Γιατί στην τελική η αναρχία είναι στην καρδία μας,στο μυαλό μας,σε κάθε σταγόνα αίματος που κυλάει στις φλέβες μας και μέσα στις παράνομες πράξεις μας μακριά από την μικροαστική ηθική και καθαρότητα σας.Μπορεί μερικές φορές το σώμα μας να φυλακίζεται αλλά οι αναρχικές ιδέες μας ποτέ,και θα συνεχίσουν να πράττουν ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας.Άλλωστε αυτό αποδεικνύεται αδιαμφισβητήτα μέσα από την συνεχόμενη ροή των επιθέσεων μας.

Ζούμε σε καιρούς πολέμου και το ξέρουμε καλά.Η έμπρακτη αλληλεγγύη στους έγκλειστους συντρόφους είναι ένα από τα δυνατότερα όπλα στον κοινωνικό πόλεμο που δυστύχως τείνει να απονοηματοδοτηθεί.Πρέπει να κάνουμε σαφές ότι με την  αλληλεγγύη πρέπει να πραγματώνεται η αναρχική δράση και επίθεση.Δεν στεκόμαστε αλληλέγγυοι ούτε από οίκτο ούτε από φιλάνθρωπους αριστερίστικους συναισθηματισμούς.Στα μάτια των αιχμαλώτων συντρόφων βλέπουμε τους εαυτούς μας εφόσον επιλέξαμε να βρεθούμε  στο πεδίο της παρανομίας και της αντάρτικης αναρχικής δράσης.

Και αν στην μάχη αυτή έχουμε απώλειες και συντρόφους στις φυλακές οι αναρχικοί πυρήνες είναι σαν την Λερναία ύδρα.Για κάθε μια σύλληψη,νέοι σύντροφοι θα ρίχνονται στην μάχη,για κάθε μια σύλληψη,ένας εμπρηστικός μηχανισμός θα τρεμοπαίζει πριν την ανάφλεξη.Και αυτή η φωτιά δεν θα σβήσει ποτέ…Δημιουργώντας μια αναρχία μέσα στην αναρχία.

Γιατί όπως είπαμε και στην αρχή η ζωή παίζει σε μια αρρωστημένη παράσταση με τον σκηνοθέτη να στήνει στο σκηνικό και να τους ευθυγραμμίζει όλους ανάλογα με το συμφέρον του,τους ηθοποιούς που παίζουν τον ρόλο τους κατά γράμμα και τους παθητικούς θεατές που κοιτάνε προσηλωμένοι ή αν βαριούνται σφυρίζουν αδιάφορα και κοιτάνε σιωπόντας.Σε αυτό όμως το θέατρο κάποιοι δεν αποδεχτήκαμε τον προκαθορισμένο ρόλο μας,είμαστε εμείς που θα σαμποτάρουμε την παράσταση και θα δώσουμε στο έργο σας το δικό μας τέλος.Μην λες πως είμαστε λίγοι,μην λες πως δεν έχουμε αξία γιατί στο τέλος θα κερδίσουμε.ΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ ΘΑ ΤΗΝ ΡΙΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ!

ΟΙ ΕΠΙΘΈΣΕΙΣ ΑΦΙΕΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΕΜΠΡΑΚΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Ε.Α., ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ,ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

υ.γ. Ρουφιάνοι δημοσιογράφοι και εισαγγελείς μην νομίζετε ότι σας έχουμε ξεχάσει .ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΟΥΜΕ ΣΥΝΤΟΜΑ

ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ

Συνωμοσία Πυρήνων Της Φωτιάς/FAI-IRF
Εμπρηστικές Εστίες Αποσταθεροποίησης/FAI-IRF

ΣΠΦ-Δημοκρατικοι εκβιασμοι σε καιρους πολεμου

Στον Ελλαδικό χώρο η ένοπλη σύγκρουση με το καθεστώς είναι μια υπαρκτή συνθήκη σε όλη την μεταπολίτευση. Με περισσότερες ή λιγότερες εξάρσεις ένα πλήθος ένοπλων ομάδων αντάρτικου πόλης αναρχικών ή αριστερών ιδεολογικών αποχρώσεων έχουν παραταχθεί απέναντι στην εξουσία με ατσάλινη αποφασιστικότητα. Ανά περιόδους η κρατική καταστολή εξαπέλυε συντονισμένα πογκρόμ εναντίον του αντάρτικου πόλης και των ανατρεπτικών κινημάτων συνολικά. Διευρυμένες εκστρατείες συλλήψεων συντρόφων, σχετικών η μη με την εκάστοτε υπόθεση, που σκοπό είχαν να διαχέουν το φόβο σε όσο το δυνατόν περισσότερα κοινωνικοπολιτικά πεδία. Κορύφωση αυτής της μακιαβελικής λογικής ήταν η εκδικητική ομηρία συγγενών ανταρτών πόλης σε διάφορες ιστορικές περιόδους με πιο πρόσφατο παράδειγμα το 2015 με την εκβιαστική αιχμαλωσία συγγενών μελών της ΣΠΦ. Όμως ποτέ μέχρι τώρα στη σύγχρονη ιστορία της ένοπλης πάλης δεν είχε τολμήσει η Δημοκρατική διαχείριση της εξουσίας να χρησιμοποιήσει παιδιά επαναστατών ως ομήρους εναντίον τους. Αυτό που συμβαίνει από τις 5/1 όταν και συνελήφθησαν τα δυο μέλη του Ε.Α. Πόλα Ρούπα και Κωνσταντίνα Αθανασοπούλου με τη συνεχιζόμενη ομηρια του εξάχρονου γιου των Ρούπα και Μαζιώτη δεν έχει πρόσφατο προηγούμενο ίσως και για πάνω από 40 χρόνια. Είναι μια ξεκάθαρη δήλωση από πλευράς της εξουσίας ότι ο πόλεμος πλέον αλλάζει πρόσωπο, δεν κρατάει κανένα πρόσχημα και ότι θα είναι ανελέητος απέναντι στην επιλογή της ένοπλης πάλης.

Από την πρώτη στιγμή τα μέλη του Ε.Α. Πόλα Ρούπα και Νίκος Μαζιώτης έχουν ξεκινήσει απεργία πείνας και δίψας με σκοπό να τερματιστεί η εκδικητική ομηρία του εξάχρονου γιου τους και να δοθεί σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Στην απεργία από σήμερα συμμετέχει και η Κωνσταντίνα Αθανασοπούλου. Η πραγματικότητα με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, αυτή η ξεκάθαρη διακήρυξη της εξουσίας ότι ο πόλεμος πλέον αλλάζει μορφή αναβαθμίζοντας τα χαρακτηριστικά του, είναι κάτι που πρέπει να αφορά καθολικά, όσους και όσες στέκονται από τη δική μας πλευρά του οδοφράγματος. Η όξυνση της κρατικής καταστολής με έναν τόσο απροκάλυπτο και ανήθικο τρόπο είναι εκτός όλων των άλλων και μια εικόνα από το μέλλον που θα επαναλαμβάνεται ολοένα και συχνότερα αν το αφήσουμε να περάσει έτσι. Ένα μέλλον που μας αφορά όλους. Η ομηρία του εξάχρονου παιδιού δυο ανταρτών πόλης οφείλει να τερματιστεί άμεσα και με εκείνους μάλιστα τους όρους που θα καταστήσει σαφές στην εξουσία ότι η απαγωγή συγγενών επαναστατών και πολίτικων κρατουμένων δε θα γίνεται ανεκτή με κανέναν τρόπο. Ούτε τώρα ούτε ποτέ.

Άμεση και χωρίς όρους επιστροφή του Βίκτωρα – Λάμπρου στην οικογένεια του.

Κανένας όμηρος στα χεριά του κράτους.

Τα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Θεόφιλος Μαυρόπουλος
Δαμιανός Μπολάνο
Χάρης Χατζημιχελάκης
Μιχάλης Νικολόπουλος
Γιώργος Νικολόπουλος
Παναγιώτης Αργυρου

ΣΠΦ-Μια συμβολή σε εκδήλωση μνήμης για τον αναρχομηδενιστή Sebastian Oversluij στη Χιλή (16/12)

(Λάβαμε 22/11/16)

Μια συμβολή σε εκδήλωση μνήμης για τον αναρχομηδενιστή Sebastian Oversluij στη Χιλή (16/12)

 

 

Η Αναρχία έχει Μνήμη

Δε χάνεται ποτέ κανείς πραγματικά εκτός κι αν τον τυλίξει η λησμονιά στην αγκαλιά της”

Είναι τρία χρόνια τώρα που ο σύντροφος Sebastian Oversluij δεν περπατάει πια στα ίδια μονοπάτια της αναζήτησης της άγριας ομορφιάς της αναρχικής δράσης. Είναι τρία χρόνια τώρα που κάποιοι αδερφοί και αδερφές μας, εκεί στη Χιλή θα νοιώθουν την απουσία του να σφίγγει την καρδιά τους. Είναι τρία χρόνια από τότε που οι σφαίρες ενός ρουφιάνου φύλακα της Banco Estado του έκλεψαν τη ζωή σβήνοντας τη φλόγα του αναρχικού πνεύματος που έκαιγε μέσα του.
Όμως κι εμείς με τη σειρά μας, όπως και αρκετοί άλλοι, δεν είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε τον σύντροφο μας να χαθεί στην ομίχλη της λήθης. Τιμούμε τον αδερφό μας, όπως τιμάμε και την επιλογή του να περάσει στη δράση, να επιτεθεί σε μια τράπεζα, σε έναν ναό του χρήματος, αδειάζοντας το πορτοφόλι του εχθρού, απαλλοτριώνοντας το ελάχιστο που αναλογεί από αυτό που απαλλοτριώνει η εξουσία καθημερινά από τις ίδιες μας τις ζωές. Η ληστεία μιας τράπεζας από έναν αναρχικό κουβαλάει μέσα της πάντα το σπόρο της άρνησης. Της άρνησης της υποταγής σε έναν κόσμο που σε προορίζουν να πουλήσεις την ψυχή σου στους σκληρούς νόμους της αγοράς, προκειμένου να μπορείς να ζεις για να δουλεύεις και να δουλεύεις για να καταναλώνεις και να καταναλώνεις για να γεμίζεις το κενό της ύπαρξης σου με ένα σωρό άχρηστα αντικείμενα.

Γνωρίζουμε πως είμαστε πολύ μακριά, και πως τα λόγια μας πρέπει να διασχίσουν έναν ολόκληρο ωκεανό για να σας φτάσουν, ελπίζουμε όμως να αισθανθείτε την συγγένεια που κι εμείς με τη σειρά μας νοιώθουμε με όσους και όσες βρίσκουν τρόπους να κρατάνε τα χαμένα αδέρφια μας κοντά μας, στις εκδηλώσεις, στις συζητήσεις, στη φαντασία μα πάνω από όλα στην ίδια τη συνέχιση της εξάπλωσης της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης.

 

 

 

Τα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF

 

Μιχάλης Νικολόπουλος

Γιώργος Νικολόπουλος

Δαμιανός Μπολάνο

Θεόφιλος Μαυρόπουλος

Παναγιώτης Αργυρού

Χάρης Χατζημιχελάκης

Παναγιωτης Αργυρου: Μια Θεωρητικη Συνεισφορα Για Την Υπερασπιση Μορφων Επιθεσης

wolves

(Λάβαμε 15/12/16)

ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΜΟΡΦΩΝ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Στις 5/12/2016 βρέθηκα ξανά στο εδώλιο του κατηγορούμενου για μια παλιά υπόθεση, η εκδίκαση της οποίας είχε αναβληθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά η εκδίκαση προχώρησε χωρίς απρόοπτα και προστέθηκε μια ακόμη καταδίκη εις βάρος μου ( 7 χρόνια). Επρόκειτο για μια απόπειρα εμπρησμού αστικού λεωφορείου στις 6/6/2009 στο κέντρο της Αθήνας, τη μέρα που ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε την κεντρική προεκλογική του ομιλία για τις Ευρωεκλογές του 2009. Ο λόγος που βρίσκομαι κατηγορούμενος για αυτή την ενέργεια είναι ένα καθαρά δικό μου επιχειρησιακό λάθος από αυτά που λόγω πίεσης και βιασύνης καταλήγουν να ιεραρχούν την ολοκλήρωση ενός σχεδίου πάνω από την διασφάλιση όλων των προστατευτικών μέτρων. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει πίσω και μέσα στη τσάντα που βρισκόταν ο εμπρηστικός μηχανισμός ένα δαχτυλικό αποτύπωμα. Ο σχεδιασμός της ενέργειας ήταν τέτοιος ώστε ο μηχανισμός να τοποθετηθεί στο τελευταίο βραδινό δρομολόγιο και μόνο εφόσον όλοι οι επιβάτες είχαν κατέβει από το λεωφορείο. Ο μηχανισμός τοποθετήθηκε στο τελευταίο πίσω κάθισμα του διπλού αστικού λεωφορείου, μια απόσταση αρκετά ικανοποιητική ώστε να δώσει στον οδηγό το περιθώριο να βγει από το λεωφορείο από την πόρτα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, ακόμα και στην περίπτωση που δεν είχε προλάβει να βγει από την ανάφλεξη. Η ενέργεια αυτή ήταν έξω από το πλαίσιο δράσης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, καθώς επρόκειτο για μια αυτόνομη, ξεχωριστή, πρωτοβουλιακή δράση καθαρά και μόνο της δικής μου ατομικής ευθύνης. Ωστόσο, ενέπιπτε σε μια γενικότερη στρατηγική που στόχευε να πλήξει μεταξύ άλλων την τουριστική σεζόν του 2009, μια στρατηγική που μοιράστηκαν διάφορες ομάδες άμεσης δράσης εκείνης της εποχής και η οποία συνέχιζε την εξεγερτική κληρονομιά του Δεκέμβρη του 2008 και των γεγονότων που ακολούθησαν την δολοφονία του ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (η οποία διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης μιας «άστοχης» πράξης βίας εναντίον ενός διερχόμενου από τα Εξάρχεια περιπολικού χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι και πάντα μέσα από την καβάτζα ενός στενά οριοθετημένου «αβάτου».)

Δεν είχα σκοπό να τοποθετηθώ για τη συγκεκριμένη ενέργεια διότι πίστευα πως μια ακόμα ξεκομμένη τοποθέτηση και μάλιστα για μια ξεχασμένη απόπειρα εμπρησμού χωρίς ανάληψη ευθύνης δεν θα είχε και κάτι να προσφέρει. Εξάλλου, θεωρούσα ότι καλυπτόμουν από τις δηλώσεις μου σχετικά με τις διάφορες υποθέσεις που έχω δικαστεί ως μέλος της ΣΠΦ. Όμως κάποιες τελευταίες εξελίξεις που έχουν οδηγήσει σε μια ιδεολογική τζιχάντ εναντίον συγκεκριμένων αναρχικών πρακτικών και των υποκειμένων που τις επιλέγουν με αναγκάζουν να τοποθετηθώ δημόσια καθώς νιώθω να προσβάλλομαι διπλά, ειδικά όταν ακριβώς τέτοιες πρακτικές με βαρύνουν με επιπλέον ποινές (και ναι μπορεί τα εφτά χρόνια να συγχωνεύονται με όλα τα υπόλοιπα χρόνια στα οποία έχω καταδικαστεί αλλά δεν παύει να είναι μια ποινή με το δικό της βάρος και τη δική της ποινική-πολιτική παρακαταθήκη)

Είναι πάντα λυπηρό να διαπιστώνει κανείς πως μέσα σε αυτό το χώρο η καλή προαίρεση και η επιλογή χαμηλών τόνων στο πεδίο της αντιπαράθεσης ταυτίζονται με πολιτική αδυναμία ή απουσία επιχειρημάτων. Έτσι ήταν πάντα όμως γιατί να αλλάξει κάτι τώρα; Κι όμως όσο δικαιολογημένη κι αν θα ήταν ενδεχομένως μια καχυποψία για την προώθηση μιας πιο σφαιρικής και πολύπλευρης αναρχικής στρατηγικής (όπως αυτή που εδώ κι ένα χρόνο έχει ξεκινήσει να προωθείται με διάφορα μέσα) άλλο τόσο αδικαιολόγητη είναι η εκ βάθρων φονταμενταλιστική εχθρότητα που διακηρύσσουν κάποιοι εναντίον συγκεκριμένων επιθετικών ενεργειών.

Επ’ άφορμής κάποιων κινητοποιήσεων απέναντι στη διακίνηση ναρκωτικών στην πλατεία Εξαρχείων, έχει αρχίσει να εκφράζεται ένας ιδιαιτέρως χοντροκομμένος πολιτικός λόγος που ταυτίζει επιτηδευμένα κατά τη γνώμη μου, αναρχικές επιθετικές ενέργειες με κάποιας μικρής κλίμακας πάντα, ανορθόδοξους πολιτικά βανδαλισμούς δημόσιας περιουσίας κατά τη διάρκεια μικρότερων ή μεγαλύτερων ταραχών στα Εξάρχεια (η κλίμακα των οποίων σκοπίμως και τεχνη έντως υπερμεγεθύνεται ώστε να πληχθούν πολιτικά οι ίδιες οι ταραχές αυτές καθ’ αυτές) και με το εμπόριο ναρκωτικών ή τα μπραβιλίκια. Σημείο αναφοράς όλων αυτών φέρονται να είναι διάφορα περιστατικά ξυλοδαρμών, πολλές φορές ασύνδετα κιόλας μεταξύ τους και κάποιες φορές μάλιστα αρκετά αμφιλεγόμενα. Θα περίμενε κανείς μια διακριτική διαχείριση αυτών των ζητημάτων ώστε να μη συνδέονται ετερογενή πράγματα μεταξύ τους. Όμως όχι, αυτό μάλλον είναι πολυτέλεια. Έτσι όλα αυτά φαίνεται πως για κάποιο κόσμο έχουν άμεση σύνδεση μεταξύ τους και πως λιγότερο ή περισσότερο είναι περίπου το ίδιο και πως είναι αναγκαία μια σημαντική εκστρατεία εναντίον του συνόλου όλων αυτών των περιστατικών στο όνομα μιας σταυροφορίας εναντίον του Κοινωνικού Κανιβαλισμού. Αυτό το τελευταίο ειδικά παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον, αν όχι για κάποιο άλλο λόγο για την επιτηδευμένη ίσως πολιτική αμορφωσιά ή για την επιλεκτική αδυναμία μνήμης που ίσως κρύβεται πίσω από αυτήν την άλογη και άμετρη χρήση αυτής της φράσης. Ξεχνούν ίσως κάποιοι ( ή επιλέγουν να ξεχνούν ) πως πέρα από μια πλέον συντηρητική αριστερά που παραβρωμάει φορμόλη, η ταύτιση του κοινωνικού κανιβαλισμού ως φαινομένου με την παρέκκλιση της συμπεριφοράς κάποιων μειοψηφικών ομάδων του κοινωνικού περιθωρίου ήτανε πάντοτε μονοπώλιο της αντιδραστικής και συντηρητικής ρητορικής της εξουσίας. Αντίθετα, το φάσμα του γενικότερου και ευρύτερου ριζοσπαστικού χώρου και των περισσότερων κινημάτων αμφισβήτησης ταύτιζαν τον κοινωνικό κανιβαλισμό ως το φαινόμενο που αντικατοπτρίζει την αναπαραγωγή των εξουσιαστικών και εκμεταλλευτικών συμπεριφορών και σχέσεων των από τα κάτω μεταξύ τους, κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει σε μια μικρή κλίμακα και σίγουρα δεν περιορίζεται στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά αντίθετα είναι η κυρίαρχη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο διαδεδομένη και τόσο οικειοποιήσιμη που να μοιάζει σαν άτυπα θεσμοθετημένη. Φαίνεται μάλλον πως αυτή η αντίληψη ήταν μια διαστρέβλωση, μια φενάκη ίσως του μεταμοντερνισμού που μόλυνε τα ριζοσπαστικά κινήματα από τον Μάη του 1968 και μετά, και πλέον είναι επιτακτικό να υπάρξει κινηματική εγρήγορση, αν όχι επιστράτευση, ώστε αυτή η διαστρέβλωση να αποκατασταθεί και να μπουν τα πράγματα στη θέση τους, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί. Στο βαθμό, φυσικά, που εγώ παρεξηγώ τις προθέσεις όλων, ή κάποιων, και στο βαθμό που όλα αυτά δεν είναι παρά ατυχείς στην καλύτερη, λεκτικές υπερβολές ή υπερβάλλων ζήλος, πολύ θα χαιρόμουν αν έβλεπα μια δημόσια και ξεκάθαρη πολιτική διάκριση ανάμεσα στο τι τελικώς καταπολεμούν κάποιοι, και τι δεν καταπολεμούν. Στην αντίθετη περίπτωση, που μάλλον είναι και η πιο πιθανή, απλώς επιβεβαιώνουν ότι ταυτίζονται σκοπίμως με αυτήν την ατζέντα κι ότι εννοούν απαρεγκλίτως όσα λένε στο 100%. Και επειδή δε θέλω να αδικήσω κανέναν δεν θεωρώ πως αυτός ο πολιτικός αναθεωρητισμός υπάγεται σε έναν μη συγκρουσιακό πόλο (όχι στο σύνολο του τουλάχιστον) αλλά περισσότερο σε μια πάγια νοοτροπία εντός χώρου που πιστεύει στις αποστειρωμένες συγκρουσιακές λογικές, εν είδη συσκευασίας, όπου το ανεξέλεγκτο απουσιάζει γιατί προηγουμένως έχει «εξοντωθεί» και το αυθόρμητο εκλείπει έστω και σαν πινελιά στο γενικότερο καμβά των συγκρούσεων. Φαίνεται πως η πολιτική μόδα επιτάσσει επιστροφή στα παλιά δίπολα λες και η παλιά σύγκρουση τους μας κληροδότησε κάποια φανταστική παρακαταθήκη ενώ πετάμε στα σκουπίδια μια κριτική αποτίμηση που φροντίζει να συνθέτει τα καλύτερα στοιχεία του αυθόρμητου και της οργάνωσης.
Επιστρέφοντας όμως πίσω στο αρχικό μου θέμα, που είναι και αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο, ξεκαθαρίζω καταρχάς πως δεν θεωρώ τίποτα και κανέναν υπεράνω κριτικής και ασφαλώς ούτε και μένα τον ίδιο. Και λέγοντας αυτό μπορώ να αναγνωρίσω και αυτοκριτικά πως στο παρελθόν και σε στο βαθμό που με αφορούσε ατομικά δεν ακολούθησα πάντα το δρόμο μιας ορθής πολιτικής αντιπαράθεσης. Για τέτοια περιστατικά όμως και για την ατομική μου ευθύνη σε αυτά έχω κριθεί, κρίνομαι και συνεχίζω να κρίνομαι. Όμως για να μπορούν να πείθουν τα υποκείμενα που ασκούν την όποια κριτική και για την ειλικρίνεια των προθέσεων τους θα πρέπει να ορίζουν και ξεκάθαρα το έδαφος από το οποίο εφορμάται η κριτική τους. Είναι για παράδειγμα πολιτικό αυτό το έδαφος; Είναι ηθικό; Έχει να κάνει με ζητήματα στρατηγικής σύνδεσης μέσων και σκοπών ή μήπως είναι κάτι ολότελα διαφορετικό; Ο μη προσδιορισμός αυτού του εδάφους προκαλεί σύγχυση και καθιστά την ίδια την κριτική από έωλη έως και ύποπτη. Κι αυτό φυσικά στην περίπτωση που έχουμε όντως να κάνουμε με μια κριτική όσο έωλη και ύποπτη κι αν είναι. Στην περίπτωση μας όμως δεν έχουμε να κάνουμε με κριτική, γιατί η κριτική σημαίνει πολιτική διαφωνία και η πολιτική διαφωνία σημαίνει διάλογο για την διαπραγμάτευση της πολιτικής σημασίας του κάθε ζητήματος. Αυτό που παρατηρείται όμως εδώ πέρα είναι η κλασική επικοινωνιακή στρατηγική όσων θέλουν να αποδομήσουν το πολιτικό και ηθικό ανάστημα των αντιπάλων τους, ώστε να μην χρειαστεί να αντιπαρατεθούν μαζί τους πολιτικά. Η στρατηγική αυτή επιτάσσει μια ξεκάθαρη πολεμική που εχθροποιεί εξ’ αντικειμένου τον προσδιορισμένο στόχο, ( στην περίπτωση μας ένα ολόκληρο εύρος πολιτικών λογικών, στρατηγικών και πρακτικών αγώνα) σε μια προσπάθεια εξορισμού του αντιπάλου από την όποια κοινότητα ( όσο πλατιά και αν είναι αυτή ). Ο εξορισμός αυτός φυσικά μετά παρέχει την πολυτέλεια της a priori ηθικής νομιμοποίησης κάθε εχθρικής ενέργειας εναντίον του αντιπάλου μιας και έχει καταστεί ως φυσικός εχθρός του κινήματος.
Δυστυχώς όμως για αυτούς στην περίπτωση μας θα πρέπει να περιοριστούν στην προσπάθεια. Οι επιθέσεις στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς δεν είναι καν κάτι καινούργιο. Στο πρόσφατο παρελθόν, την περίοδο μεταξύ 2009-2012, προέκυψε μια στρατηγική επιθέσεων αντάρτικου πόλης που επιχειρούσε να θέσει νέα στοιχήματα, να δημιουργήσει νέες προκλήσεις , να πειραματιστεί πάνω σε νέα σκεπτικά και να ανιχνεύσει νέα μονοπάτια αναρχικής επίθεσης. Έτσι ένα πλήθος αναρχικών ομάδων άρχισαν να προχωρούν σε οργανωμένες δολιοφθορές εναντίον ΜΜΜ που συνολικά κόστισαν πολλά εκατομμύρια ευρώ στο κράτος. Εμπρησμοί τρένων, τραμ και λεωφορείων καθώς άλλου τύπου επιθέσεις, όπως το σαμποτάζ των γραμμών του τραμ με τσιμέντο , συνθέτουν το παζλ των επιθέσεων της περιόδου εκείνης. Μέσα από τα κείμενα των αναλήψεων ευθύνης άνοιγε μάλιστα κι ένας διάλογος μεταξύ των ομάδων που αποσκοπούσε στη συλλογική ζύμωση και επεξεργασία σκεπτικών και μεθόδων επίθεσης. Ενδεικτικά παραθέτω ένα χαρακτηριστικό τέτοιο απόσπασμα από την ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό τραμ από την ομάδα Κύκλοι Παραβατικών (8/10/2012) που θεωρώ ότι εμπλουτίζει αρκετά εμπεριστατωμένα όλο αυτό τον διάλογο : “Μέσα από επιθέσεις σ’ αυτό που εμείς ορίζουμε ως αόριστα πεδία της κοινωνικής ζωής θέλουμε να αναδείξουμε το λόγο μας και να αναγκάσουμε τον καθένα/καθεμία να αφουγκραστεί την αδιέξοδη κραυγή μας.(….) Πρέπει να εισέλθουμε στη ζωή των σύγχρονων υπηκόων, να προκαλέσουμε ρήγματα εκεί που δύσκολα θα τα κρύβει ο παραμορφωμένος φακός των ΜΜΕ. Σε χώρους και πεδία που θα προβληματίσουν και θα κάνουν τον άλλον να ψαχτεί και να δει για ποιο λόγο γίνεται το κάθε χτύπημα. (…) Ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτή η ιδιόμορφη διάχυση της πράξης και του λόγου μας είναι και τα χτυπήματα στα Αόριστα Κοινωνικά πεδία”.
Βέβαια, η πλειοψηφία αυτών των ομάδων και ο λόγος που εξέφραζαν μπορεί ίσως να τοποθετηθεί κάπου στο ευρύτερο φάσμα της εξεγερσιακής αναρχίας και των διαφόρων τάσεων στο εσωτερικό της , γεγονός που επιτρέπει σε όσους εχθρεύονται παθολογικά το σύνολο όλων αυτών των τάσεων να καταδικάζουν τέτοιου τύπου ενέργειες μιλώντας με ευκολία για “υφέρποντες ελιτισμούς” και “υποδόριους φασισμούς” κλιμακώνοντας έτσι την πολεμική τους με έναν ξεκάθαρα αντιδιαλεκτικό , αντιεξεγερτικό φανατισμό που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του και ούτε είναι διατεθειμένος να διαπραγματεύεται τέτοια “αξιακά” ζητήματα που κατά μια αυθαίρετη πάντα και αποκλειστικά υποκειμενική κρίση κάποιων υποκειμένων , ζημιώνουν αυτό που στο δικό τους κεφάλι αντιλαμβάνονται ως κίνημα (λες και θα μπορούσε ποτέ ένα αναρχικό κίνημα να είναι τσιφλίκι κάποιων ώστε να ορίζουν αυθέραιτα και τα σύνορα του) καθώς “με τέτοιου τύπου ενέργειες χάνεται όλη η σοβαρή και υπεύθυνη δουλειά που κάνουμε για να φέρουμε τον κόσμο με το μέρος μας”. Δυστυχώς όμως, για τους άσπονδους λυσσασμένους εχθρούς της εξεγερσιακής αναρχίας σε όλες τις εκφάνσεις της (γιατί ας μην κοροιδευόμαστε αυτό δεν περιορίζεται μόνο ενάντια στις αναρχοατομικιστικές και αναρχομηδενιστικές εξεγερσιακές τάσεις αλλά δυνητικά ενάντια στο σύνολο της εξεγερσιακής αναρχίας , της αποκαλούμενης στις μέρες μας κι ως θολής εξεγερτικότητας) ειδικά στα μέρη μας υπάρχει ένα πολύ πλούσιο παρελθόν τέτοιων επιθέσεων σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και μάλιστα από οργανώσεις αντάρτικου πόλης όπως ο ΕΛΑ που από το 1976 ως το 1979 είχε πραγματοποιήσει επιθέσεις σε αμαξοστάσια της τότε ΕΑΣ καίγοντας μεγάλο αριθμό αστικών λεωφορείων. Φυσικά θα ήταν αστεία και μόνο η σκέψη να κατηγορήσει κανείς τον ΕΛΑ για υφέρποντα ελιτισμό.
Το παραπάνω παράδειγμα φυσικά και δεν σημαίνει ότι επειδή μια στόχευση είναι κοινή τα υποκείμενα και οι οπτικές τους ταυτίζονται. Κάθε άλλο. Ο πλουραλισμός όμως των διαφορετικών σκεπτικών που από εποχή σε εποχή επιλέγουν να πλήξουν κοινούς στόχους, μεταθέτει το πεδίο της κριτικής από το επίδικο της ίδιας της στόχευσης αυτής καθεαυτής στο ζήτημα της ποιότητας του λόγου που συνοδεύει τέτοιου τύπου ενέργειες. Τώρα ασφαλώς αν το ζήτημα είναι ότι τέτοιες ενέργειες χάνονται κάτω από το πέπλο της πολιτικής ανωνυμίας θα μπορούσα κι εγώ να σταθώ κριτικά καθώς θεωρώ προβληματική αυτή τη λογική ( όχι εχθρική ωστόσο) γιατί εκτός των άλλων δίνει και λαβές στους επικριτές τέτοιων επιθέσεων να εξαπολύσουν λάσπη με πολιτικό επικάλυμμα. Είναι δε ακόμα πιο προβληματική αυτού του είδους η ανωνυμία όταν τα ίδια τα δρώντα υποκείμενα αρνούνται – άγνωστο για ποιους λόγους- να δώσουν ένα πολιτικό περιεχόμενο στις πράξεις τους, καθώς αυτό δείχνει μια ηθελημένη αποχή από την πολιτική ζύμωση και επικοινωνία σκεπτικών. Φυσικά θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η κριτική δεν στρέφεται στο πολιτικό και ηθικό υπόβαθρο τέτοιων επιθέσεων γενικά αλλά εναντίον στη συχνή τους επανάληψη στην περιοχή των Εξαρχείων. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς σε αυτό. Ακόμα κι αν ίσχυε κάτι τέτοιο μπαίνει ένα τεράστιο ερωτηματικό στο γιατί δε γίνεται ορατός αυτός ο διαχωρισμός ώστε να μη μπορεί ακόμα κι ο πλέον κακόβουλος να βρει πατήματα και δεύτερον μπαίνει ένα ακόμα μεγαλύτερο ερωτηματικό στο πότε απέκτησαν τα Εξάρχεια επιτροπή δεοντολογίας σε ζητήματα πολιτικής στόχευσης και γιατί και από ποιους νομιμοποιείται μια τέτοια επιτροπή να εκδίδει εγκυκλίους περί κοινωνικής αντιβίας; (από τους κατοίκους πάντως σίγουρα όχι. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εξάλλου και τη συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων στα κοινά κάτι που προφανώς δε συμβαίνει ). Ποιος λοιπόν αποφάσισε ότι τα λεωφορεία και γενικά τα ΜΜΜ πρέπει να καίγονται μόνο εκτός Εξαρχείων και μόνο ως οδοφράγματα κατά τη διάρκεια γενικευμένων συγκρούσεων και μέχρι που είναι διατεθειμένος να φτάσει αυτός ο κάποιος προκειμένουν να εξασφαλίσει την υπακοή και τη συμμόρφωση στη «γραμμή» του;

Ας μη γελιόμαστε όμως. Φυσικά και η όλη πολεμική δεν εξαντλείται ούτε στο ζήτημα της πολιτικής ανωνυμίας κι ούτε και στον ενδημικό χαρακτήρα του φαινομένου, αντίθετα το ξεπερνάει κατά πολύ. Αυτό που στην ουσία είναι το διακύβευμα, ( κι αν υπήρχε το παραμικρό ίχνος πολιτικής εντιμότητας στην κριτική αυτή θα έπρεπε να γίνει παραδεκτό) είναι η μόνιμη πολιτική ατζέντα κάποιων για το “τι θα πει ο κόσμος”. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που δεν έχει ακουστεί κανένα σοβαρό πολιτικό επιχείρημα μέχρι στιγμής που να μπορεί να αναιρέσει την αξία τέτοιων στοχοθεσιών παρά μόνο κάτι ψελλίσματα περί ταλαιπωρίας του κόσμου που θυμίζουν, έστω και αντανακλαστικά, το χειρότερο είδος κοινωνικού αυτοματισμού που προωθούν τα ΜΜΕ και επίσημες πολιτικές φωνές κάθε φορά που γίνεται κάτι που με οποιοδήποτε τρόπο “προκαλεί ταλαιπωρία στο κόσμο”, και συγκεκριμένα αυτών που προσπαθούν “να κάνουν απλώς τη δουλειά τους”.
Είναι γεγονός όμως ότι ένα μεγάλο κομμάτι της στρατηγικής όλων των κοινωνικών κινητοποιήσεων, πέρα από την προπαγάνδιση των θέσεων- αιτημάτων τους, είναι και η άσκηση πολιτικής πίεσης μέσα από την πρόκληση κοινωνικών βραχυκυκλωμάτων, οι παράπλευρες συνέπειες των οποίων είναι πάντα η ταλαιπωρία κάποιων, καθώς πάντα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό θα υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θα επηρεαστούν. Κάθε φορά λοιπόν που γίνονται μαθητικές/ φοιτητικές καταλήψεις, κάθε φορά που διαδηλωτές κλείνουν τους δρόμους, κάθε φορά που τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, οι εθνικές οδοί μπλοκάρουν εξαιτίας μπλόκων ή απεργιών, κάθε φορά που γειτονιές μετατρέπονται σε “υγειονομικές βόμβες” εξαιτίας απεργών στο τομέα της καθαριότητας, κάθε φορά που τα νοικοκυριά μένουν χωρίς ρεύμα επειδή οι απεργοί κατεβάζουν τους διακόπτες της ΔΕΗ, κάθε φορά που οι ρυθμοί της πόλης πέφτουν εξαιτίας απεργιών στα ΜΜΜ, και γενικώς κάθε φορά που συμβαίνει οτιδήποτε από όλα αυτά (κι ίσως κι άλλα που να μου διαφεύγουν), υπάρχουν κάποιοι που ταλαιπωρούνται. Κάποιοι που θα χάσουν τα μαθήματα τους , κάποιοι που θα χάσουν κάποιο δρομολόγιο ή κάποιο προγραμματισμένο ταξίδι, κάποιοι που θα ταλαιπωρηθούν σε ένα μποτιλιάρισμα, κάποιοι που θα υποστούν την δυσωδία των σκουπιδιών έξω από τα σπίτια τους, κάποιοι που θα αργήσουν να πάνε στη δουλειά τους ή ίσως δεν καταφέρουν καθόλου να πάνε. Κι όλα αυτά γιατί το κοινωνικό πεδίο είναι διαρθρωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε όταν ένας αγώνας μπαίνει σε κίνηση και τροχιά να βραχυκυκλώνει κάτι στον κοινωνικό ιστό και κάποιοι να καταλήγουν να ταλαιπωρηθούν γιατί διαταράσσεται η κανονικότητα και το πρόγραμμα τους. Και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις η καθεστωτική προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ μιλάει για αντικοινωνικές συμπεριφορές συντεχνιών και συνδικαλιστικών μειοψηφιών που βάζουν τα συμφέροντα τους πάνω από τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Και κάπως έτσι νομιμοποιούνται οι επιστρατεύσεις απεργών , η διάλυση και καταστολή συγκεντρώσεων ( που συν τοις άλλοις πλήττουν και το εμπόριο), το σπάσιμο καταλήψεων από αγανακτισμένους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων. Κάπως έτσι συντεχνιακές και κλαδικές ομάδες στρέφονται η μία στην άλλη (όπως προσφάτως είδαμε στην περίπτωση αγροτών ενάντια στην ομοσπονδία ναυτικών ή παλιότερα φορτηγατζήδων εναντίον αγροτών κτλ) και κάπως έτσι καταλαβαίνουμε τελικά ποιος είναι ο πραγματικός κοινωνικός κανιβαλισμός. Και προφανώς όσοι αντιδρούν σε κάθε τέτοια περίπτωση δεν είναι απαραιτήτως «νεοφιλλελέδες» η «μέτωπο της αντίδρασης», αντίθετα συχνά είναι «απλοί άνθρωποι» που θέλουν «να κάνουν απλώς τη δουλειά τους» αδιαφορώντας για τους αγώνες και τα αιτήματα κάποιων άλλων. Ακούγεται άσχημο και είναι λογικό να αρνείται κανείς αυτήν την πραγματικότητα χτίζοντας ένα δικό του φαντασιακό στο οποίο η κοινωνική βάση και η «λαϊκή ψυχή» παρόλες τις ταλαιπωρίες που υφίσταται αναγνωρίζει το δίκιο των αγώνων και συντάσσεται ηθικά μαζί τους, αλλά στον πραγματικό κόσμο μόνο αυτό δε συμβαίνει. Για την ακρίβεια συμβαίνει το αντίθετο.
Ποια είναι λοιπόν η διαφορά όλων των παραπάνω σε σχέση με τις συνέπειες που προκαλούνται ή που ίσως προκληθούν από επιθέσεις σε ΜΜΜ; Γιατί τόση σπουδή στη πολεμική και στην καταδίκη τους; Σε ποιο ακροατήριο τελικώς απευθύνονται ή νομίζουν πως απευθύνονται κάποιοι; Αλήθεια αυτή είναι η “πλατιά επαναστατική πολιτική ζύμωση μέσα στη μάζα” που οραματίζονται μερικοί; Η διέγερση των πιο ταπεινών αντιδραστικών λαϊκών ενστίκτων; Αν είναι έτσι πάντως τα καταφέρνουν αρκετά καλά δεν είναι κάτι δύσκολο αυτό, η αντιδραστική ρητορική εξάλλου έχει γίνει επιστήμη εδώ και δεκαετίες χωρίς τη δική τους βοήθεια. Αν δεν επιθυμούν αυτό ωστόσο, θα πρέπει να προβληματιστούν διότι με τέτοιου τύπου επιχειρήματα αυτό ακριβώς πετυχαίνουν. Εκτός βέβαια και αν “οι σταγόνες και τα ρυάκια της λαϊκής οργής” εμποδίζονται στο να γίνουν ποτάμι εξαιτίας των καμένων λεωφορείων. Μπορεί βέβαια η απάντηση να βρίσκεται και στο ότι τέτοιες πρακτικές θα ήταν ίσως ικανές να σπάσουν το μονοπώλιο διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του χώρου ή του κινήματος, αν υποθέσουμε βέβαια ότι υπάρχουν κάποιοι που ( είτε λόγω προσωπικών φιλοδοξιών είτε λόγω προγραμματισμένων θέσεων ) το διεκδικούν για τον εαυτό τους. Θα χαιρόμουν ξανά ιδιαίτερα αν αυτό αποτελούσε μια απλή υπόθεση εργασίας, πολύ φοβάμαι ωστόσο ότι μάλλον δεν είναι. Και πολύ φοβάμαι πως όταν υπάρχουν τέτοιου τύπου φιλοδοξίες και προγραμματικές θέσεις όλα επιτρέπονται τελικά. Σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση φυσικά θα παρατηρούσαμε μια απίστευτα μεγάλη συγκέντρωση οξύμωρων σχήματων δεδόμενου ότι υποτίθεται πως μια τέτοια αντίληψη δε συνάδει με την εν γένει επαναστατική ηθική που επικαλούνται κάποιοι επικριτές του «αμοραλισμού».
Πέρα από όλα αυτά όμως, πίσω από την τόσο σκληρή πολεμική απέναντι σε τέτοιες επιθέσεις κρύβεται ίσως και μια (ηθελήμενη;) μερική άγνοια για κάποιες από τις ιστορικές διεργασίες διαμόρφωσης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Αλήθεια δεν υπήρξε κάποτε το ιστορικό φαινόμενο της Βιομηχανικής Επανάστασης που αποτέλεσε την μήτρα του σύγχρονου Βιομηχανικού καπιταλισμού (πολύ πριν την έκρηξη του χρηματηστηριακού και χρηματοπιστωτικού τομέα) στη σκληρότατη και ανελέητη μορφή του όπως τον γνωρίζουμε σήμερα; Μήπως δεν ήταν η εκρηκτική άνθιση του τομέα των μετακινήσεων που άλλαξε τελείως την μορφή του εμπορίου διευρύνοντας το με εντελώς άλλους ρυθμούς πολύ πιο δραστικούς; Μήπως αυτό δεν είχε ως συνέπεια τις αλλαγές συσχετισμών στις διεθνείς αγορές και τις συναλλαγματικές σχέσεις της εποχής που καθόρισαν αργότερα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές των καπιταλιστικών μεγάλων δυνάμεων; Μήπως η ανάπτυξη του τομέα των μετακινήσεων δεν υπήρξε ως ένα μεγάλο βαθμό συντελεστής των νέων παραγωγικών δυνάμεων εντός αστικών κέντρων, ειδικά στη σύγχρονη εποχή που λόγω της υπέρμετρης αστικοποίησης έχουν πολλαπλασιαστεί σε μέγεθος; Μήπως οι μετακινήσεις δεν υπήρξαν ο παρανομαστής ενός ολόκληρου σύγχρονου τομέα της οικονομίας που ονομάζεται βιομηχανικός τουρισμός και αποφέρει τεράστια συσσώρευση κεφαλαίων στις παγκόσμιες κιόλας αγορές; Στις ημέρες μας οι αστικοί χάρτες των μητροπόλεων είναι γεμάτοι από άπειρες κουκίδες που αντιπροσωπεύουν κάτεργα μισθωτής σκλαβιάς και ναούς κατανάλωσης και σε αυτόν τον χάρτη τα ΜΜΜ δεν είναι παρά εκείνες οι ευθείες γραμμές που συνδέουν αυτές τις κουκίδες μεταξύ τους, κάτι φυσικά που εξηγείται καθώς αυτή είναι η μόνη αποστολή τους ως οργανικό κομμάτι της πόλης εργοστασίου. Γιατί μήπως είναι ψέμα ότι για τον καπιταλισμό οι άνθρωποι λογίζονται μόνο ως εμπορεύματα με εργατική και αγοραστική δύναμη; Είναι φυσικό επόμενο λοιπόν πως τα ΜΜΜ υπάρχουν ΜΟΝΟ για να εξυπηρετούν την μετακίνηση των ανθρώπων-εμπορευμάτων ώστε να εντατικοποιούνται οι ρυθμοί παραγωγής και κατανάλωσης, και έτσι να αυξάνεται και η αντίστοιχη συσσώρευση κέρδους υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος των από τα κάτω. Μάλιστα, η απληστία του εκμεταλλευτικού συστήματος φροντίζει ώστε να βγάζει κέρδος και από τις μετακινήσεις αυτές καθεαυτές κοστολογώντας τις υπηρεσίες τους και θέτοντας πολλαπλάσια πρόστιμα για τους παραβάτες και προσλαμβάνοντας ρουφιάνους που για λογαριασμό της εργοδοσίας κόβουν πρόστιμα, εξευτελίζουν, τραμπουκίζουν, βιαιοπραγούν και ενίοτε δολοφονούν, επειδή κάπως πρέπει και αυτοί “να κάνουν απλά την δουλειά τους”.
Δεν έχω κάποια ψευδαίσθηση φυσικά ότι μεταξύ ανθρώπων τόσο προκατειλημμένων τα όσα γράφω μπορούν να γεννήσουν τον οποιονδήποτε υγιή προβληματισμό. Είμαι μάλλον σίγουρος κιόλας ότι διαβάζοντας αυτές τις γραμμές ένα κοροϊδευτικό χαμογέλο χαράζει το πρόσωπο τους και το πρώτο πράγμα που θα θελήσουν να κάνουν είναι να ειρωνευτούν: “Δηλαδή με τα καμμένα λεωφορεία χτυπιέται ο καπιταλισμός;” Είναι τόσο σίγουροι για την αλήθεια τους και για την απολυτότητα των επιχειρημάτων τους ώστε να τυφλώνονται και να μη μπορούν να δουν μια όντως αντικειμενική αλήθεια. Πράγματι ο εμπρησμός ενός λεωφορείου έτσι ξεκομμένα δεν χτυπάει προφανώς από μόνος του, ( τουλάχιστον όχι σε ένα επίπεδο που η ζημιά δε θα είναι απορροφήσιμη) ούτε την εξουσία, ούτε και την οικονομική της διάρθρωση. Όπως ισχύει όμως και για έναν μεμονωμένο εμπρησμό τράπεζας, υπουργείου, αστυνομικού τμήματος κτλ. Αυτό μάλιστα είναι και το βασικό επιχείρημα όσων είναι εναντίον όλων αυτών των επιθέσεων γενικά, ότι δηλαδή από μόνες τους δεν πλήττουν το καθεστώς και άρα καθίστανται ατελέσφορες. Ο πυρήνας αυτής της κριτικής είναι προβληματικός καθώς είναι ο ίδιος πυρήνας επιχειρημάτων που ακόμα και στις πολιτικές εκτελέσεις στέκεται κριτικά διότι “ουδείς αναντικατάστατος”. Που μας οδηγεί λοιπόν αυτός ο τρόπος σκέψης; Αντίθετα, γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε πως ναι μεν την διαφορά προφανώς και την κάνει η μέγιστη δυνατή διάχυση και οικειοποίηση των επιθετικών πρακτικών, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όταν συμβαίνουν αποσπασματικά χάνουν την αξία τους; Δεν είναι ούτε ένας αιώνας από τότε που ο αναρχοκομμουνιστής Λουίτζι Γκαλεάνι θα έγραφε υπερασπιζόμενος την ατομική τρομοκρατία » Καμιά πράξη εξέγερσης δεν είναι άχρηστη, καμιά πράξη εξέγερσης δεν είναι βλαβερή». Αν μπορούσαμε τώρα να φανταστούμε την υιοθέτηση μιας στρατηγικής επιθέσεων τόσο στα ΜΜΜ όσο και στο γενικότερο δίκτυο μεταφορών και τουρισμού σε ένα πολύ μεγαλύτερο επίπεδο το οποίο μάλιστα θα συνόδευε και ο αντίστοιχος πολιτικός λόγος, τότε ίσως και να είχαμε μια όντως σημαντική ζημία μη απορροφήσιμη, σε σημαντικά σημεία μάλιστα της οικονομίας.
Φυσικά για όσους δεν αντιλαμβάνονται τη ζωή μονάχα με οικονομικούς όρους, και δε μιλάνε μόνο τη γλώσσα των οικονομικών αφηγημάτων ( όχι γιατί δε μπορούν αλλά γιατί επιλέγουν να μην το κάνουν) υπάρχει και το καθαρά προσωπικό βίωμα του καθενός και της καθεμίας μας που αποκτάμε οι ίδιοι καθημερινά, ζώντας μέσα στη σκατίλα της εξουσιαστικής-εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Διότι ούτε εξωγήινοι είμαστε, ούτε ζούμε στις βουνοκορφές μας ( αυτές που ειρωνικά αποκαλούνται και βουνοκορφές της άρνησης), μακριά από τις υλικές συνθήκες ζωής αυτού του σάπιου κόσμου. Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μεγαλώσαμε κι εδώ συνεχίζουμε να ζούμε αναπνέοντας καθημερινά τη δυσωδία του σύγχρονου πολιτισμού.Τις συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης καθώς και τη γενικότερη ασφυκτική παρουσία της Εξουσίας τη βιώνουμε κι εμείς οι ίδιοι καθώς δεν αιθεροβατούμε πάνω από τα κεφάλια όλων των υπόλοιπων εκμεταλευόμενων και εξουσιαζόμενων ανθρώπων αλλά ζούμε μαζί τους και ανάμεσα τους. Έχουμε λοιπόν κάθε φυσικό δικαίωμα να οργιζόμαστε, να μισούμε, να εξεγειρόμαστε και να επιτεθόμαστε σε οτιδήποτε νοιώθουμε πως εγκλωβίζει και καταπιέζει τις ζωές μας, χωρίς να πρέπει να δίνουμε λογαριασμό σε αυτόκλητους θεματοφύλακες της κοινωνικής αντιβίας (κι ας μη διαμαρτυρηθούν για την οξύτητα των χαρακτηρισμών μιας κι ούτε κι η άλλη πλευρά είναι φειδωλή στους χαρακτηρισμούς όταν νιώθει την ανάγκη να διαφωνήσει αφορίζοντας) . Για μας λοιπόν τα ΜΜΜ δεν είναι τίποτα περισσότερο από κλούβες μεταγωγής ανθρώπων-σκλάβων που εκτελούν ένα πρόγραμμα μεταφοράς από το σπίτι στο κάτεργο και από το κάτεργο στους χώρους κατανάλωσης, κι από εκεί ξανά πάλι στο σπίτι για ξεκούραση μέχρι να έρθει η επόμενη ημέρα και η επόμενη και η επόμενη και μέχρι αυτό το καθημερινό ανελέητο πήγαινε-έλα να γίνει ξαφνικά ολόκληρη η ζωή μας που ξοδεύεται σε προγραμματισμένα δρομολόγια, στάσεις λεωφορείων, χώρους μισθωτής σκλαβιάς και εμπορευματοποιημένες ζώνες διασκέδασης και κατανάλωσης.

Αλήθεια, εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, μέσα σε όλο αυτό το γαϊτανάκι εξόντωσης της προσωπικότητας σου, της εκμετάλλευσης και της καταλήστευσης σου, μέσα στην καθημερινή ψυχοφθόρα αγωνία να μην πέσεις πάνω στους ρουφιάνους, μην σου κόψουν πρόστιμο, μη σε σύρουν στο τμήμα για ταυτοποίηση ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες γνέφουν και μουρμουρίζουν υποτιμητικά σχόλια για σένα, μέσα στο διαρκές άγχος μην χρειαστεί να πηδήξεις ή ακόμα χειρότερα να σε σπρώξουν από κάποιο λεωφορείο εν κινήσει και σκοτωθείς, το χειρότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί είναι να χάσεις ένα γαμημένο δρομολόγιο επειδή κάποιοι έκαψαν ένα λεωφορείο;

Για όσους δεν πάσχουμε όμως από κάποιου είδους ιδεολογικό ιδρυματισμό ώστε εγκλωβισμένοι μέσα στην ιδεολογική μας φούσκα να νομίζουμε πως τα πάντα κινούνται βάση των θεωρητικών σχημάτων που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας, είναι αυτονόητο πως ο καθορισμός μια πράξης ως κοινωνικής ή αντικοινωνικής δεν συμβαίνει από τα υποκείμενα που τη φέρουν εις πέρας αλλά από την γνώμη της κοινωνικής πλειοψηφείας η οποία και σ’ ένα μεγάλο βαθμό διαμορφώνεται και από την καθεστωτική προπαγάνδα. Έτσι συχνά δεν έχει σημασία η πρόθεση των δραστών αλλά η γνώμη του κοινού. Αν για παράδειγμα μια ανατίναξη τράπεζας θεωρείται κατά την κοινή γνώμη κατακριτέα πράξη βιας τότε η ενέργεια δύναται να έχει αντικοινωνικό χαρακτήρα ανεξάρτητα από το αν η προκήρυξη που τη συνοδεύει έχει μαρξιστική, αναρχοκομμουνιστική ή αναρχομηδενιστική ανάλυση. Τουλάχιστον οι πολέμιοι της ένοπλης βίας αυτά τα έχουν λήξει στο μεταξύ τους και θεωρούν κάθε ενέργεια που δεν τυγχάνει κοινωνικής αποδοχής κι ως αντικοινωνική. Θυμίζω ενδεικτικά την υστερία καταγγελιομανίας που επικράτησε μετά την εκτέλεση των δυο νεοναζί στο Νέο Ηράκλειο όπου ένας σεβαστός αριθμός συλλογικοτήτων και στεκιών με «πρόσωπο στην κοινωνία» καταδίκασαν ομόθυμα την ενέργεια ως εχθρική για τις αξίες και τα ιδανικά του κινήματος. Η ευκολία με την οποία επιδόθηκαν σε αυτό το κρεσέντο λεκτικής βίας και προσβλητικών υπερβολών εναντίον τόσο της ίδιας της ενέργειας όσο και των ανθρώπων που βρίσκονταν από πίσω οφείλεται στο γεγονός ότι αρκεί να είναι μια συλλογικότητα χρόνια στο κίνημα και να έχει «κοινωνικό πρόσωπο» ώστε να ξεπλένεται αυτομάτως οποιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά όπως ήταν αυτή των δημόσιων καταδικαστικών κειμένων του 2013. Πόνταραν βέβαια στο γεγονός ότι η οργάνωση θα ήταν του μηδενιστικού χώρου επομένως η αντιένοπλη υστερία τους θα μεταμφιεζόταν σε έναν εύκολο αντιμηδενισμό που ήταν και της μόδας τότε. Ωστόσο όταν διαψεύστηκαν από την ανάληψη ευθύνης απολογήθηκαν ποτέ; Ζήτησαν ποτέ ένα συγνώμη; Προέβησαν σε κάποια αυτοκριτική; Όχι βέβαια που καιρός για τέτοια. Εξάλλου δεν άλλαξε κάτι για όλους αυτούς αν η ΜΛΕΔ δεν ήταν τελικά μια μηδενιστική οργάνωση καθώς το πραγματικό τους ζήτημα ήταν η ενέργεια αυτή καθεαυτή την οποία ίσως να θεωρούν ακόμα και σήμερα αντικοινωνική. Βλέπει κανείς λοιπόν πως ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι σκέψης μπορεί να καταλήξουμε να διαπιστώσουμε,αν αφουγκραστούμε την κοινωνική πλειοψηφία, ότι πολλά πράγματα που συμβαίνουν ίσως τελικώς έχουν αντικοινωνικό χαρακτήρα : το ξήλωμα ακυρωτικών μηχανημάτων στα ΜΜΜ , ο ξυλοδαρμός ελεγκτών,η στοχοποίηση σπιτιών προέδρων δημόσιων οργανισμών, οι εκτελέσεις εμπόρων ναρκωτικών και ποιος ξέρει τι άλλο. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι εξαιρετικά προβληματικός καθώς ο φετιχισμός της κοινωνικής αποδοχής μπορεί τελικώς να καταλήξει αντί «να φέρει τον κόσμο με το μέρος μας» να πάει εμάς με το μέρος του κόσμου. Μόνο που το μέρος του κόσμου είναι η δυστοπία της εξουσιαστικής κοινωνίας.

Τέλος, και για να ολοκληρώσω αυτή τη συνολική τοποθέτηση, που ήδη θα έχει κουράσει πολύ τα μάτια όσων την διαβάζουν, αφήνω αυτή εδώ την σκέψη και τον προβληματισμό. Ζούμε σε μια εποχή όπου αυτά που προσδιορίζονται ως διαρκή εγκλήματα της εξουσίας συμβαίνουν παντού γύρω μας σε τέτοια πλέον κλίμακα και έκταση που οι ειδήσεις φρίκης και βαρβαρότητας μας βομβαρδίζουν ανά πάσα στιγμή. Κι όμως και αυτό που κι ο κομμουνιστής Γκράμσι περιέγραψε ως κοινωνική αδιαφορία, αυτή η αβουλία που είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας, που δρα παθητικά αλλά δρα, και που μάλιστα στο σήμερα διαμορφώνει και ενισχύει και τους σύγχρονους συσχετισμούς για την έλευση νέων ολοκληρωτισμών, έχει φτάσει σε άλλο επίπεδο. Αυτή η αδιαφορία έχει γίνει ιδεολογία και οι φορείς της είναι ικανοί ακόμα και να διεκδικήσουν να βγουν ενεργητικά στο προσκήνιο της ιστορίας για να υπερασπιστούν το δικαίωμα τους στην παθητικότητα. Σε αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες η διατάραξη της κανονικότητας των υπηκόων με τρόπο μάλιστα που να τους κάνει μάρτυρες αναπαραστάσεων πολέμου, ίσως είναι κάτι περισσότερο από μια απλή πρόταση δράσης. Ίσως είναι μια επιτακτική πλέον στρατηγική δράσης ώστε να τεθεί αυτό το έκτρωμα που λέγεται κοινωνική ουδετερότητα στη Γκιλοτίνα. Κι αν είναι να ταλαιπωρηθεί και λίγο αυτό το υποκείμενο , που οι κατά τα άλλα αναθεματιστές του ελιτισμού, προσδιορίζουν ως “απλοί άνθρωποι” δεν πειράζει. Σε αυτόν τον κόσμο συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα ακριβώς λόγω της αδιαφορίας αυτών των “απλών ανθρώπων”. Κι ίσως πρέπει να τους κάνουμε να νιώσουν έστω και το ελάχιστο της ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά που νομίζουν ότι κρυπτόμενοι στο πλήθος, αυτή η ευθύνη για την αδιαφορία τους χάνεται και εξανεμίζεται. Γιατί υπάρχουν παιδιά που χάνουν τα μαθήματα τους επειδή πνίγονται στη θάλασσα προσπαθώντας να φτάσουν σε μια ξένη ακτή, υπάρχουν οικογένειες που δεν επηρεάζονται από τις απεργίες της ΔΕΗ γιατί ζεσταίνονται με γκαζοφιάλες σε σκηνές κι είναι τυχερές αν βγάλουν τη νύχτα δίχως να καούν ζωντανές, υπάρχουν άνθρωποι που δεν ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να επιστρέψουν σπίτι τους μετά τη δουλειά γιατί ίσως ανατινάχτηκαν εν ώρα εργασίας στο υπόγειο κάποιου ταχυφαγείου, υπάρχουν επιβάτες λεωφορείων που δεν αγχώνονται μήπως χάσουν το δρομολόγιο τους λόγω κάποιων «κοινωνικών κανιβάλων» επειδή δολοφονήθηκαν από ελεγκτές για ένα εισιτήριο. Υπάρχουν αυτές κι άλλες τόσες συγκλονιστικές ιστορίες φρίκης όπου πάντα φυσικός και ηθικός αυτουργός είναι η Εξουσία. Μα πάνω από όλα υπάρχει απλωμένη και διάχυτη μια εκκωφαντική κοινωνική σιωπή για όλα αυτά. Μήπως λοιπόν έχει έρθει η ώρα αυτό το» η Σιωπή είναι Συνενοχή» να βρει την υλική του αποτύπωση μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα;

Υ.Γ: Η ανάληψη ευθύνης για ψεύτικα προειδοποιητικά τηλεφωνήματα, ανεξάρτητα από το που αυτά αποσκοπούν, ξεπλένει πολιτικά μια πρακτική που εκ των πραγμάτων συμβάλει στην απαξίωση των προειδοποιητικών τηλεφωνημάτων που πραγματοποιούν ομάδες αντάρτικου πόλης για συγκεκριμένους λόγους. Μόνο όποιος έχει βρεθεί στη θέση εκείνου που τηλεφωνεί για την ύπαρξη ενός εκρηκτικού μηχανισμού με σκοπό την εκκένωση ενός μέρους γνωρίζει την ένταση της αγωνίας και του άγχους για το αν θα γίνει πιστευτός και για αυτό εκείνη την ώρα η αίσθηση ευθύνης που νιώθει πάνω του είναι τεράστια γιατί διακυβεύονται ζωές ανθρώπων που ίσως δεν έχουν καμιά σχέση με το στόχο επίθεσης.

Στο παρελθόν τηλεφωνητές έχει τύχει να κατεβάσουν ακουστικά, υπάλληλοι να αρνηθούν να εγκαταλείψουν μια υπηρεσία, κάποιο μέσο ενημέρωσης να μην καλέσει την Αστυνομία, κι όλα αυτά επειδή οι φάρσες για προειδοποιητικά τηλεφωνήματα είναι ρουτίνα. Είναι φοβερά προβληματικό επομένως να δίνεται το οποιοδήποτε πολιτικό περιεχόμενο σε τέτοιες φάρσες.

Σε κάθε περίπτωση αυτό δεν πρέπει να προκαλεί οπισθοχώρηση στην κριτική που αισθάνεται ο καθένας και η καθεμία ότι θέλει να κάνει όταν κρίνει ότι απαιτείται, υπό τον φόβο να μην ταυτιστεί «ύπουλα» με τέτοιες φάρσες, αν και είναι αναμενόμενο μάλλον τέτοιου είδους φάρσες να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον ως πολιτική ασπίδα για την αποκρούση τυχών μελλοντικών κριτικών.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

Αλληλεγγύη : Ρωγμή στον Σκλαβωμένο Χρόνο.

181789-pirines

Είναι πολλές οι φορές εκείνες που έρχεται, με το διθυραμβικό ύφος του νικητή, η σκληρή επίγνωση της αδυναμίας μας να εκφραστούμε όπως θα θέλαμε να μας σφίξει την καρδιά. Ανέκαθεν μας εκνεύριζε  να περιορίζουμε την εκδήλωση των επιθυμιών μας, πόσο μάλλον να τις παγιδεύουμε απλά με μελάνι σε ένα κομμάτι χαρτί, μεταμορφώνοντας τις σε λέξεις που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε η δύναμη τους να ξεψυχά υπό το βάρος αυτής της σχεδόν τυπικής επαναληψιμότητας. Υπάρχουν όμως λέξεις, που όσο κι αν φθείρονται από τη συχνή τους χρήση, εξακολουθούν να ακτινοβολούν από τη λάμψη που τους προσδίδει η  συντροφικότητα. Λέξεις που δίνουν δύναμη, που χαρίζουν χαμόγελα, που σπάνε τη φυλακισμένη μοναξιά.
Λέξεις όπως η αλληλεγγύη.

Θα προτιμούσαμε φυσικά χίλιες φορές τούτες τις λέξεις να τις συνόδευε το ζωτικό σθένος μια δράσης, μιας επίθεσης, η ένταση μιας φωτιάς στο σκοτάδι, ο ήχος μιας έκρηξης, το στριφογύρισμα μιας σφαίρας στη θαλάμη. Κι αν όμως η γκρίζα πραγματικότητα της αιχμαλωσίας μας στερεί παρόμοιες επιλογές και δυνατότητες, θέλουμε να ελπίζουμε τουλάχιστον πως η θέρμη των λόγων μας θα μεταδώσει λίγη από τη δύναμη των συναισθημάτων μας ώστε να νιώσουν τα επίσης φυλακισμένα αδέρφια μας στο εξωτερικό το σθένος της αλληλεγγύης που αισθανόμαστε απέναντι τους.

Γράφουμε λοιπόν για τους αναρχικούς αδερφούς και αδερφές μας στη Χιλή που κρατούνται όμηροι της δικαιοσύνης κατηγορούμενοι για την εμπρηστική επίθεση σε τμήμα ερευνών της αστυνομίας το Νοέμβρη του 2014 -γνωστής κι ως υπόθεση PDI- η εκδίκαση της οποίας αναμένεται να  ξεκινήσει  μετά από  κι άλλη αναβολή στις 28/11. Maria, Natalia, Amaru, και Felipe η σκέψη μας είναι μαζί σας και σας ευχόμαστε μέσα από την καρδιά μας δύναμη κατά τη διάρκεια της δίκης σας. Ελπίζουμε οι άσχημες μέρες της αιχμαλωσίας σας να είναι σύντομα ένα δυσάρεστο παρελθόν που αφήνετε πίσω σας.

Γράφουμε επίσης και για τους Ιταλούς αναρχικούς αδερφούς και αδερφές μας που συνελήφθησαν και διώκονται στα πλαίσια της επιχείρησης Scripta Manent και ιδιαίτερα για το σύντροφο και μέλος της FAI-Πυρήνας Όλγα, Alfredo καθώς και για τη συντρόφισσα Anna που πρόσφατα βγήκαν νικητές στον αγώνα που έδωσαν για να σπάσουν τις ειδικές συνθήκες απομόνωσης που τους είχαν επιβληθεί. Έναν αγώνα με ενέχυρο και οδόφραγμα τα ίδια τους τα κορμιά, καθώς ρίσκαραν με απεργία πείνας τις ζωές τους. Θέλουμε να τους εκφράσουμε ολόψυχα την χαρά μας για αυτή τους τη νίκη που όσο κι αν φαίνεται μικρή σε κάποιους, σε μας που έχουμε δοκιμαστεί στο παρελθόν με παρόμοιες επιλογές η σημασία της είναι τεράστια. Τέτοιες νίκες εξάλλου όσο κι αν αποτελούν κουκκίδες στον χάρτη της συνολικής απελευθερωτικής οπτικής για έναν κρατούμενο δεν παύουν να αποτελούν ταυτόχρονα και “ανάσες ελευθερίας” σε ένα έτσι κι αλλιώς ασφυκτικό περιβάλλον.

Μέσα λοιπόν από τα δικά μας κελιά στέλνουμε αυτό το σινιάλο αλληλεγγύης, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι σε όλους τους συντρόφους και συντρόφισσες που υπομένουν, λόγω της θέσης που πήραν στον πόλεμο απέναντι στην Κυριαρχία, το βασανιστήριο της αιχμαλωσίας. Γνωρίζουμε πλέον και βιωματικά πως όταν η αλληλεγγύη είναι αυθεντική και γνήσια, δραπετεύει απ’ το άψυχο χαρτί, για να ταξιδεύσει χιλιάδες χιλιόμετρα, να διαπεράσει περιφράξεις και τείχη και να ζεστάνει τις καρδιές των αιχμαλώτων στη σκέψη και μόνο ότι δεν είναι μόνοι τους. Ότι κάποιος άλλος, κοντά η μακριά, τους σκέφτεται, ανησυχεί για εκείνους, και νιώθει τις πράξεις που είτε τεχνηέντως τους αποδίδονται είτε περήφανα τις αναλαμβάνουν ως κομμάτι της συνολικότερης γεωγραφίας του αναρχικού αγώνα ενάντια σε κάθε εξουσία. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να γεμίσει δύναμη έναν πολιτικό αιχμάλωτο, να του χαρίσει ψυχική ανάταση και να ενισχύει την ανθεκτικότητα του. Έτσι μονάχα εκπληρώνει η αλληλεγγύη τον στόχο της που δεν είναι άλλος από το να αποτελεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ρωγμή στον σκλαβωμένο χρόνο.

Τα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF
Μιχάλης Νικολόπουλος
Χάρης Χατζημιχελάλης
Δαμιανός Μπολάνο
Γιώργος Νικολόπουλος
Παναγιώτης Αργυρού
Θεόφιλος Μαυρόπουλος

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – Σχέδιο Νέμεσις – Πώς και γιατί χτυπήσαμε την εισαγγελέα Γεωργία Τσατάνη

181789-pirines

ΣΧΕΔΙΟ ΝΕΜΕΣΙΣ
[ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ]
i) Ένα κτήνος δίχως καρδιά, με πολλά κεφάλια
Στην Ιταλία, στην ένοπλη εμπειρία των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αναφερόταν συχνά η «επίθεση στην καρδιά του κτήνους/κράτους». Με τη φράση «καρδιά του
κράτους» εννοούσαν την ανώτατη βαθμίδα εξουσίας. Στα πλαίσια αυτής της
αντίληψης, οργανώθηκε μία από τις πιο σημαντικές ενέργειες του αντάρτικου πόλης, η απαγωγή του Aldo Moro.
Έχει όμως η εξουσία καρδιά; Ως αναρχικοί θεωρούμε ότι η εξουσία δεν είναι μόνο κάποιες ισχυρές ελίτ που κινούν τα νήματα απ’ το παρασκήνιο. Η εξουσία είναι επίσης ένα δίχτυ σχέσεων, μέσα στην κοινωνία, που κατεβαίνει ακόμα και στους χώρους της ιδιωτικής μας ζωής (ιεραρχικές σχέσεις, ρατσισμός, πατριαρχία κ.ά.) και φτάνει μέχρι τον πυρήνα των συναισθημάτων μας. Αυτό, όμως, δεν είναι άλλοθι για όσους αρνούνται τον ένοπλο αγώνα, λέγοντας πως «δεν μπορείς να πυροβολήσεις μια κοινωνική σχέση, αλλά πρέπει να την ανατρέψεις εκ των έσω»…
Το γεγονός ότι η εξουσία δεν έχει καρδιά, δεν σημαίνει ότι δεν έχει κεφάλι. Οι
πολιτικοί,
οι πλούσιοι,
οι μεγαλοεκδότες,
οι αξιωματούχοι
του αστυνομικοστρατιωτικού μηχανισμού και οι δικαστές αποτελούν τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς που στέλνουν τη ζωή μας καθημερινά στο απόσπασμα. Αυτοί είναι τα κεφάλια της εξουσίας. Και τα κεφάλια δεν είναι αλεξίσφαιρα.

ii) Η Θέμις έχει… θέμα
Οι δικαστές είναι μία από τις πιο διεφθαρμένες κλίκες της εξουσίας. Πίσω από τα
ανέκφραστα πρόσωπα και τη μεταλλική φωνή που εκφωνούν τις αποφάσεις τους, κρύβονται ανθρωπάκια γεμάτα κόμπλεξ και απωθημένα. Συνήθως οι δικαστές προέρχονται από συντηρητικούς οικογενειακούς κύκλους, από τους οποίους κληρονομούν το δικαστικό αξίωμα. Οι δικαστές ενώ είναι στερημένοι από την πραγματική ζωή, τελικά γίνονται κριτές της ζωής.
Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τους φοβισμένους που παίρνουν την εξουσία.
Εκδικούνται όσους δεν διάλεξαν να ζουν φοβισμένοι. Πέρα από τους συμβολισμούς, οι δικαστές παράγουν το δίκιο της εξουσίας. Άθελά του το
ομολόγησε ο σταυροφόρος εναντίον των αναρχικών και πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος με αφορμή το νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες δήλωσε πως «οι δικαστές πρέπει να δικάζουν με βάση το νόμο και το σύνταγμα κι όχι με το τι θέλει η κοινωνία».
Το δίκιο της εξουσίας, λοιπόν, είναι τα μνημόνια, οι περικοπές σε μισθούς και
συντάξεις, οι κατασχέσεις υπέρ των τραπεζών, να κρίνονται νόμιμες και
συνταγματικές, ενώ οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις να χαρακτηρίζονται παράνομες και καταχρηστικές. Το δίκιο της εξουσίας είναι να προσφέρει το χάδι του νόμου σε μαφιόζους επιχειρηματίες (π.χ. υπόθεση Κούνεβα 2009), σε “τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις” μπάτσων και στους βασανισμούς κρατουμένων μέχρι θανάτου (υπόθεση Καρέλι 2014), ενώ η μπότα της καταστολής να εκκενώνει καταλήψεις.
Παράλληλα η απληστία των δικαστών, δεν έχει όριο. Ως ιδιοκτήτες της
βιομηχανίας του δίκιου της εξουσίας, διευθύνουν σκάνδαλα, με σκοπό το κέρδος.
Σχεδιάζουν “νόμιμα” σκάνδαλα, όπως η αλαζονεία να νομοθετούν για τον εαυτό
τους, θεσμοθετώντας ειδικό μισθολόγιο μπόνους και φοροαπαλλαγές (μόνο το 2006 το Μισθοδικείο αποφάσισε τον τριπλασιασμό των αποδοχών των προέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων). Οργανώνουν παράνομα σκάνδαλα, μέσω της ύπαρξης παραδικαστικών κυκλωμάτων που ρυθμίζουν το “δίκαιο” ανάλογα με τη χρηματική προσφορά. Πολυτελής κατοικίες δικαστών, κρυφοί τραπεζικοί λογαριασμοί, βαλίτσες με μετρητά που αλλάζουν χέρια σε ανακριτικά γραφεία, είναι το αντίβαρο στη ζυγαριά της “τυφλής” δικαιοσύνης.

iii) Γιατί χτυπήσαμε την Τσατάνη
Εδώ συναντάμε την εισαγγελέα Γ. Τσατάνη. Θρησκόληπτη, με στενές σχέσεις σε
εκκλησιαστικούς κύκλους με “βαθιές τσέπες”, η Τσατάνη είχε μεριμνήσει κι αυτή για τη διευκόλυνση-κουκούλωμα του σκανδάλου του Βατοπεδίου. Πρόθυμη να εξυπηρετήσει την παράταξη της Ν.Δ. θάβοντας στα αζήτητα την υπόθεση του σκανδάλου των εξοπλιστικών του πρώην υπουργού Αμύνης και προέδρου της Ν.Δ. Β. Μεϊμαράκη. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών της, τόσο ο άντρας της, όσο και η κόρη της προωθήθηκαν και πολιτεύτηκαν με τη Ν.Δ… με παταγώδη όμως αποτυχία.
Συνένοχη, για τη συνέχιση του δικαστικού πραξικοπήματος της ομηρίας της Εύης
Στατήρη, συζύγου του Γ. Τσάκαλου, μέλους της Σ.Π.Φ. Ένας εκβιασμός των
δικαστικών αρχών εναντίον συγγενικών προσώπων των συντρόφων μας, με
σκοπό τους να τους καθυποτάξουν και να τους εκδικηθούν. Η εισαγγελέας Γ.
Τσατάνη είχε κρίνει ως απαράδεκτη την αίτηση αποφυλάκισης της Εύης (που τελικά κέρδισε την ελευθερία της, μετά από απεργία πείνας).
Μέλος της εγκληματικής οργάνωσης του παραδικαστικού κυκλώματος που
καλύπτει τα ίχνη μεγαλοεπιχειρηματιών που ευθύνονται για την οικονομική δικτατορία. Με διευθυντικά στελέχη του κυκλώματος την πρώην εισαγγελέα του
Αρείου Πάγου (εκλεκτή και συντοπίτισσα του Χ. Αθανασίου) Ευτέρπη Κουτζαμάνη και τον πρώην προϊστάμενο εισαγγελέα Εφετών (γνωστό και ως “παναθηναϊκάκια” από τις συνομιλίες του πρώην πρωθυπουργού Α. Σαμαρά) Ισίδωρο Ντογιάκο, η Tσατάνη απέσπασε τη δικογραφία Βγενόπουλου και την απενεργοποίησε αρχειοθετώντας την.
Για αυτούς και για όλους τους λόγους του κόσμου επιλέξαμε και χτυπήσαμε τη
Γεωργία Τσατάνη. Οι σύντροφοι του πυρήνα μας, που ανέλαβαν την εκτέλεση της επίθεσης, αναζήτησαν και εντόπισαν την εισαγγελέα και το σπίτι της. Επειδή έμενε σε πολυκατοικία στην οδό Ιπποκράτους 112 και υπήρχε κίνδυνος να τραυματιστούν άσχετοι άνθρωποι απ’ το στόχο μας επιλέξαμε να τοποθετήσουμε εκρηκτικό μηχανισμό μέτριας ισχύος με 3kg εκρηκτικής ύλης και διπλό σύστημα
χρονοκαθυστέρησης. Γνωστοποιούμε στους ανθρώπους, που έχουν την ατυχία να είναι γείτονες δικαστικών, ότι οι δικαστές είναι στόχοι του αντάρτικου πόλης για τις βρώμικες υπηρεσίες που παρέχουν στην εξουσία. Για αυτό να τους
απομονώσουν και να τους κάνουν σαφές ότι είναι δακτυλοδεικτούμενοι και
ανεπιθύμητοι στη γειτονιά. Οι σύντροφοι που τοποθέτησαν τη βόμβα, αφού
επιβιβάστηκαν στο όχημα διαφυγής, πραγματοποίησαν δύο προειδοποιητικά
τηλεφωνήματα και απομακρύνθηκαν από την περιοχή.

iv) Δικαστές στην υπηρεσία της αντεπανάστασης.
Τον τελευταίο καιρό, η δικαστική εξουσία φαίνεται να χάνει το “αλάθητο του πάπα” με το οποίο είχε χρίσει τον εαυτό της. Τα άδυτα της δικαστικής μαφίας είναι διάτρητα από εσωτερικές ίντριγκες και ανταγωνισμούς, εξυπηρέτηση
επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων, διαρροή e-mail για την τοποθέτηση δικών τους ανθρώπων σε δικαστικά αξιώματα, παράνομο πλουτισμό… Η συντηρητική κλίκα των δικαστών, που είχε γαντζωθεί στα ανώτερα κλιμάκια της δικαιοσύνης τόσα χρόνια, παραγκωνίζεται πλέον από την κυβερνητική πολιτική εξουσία που θέλει να τοποθετήσει μια πιο “μετριοπαθή” δικαστική τάξη στην ηγεσία της δικαιοσύνης. Όμως η σύγκρουση των δύο εξουσιών είναι σύγκρουση αποχρώσεων και όχι ρήξης. Η δικαστική και πολιτική εξουσία μπορεί να συγκρούονται, αλλά μοιάζουν με τα κεφάλια του κέρβερου. Αλληλοδαγκώνονται, αλλά ανήκουν στο ίδιο σώμα…
Γιατί αυτό που δε θα αλλάξει ποτέ, είναι πως η δικαιοσύνη θα αποτελεί πάντα ένα
εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και το φόβητρο της εξουσίας για όποιον την
αμφισβητεί. Ιδιαίτερα το 2015-2016 κορυφώθηκε η δικαστική αντεπαναστατική
εκστρατεία. Η δικαστική μαφία εκδικήθηκε τους φυλακισμένους αντάρτες πόλης που παραμένουν αμετανόητοι και δεν προσκυνούν την εξουσία. Προφυλάκισε και άσκησε διώξεις στους συγγενείς των συντρόφων της Σ.Π.Φ. Γεράσιμου Τσάκαλου, Χρήστου Τσάκαλου και Γιώργου Πολύδωρου, για συμμετοχή στην απόπειρα απόδρασης από τις φυλακές Κορυδαλλού, καταδίκασε σε ισόβια τον Νίκο Μαζιώτητου Επαναστατικού Αγώνα, για την έκρηξη στην Τράπεζα της Ελλάδας και αρνείται πεισματικά να δώσει άδεια στον Δημήτρη Κουφοντίνα της 17Ν. Οι δικαστές όταν έχουν απέναντί τους αντάρτες πόλεων δε δικάζουν μόνο άτομα, αλλά συνολικά την επιλογή του ένοπλου αγώνα. Γιατί αυτό που φοβάται η εξουσία είναι η κάνη ενός όπλου, στο όνομα της ελευθερίας, να τη σημαδεύει στο κεφάλι.

v) Χωρίς εξουσία… Χωρίς δικαστές.
Η δικαιοσύνη στηρίζει το άλλοθι της ύπαρξής της στην εγκληματικότητα.
Εμφανίζεται ως ο τιμωρός απέναντι στο “έγκλημα”. Όμως στην πραγματικότητα
είναι ο προστάτης της εξουσίας. Γιατί είναι η ίδια η εξουσία που δημιουργεί το
“έγκλημα”. Αν δεν υπήρχαν οικονομικές ανισότητες, εκμετάλλευση από τα
αφεντικά, κοινωνικός αποκλεισμός, κανιβαλικά πρότυπα πλουτισμού, τότε το
“έγκλημα” δε θα είχε ρίζες. Οι περισσότεροι παραβατικοί και “εγκληματίες”, θέλουν αυτό που διαφημίζει το σύστημα… πλούτη και δύναμη, χωρίς το τίμημα της μισθωτής εργασίας. Συχνά η ηθική τους δε διαφέρει από των μικροαστών… συντηρητικά πρότυπα, σεξισμός, ρατσισμός, θεοποίηση του χρήματος.
Ως αναρχικοί θέλουμε έναν κόσμο που οι δουλικές αξίες αυτής της κοινωνίας δε
θα περιφέρονται στοιχειώνοντας τη ζωή μας. Επιθυμούμε ένα κόσμο δίχως
εξουσία, δίχως ιδιοκτησία, δίχως χρήμα, που οι άνθρωποι μέσα από ένα κοινοτικό τρόπο ζωής θα μοιράζονται τα υλικά αγαθά που θα παράγουν οι ίδιοι και δε θα τα κρατάνε κλειδωμένα. Δεν θα χρειαζόμαστε επαγγελματίες δικαστές και ειδικούς των νόμων, γιατί οι νόμοι θα καταργηθούν και θα υπάρχει ένας κώδικας αξιών που θα μοιράζονται οι κοινότητες. Αξίες του αγώνα, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας…
Φυσικά γνωρίζουμε ότι αυτό δε θα καταργήσει τις ρήξεις ή τις διαφορές που
μπορούν να προκύψουν μέσα σε μια κοινότητα ανθρώπων. Όμως και πάλι αυτό δε θα είναι αρμοδιότητα κανενός επαγγελματία δικαστή για να το λύσει, αλλά των ατομικοτήτων που συγκροτούν την κοινότητα και μπορούν να υπερασπίσουν τον ατομικό και συλλογικό αξιακό τους κώδικα ακόμα και με την αυτοδικία. Όλα αυτά μοιάζουν εξαιρετικά απλοϊκά, για το σημερινό άνθρωπο, καθώς έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε με ένα σύνθετο τρόπο. Όμως αυτός ο σύνθετος τρόπος σκέψης του “πολιτισμένου κόσμου” έχει οδηγήσει στα τέρατα του παραλογισμού που ζούμε σήμερα, που εκατό άνθρωποι συγκεντρώνουν στα χέρια τους τον πλούτο του μισού πληθυσμού της γης.

vi) Απ’ τη θεωρία στην πράξη
Ξέρουμε πως είναι πολλά αυτά που χρειάζεται να ειπωθούν για τον τρόπο που
φανταζόμαστε μια ζωή δίχως εξουσία. Όμως θεωρούμε πως δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις και συνταγές. Εμείς οι ίδιοι μέσα στην πορεία του αγώνα, θα ανακαλύπτουμε όλο και πιο πολύ απελευθερωμένες πτυχές της ύπαρξής μας και έτσι θα σκιαγραφούμε τη διάθεση και το όραμά μας για έναν αναρχικό τρόπο ζωής. Σε αυτό όμως που πρέπει να είμαστε πολύ συγκεκριμένοι είναι ο αγώνας στο εδώ και τώρα και η οργάνωσή του. Όσοι πιστεύουν στην αναρχία, οφείλουν να χρησιμοποιούν τα βίαια μέσα για την προώθησή της και να μην ψάχνουν μόνο στα βιβλία και στα πληκτρολόγια για άσφαιρα πυρά.
Υπάρχουν σύντροφοι που θεωρούν ότι ο ένοπλος αγώνας είναι ο τρόπος
πραγμάτωσης της αναρχικής επανάστασης στο εδώ και τώρα και άλλοι που
αντιλαμβάνονται τον ένοπλο αγώνα ως στρατηγική επιλογή για το πέρασμα στην
επανάσταση. Για εμάς είναι και τα δύο. Είναι ο συνδυασμός του δημόσιου και του παράνομου, των ένοπλων ομάδων και των συνελεύσεων, των αντάρτικων
χτυπημάτων και των συγκρουσιακών διαδηλώσεων, των προκηρύξεων και των
αφισών, με την πυξίδα μας πάντα να δείχνει στην ένοπλη αναμέτρηση με το υπάρχον.
Πάντα ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ. Δεν πιστεύουμε σε προφητείες για την έλευση των αντικειμενικών συνθηκών που θα έρθει η επανάσταση. Θεωρούμε ότι οι επιλογές μας διαμορφώνουν νέες συνθήκες. Σε αντίθεση με τις
κομμουνιστικές οργανώσεις των περασμένων δεκαετιών που ανακηρύσσουν την
εργατική τάξη ως το μόνο επαναστατικό υποκείμενο, εμείς θεωρούμε ότι ο καθένας μπορεί να γίνει επαναστατικό υποκείμενο. Γιατί ο καθένας είναι οι επιλογές του. Για αυτό ένας αναρχικός οφείλει να είναι πάντα σε εγρήγορση. Να επιλέγει προσεκτικά τους στόχους του, ώστε κάθε επίθεση να απελευθερώνει όσο το δυνατόν περισσότερα επαναστατικά νοήματα, καθώς και να βραχυκυκλώνει τον εχθρό, αποδεικνύοντας τα τρωτά του σημεία, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του.
Στις 15-16 Νοεμβρίου επισκέπτεται την Ελλάδα ο απερχόμενος αμερικανός
πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama. Η αριστερή κυβέρνηση, που μέχρι χθες
διαδήλωνε κάτω από το σύνθημα «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι», τώρα θα
τον υποδεχθεί με τιμές. Η φιέστα της εξουσίας θα μετατρέψει την Αθήνα σε μία
πόλη υπό στρατιωτική κατοχή, με χιλιάδες μπάτσους στους δρόμους να επιβάλλουν την ισχύ του καθεστώτος. Οι αναρχικοί, ως ο μόνος εσωτερικός εχθρός της εξουσίας, μπορούμε να γίνουμε ο καταλύτης της σύγκρουσης και να τους χαλάσουμε τη γιορτή… Μπορούμε να τους επιστρέψουμε ελάχιστη από τη βία που ασκούν καθημερινά πάνω μας… τη βία της οικονομικής κρίσης, των πολέμων στη Μέση Ανατολή, των δολοφονιών στην Παλαιστίνη, του φασισμού στην Ουκρανία, των συγκρούσεων στην Αφρική, των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση… Όμως η οργάνωση επιθέσεων και συγκρούσεων, κατά την επίσκεψη του αμερικανού προέδρου, δεν θέλουμε να περιοριστεί σε μια περιστασιακή εκτόνωση, περιμένοντας την επόμενη διαδήλωση, την επόμενη απεργία, τον επόμενο πόλεμο…
Το σαμποτάζ της επίσκεψης του αμερικανού προέδρου μπορεί να είναι η αρχή
της δημιουργίας ενός οργανωμένου αναρχικού κινήματος, με σκοπό την επίθεση
στο εδώ και τώρα και την καταστροφή του κράτους και της εξουσίας.
Εμείς θέλουμε να ξαναβάλουμε τη λέξη «αναρχία» στα στόματα, στην καρδιά και
στο μυαλό μας. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να φτιάξουμε υποδομές αυτομόρφωσης για να αναλύουμε τον εχθρό και τους σχεδιασμούς του, να στηρίζουμε τις αναρχικές διαδικασίες και συνελεύσεις για να επικοινωνούμε με τους συντρόφους, να μοιραζόμαστε σκέψεις, ιδέες, προτάσεις και να δημιουργούμε ανοιχτούς τόπους συνάντησης με ανθρώπους που δεν χωράνε στον κόσμο της εξουσίας και παράλληλα να οργανώσουμε παράνομες ένοπλες υποδομές και πυρήνες άμεσης δράσης, που θα πραγματοποιούν επιθέσεις, θα χτυπούν τον εχθρό και θα αποτελούν μια πρόταση
για το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη για τη διαρκή αναρχική επανάσταση
«…και μόλις φτάσουμε στον σκοπό μας, θα τον μετατοπίσουμε λίγο πιο πέρα
ακόμα, για να συνεχίσουμε τον αγώνα».
ΑΝΑΡΧΙΑ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ
Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς/FAI-IRF
11/11/2016

(Πηγή : athens.indymedia)

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος ΣΠΦ: Η επιλεκτική μνήμη της καταστολής

181789-pirines

Η επιλεκτική μνήμη της καταστολής

Με την ολοκλήρωση των καταθέσεων των τεσσάρων ανδρών της αντιτρομοκρατικής, των τριών ως φερόμενων μελών της ομάδας παρακολούθησης του σπιτιού στο Χαλάνδρι και του προϊσταμένου τους, ολοκληρώθηκε ένας πρώτος κύκλος εξέτασης μαρτύρων που έχουν σχέση με την έναρξη της κατασταλτικής επιχείρησης εναντίον της Σ.Π.Φ. Τι μάθαμε όμως κατά την εξέταση αυτών των μαρτύρων;

Το σημαντικότερο απ΄ όσα μάθαμε είναι ότι στην υπηρεσία της αντιτρομοκρατικής, τη θεωρούμενη και ως ελίτ της αστυνομίας κι ως νούμερο ένα πυλώνα αντιμετώπισης του εσωτερικού εχθρού της Δημοκρατίας, μικρή σημασία έχει το να θυμάται κανείς λεπτομέρειες σχετικές με τη φύση της δουλειάς τους.

Για παράδειγμα μάθαμε ότι υπήρξαν πληροφορίες σε κεντρικό επίπεδο στην αντιτρομοκρατική ότι στο σπίτι στο Χαλάνδρι συνέβαιναν παράνομες πράξεις του ενδιαφέροντος της υπηρεσίας. Στο σπίτι αυτό είναι γεγονός ότι διέμεναν αναρχικοί κι ότι ήταν κέντρο επίσκεψης και από πολλούς άλλους αναρχικούς κι αντιεξουσιαστές κι εντελώς συμπτωματικά υπάρχει και ένα τρίτο Τμήμα στην αντιτρομοκρατική με αρμοδιότητα τον έλεγχο αντι-εξουσιαστικών οργανώσεων ( που ως γνωστόν αποτελούν τμήμα του ευρύτερου αναρχικού – αντιεξουσιαστικού χώρου. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες σε “κεντρικό επίπεδο” διοχετεύονται περιέργως στο 1ο τμήμα της αντιτρομοκρατικής με τμηματάρχη τότε τον Φραγκίσκο και προϊστάμενο τον Χωριανόπουλο. Φυσικά αυτά τα τελευταία τα μάθαμε μετά από πίεση που ασκήθηκε σε αστυνομικούς της αντιτρομοκρατικής και συγκεκριμένα στον Χηνόπουλο στην εξέταση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Μάθαμε ακόμα ότι υπό την επίβλεψη του συγκεκριμένου αξιωματικού, του Χηνόπουλου δηλαδή, συστήθηκε 20μελής επιχειρησιακή ομάδα επιτήρησης του σπιτιού. Από αυτούς τους 20 όμως μόνο 3 ήρθαν να καταθέσουν ( κι αυτοί επιλέχθηκαν από τον ίδιο τον Χηνόπουλο) κι οι υπόλοιποι 17 δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Κι όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν αλλά κανένας από τους υπόλοιπους 3 δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε ποιοί ήταν οι υπόλοιποι 17, ούτε καν ο ίδιος ο προϊστάμενος της επιχείρησης στον οποίο υποτίθεται έδιναν και αναφορά. Θα περίμενε κανείς πως τέτοια επιχειρησιακά στελέχη ενός τέτοιου επίλεκτου σώματος θα είχαν μια ανωτέρου επιπέδου ικανότητα μνήμης και συλλογής πληροφοριών αλλά από ότι φαίνεται τελικά μάλλον αυτές οι ικανότητες είναι πολυτέλεια για τους συγκεκριμένους αστυνομικούς που κατέθεσαν. Όχι μόνο δε θυμάται κανείς ή δεν ξέρει ποιοι ήταν οι υπόλοιποι 17 που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση αλλά η μνήμη και οι γνώσεις τους περιορίζονται αισθητά σε εξαιρετικά κομβικά και νευραλγικά σημεία της υπόθεσης στα οποία οι απαντήσεις επαναλαμβάνονται στο ίδιο μονότονο τέμπο: δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι…

Τι άλλο μάθαμε απ΄ τους μάρτυρες της αντιτρομοκρατικής; Μάθαμε ότι η όλη επιχείρηση ήταν επιτήρηση λέει και όχι παρακολούθηση. Τι σημαίνει αυτό; Όπως ο ίδιος ο επιβλέπων της επιχείρησης ο Χηνόπουλος διευκρίνισε δίνοντας σε παλιότερη απάντηση του τον ορισμό του τι είναι επιτήρηση: η επιτήρηση συνίσταται στη μη στατική και σταθερή παρουσία αστυνομικών στο σημείο αλλά στη συχνή διέλευση τους ανά διαστήματα, χωρίς μάλιστα να τους απασχολεί αν θα γίνουν αντιληπτοί. Όπως προέκυψε όμως τελικά από τα ίδια τους τα λεγόμενα οι επιφορτισμένοι με την επιτήρηση του σπιτιού αστυνομικοί έκαναν το εντελώς αντίθετο καθώς όχι μόνο είχαν σταθερή και στατική παρουσία πέριξ του σπιτιού αλλά έπαιρναν και μέτρα προφύλαξης ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί (είτε μέσα σε κάποιο αυτοκίνητο σε διακριτική απόσταση, ή σε στάση λεωφορείων παριστάνοντας τους επιβάτες). Πως εξηγείται αυτή η αντίφαση; Όπως είπε κι ένας από αυτούς όταν ρωτήθηκε( και συγκεκριμένα ο Ξένος) είχαν το ελεύθερο για ορισμένες πρωτοβουλίες. Πράγμα που κι αυτό από μόνο του είναι μια αντίφαση διότι στο συντριπτικό ποσοστό των απαντήσεων τους σχετικά με τις ενέργειες τους ακούγαμε συνέχεια το ίδιο: “εγώ δεν ξέρω απλά εντολές έπαιρνα”. Τελικά τι ισχύει;

Μάθαμε ακόμα πως οι πληροφορίες σε “κεντρικό επίπεδο” για το σπίτι στο Χαλάνδρι έφτασαν τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτέμβρη. Πράγμα όμως που διέψευδαν πλήθος δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ στα ΜΜΕ/τα οποία επικαλούμενα άκρως έγκυρες και εμπιστευτικές πληροφορίες εκ των έσω, μέσα από την ίδια την αντιτρομοκρατική δηλαδή, έκαναν λόγο για ένα καλά οργανωμένο σχέδιο της αντιτρομοκρατικής, που εκπονήθηκε τρεις μήνες πριν την εισβολή στις 23/9 και περιελάμβανε την εντατική παρακολούθηση συγκεκριμένων ατόμων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου που θεωρούνταν ύποπτοι για συμμετοχή σε οργανώσεις αντάρτικου πόλης. Τα δημοσιεύματα έκαναν λόγο, μάλιστα, για συγκεκριμένη επιχείρηση σε νησί του Αιγαίου και πιο ειδικά στην Ικαρία, όπου αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής υποδύονταν τους τουρίστες προκειμένου να παρακολουθούν ύποπτους για συμμετοχή στη Σ.Π.Φ. Επρόκειτο για την περιβόητη “επιχείρηση βερμούδα” για την οποία τόσος λόγος έγινε στα κανάλια και τον Τύπο και η οποία υποτίθεται ήταν η καθοριστική επιχείρηση που οδήγησε στο σπίτι στο Χαλάνδρι. Πως τώρα φτάσαμε από την υποτιθέμενη εντατική παρακολούθηση ενός κύκλων υπόπτων για τρομοκρατία στην υποτιθέμενη διακριτική επιτήρηση του ίδιου κύκλου υπόπτων; Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση όλοι οι αστυνομικοί που κατέθεσαν επικαλέστηκαν άγνοια για τα δημοσιεύματα και αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι έχουν ακούσει να έγινε κάποια τέτοια επιχείρηση το καλοκαίρι του 2009. Σε ερωτήσεις που του έγιναν όμως ο Χηνόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι είναι συνήθης πρακτική των ΜΜΕ να υπερβάλουν για να δημιουργήσουν κλίμα μετά από παρόμοιες αστυνομικές επιχειρήσεις και μάλιστα δήλωσε εμφατικά και λίγο ενοχλημένος γιατί στριμώχτηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση “κακώς βγήκαν αυτά τα δημοσιεύματα”. Αυτές οι δηλώσεις από έναν αξιωματικό της αντιτρομοκρατικής, υπεύθυνο μάλιστα για μια ολόκληρη επιχείρηση που παρουσιάστηκε κι ως εξάρθρωση της Σ.Π.Φ. έχουν ιδιαίτερη σημασία αν και έρχονται κάπως καθυστερημένες κατά εφτά χρόνια. Ουσιαστικά όμως μάλλον είναι η πρώτη φορά που στέλεχος της αντιτρομοκρατικής παραδέχεται ότι τα ΜΜΕ έχουν ένα ιδιαίτερο ρόλο σε τέτοιες κατασταλτικές επιχειρήσεις και μπορεί ο στόχος του Χηνόπουλου να ήταν η αποστασιοποίηση του από τα δημοσιεύματα, με αυτό που είπε ωστόσο ομολογεί άθελα του αυτό που όλοι ξέρουμε: ότι η αντιτρομοκρατική και τα ΜΜΕ βρίσκονται σε απόλυτη σύμπνοια.

Αυτό που επίσης μάθαμε από την εξέταση των αντιτρομοκρατικάριων είναι ότι κανείς τους δεν αναγνώρισε πρόσωπα παρά μόνο όταν τους επιδείχθηκαν φωτογραφίες ταυτότητας (ή τουλάχιστον έτσι είπαν) οι οποίες με τη σειρά τους προέκυψαν μετά από ταυτοποίηση συγκεκριμένων οχημάτων με τους φερόμενους κατόχους τους. Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση οι λεπτομέρειες και η χρονική ακολουθία των γεγονότων παρέμειναν θολές καθώς για ακόμα μια φορά κανείς δεν ήξερε ή δεν θυμόταν. Παραβλέποντας ωστόσο την αναγνώριση προσώπων των οποίων η ταυτότητα δεν προέκυψε από κάπου, διότι τα οχήματα που οδηγούσαν ήταν στο όνομα συγγενών τους, φτάνουμε στο άκρως παράδοξο: την ταυτοποίηση και αναγνώριση προσώπου για το οποίο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και μάλιστα φωτογραφιζόταν για μήνες από τα ΜΜΕ κι ως μέλος του “σκληρού πυρήνα” της Σ.Π.Φ. Πρόκειται για ένα υποτιθέμενο πρόσωπο με όνομα Ελένη Κοντοπούλου, ηλικίας 19-20 χρονών το 2009. Μόνο που τέτοιο πρόσωπο με αυτό το όνομα κι αυτή την ηλικία δεν υπήρξε ποτέ το 2009. Ο Χηνόπουλος όταν αρχικά ρωτήθηκε προσπάθησε να τα μπαλώσει λέγοντας πως η ταυτοποίηση του συγκεκριμένου ατόμου τελικώς ήταν λάθος διότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Όταν βέβαια πιέστηκε κι άλλο αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι επρόκειτο για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο εξαρχής κι ότι η υπηρεσία του προέβη σε γκάφα.

Τελειώνοντας λοιπόν ο πρώτος κύκλος εξέτασης μαρτύρων σχετικά με την υπόθεση της καταστολής της Σ.Π.Φ. μένουν πίσω κάποια βασικά χαρακτηριστικά μιας βιαστικής, κακοσχεδιασμένης και πρόχειρης προετοιμασίας καθώς μέχρι τώρα έχουν φανεί και θα φανούν κι άλλα συνέχεια, καίρια λάθη της αντιτρομοκρατικής. Λάθη τα οποία σε λιγότερο από δυο μήνες μετά τις 23/9 κόστισε όλο το ξήλωμα της ηγεσίας της αντιτρομοκρατικής. Ένα ξήλωμα που κι ο ίδιος ο Χηνόπουλος χαρακτήρισε άδικο δεδομένης της πολύ πρόσφατης επιτυχίας της αντιτρομοκρατικής που τελικά δεν ήταν τόσο επιτυχία καθώς σχεδόν όλο το επιχειρησιακό σκέλος της οργάνωσης κατάφερε να διαφύγει και να οργανώσει σε διάστημα περίπου δέκα ημερών τη βομβιστική επίθεση στην προεκλογική ομιλία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Φυσικά για όσους από εμάς έχουν αναλάβει περήφανα την ευθύνη για τη συμμετοχή τους στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς χωρίς ΠΟΤΕ να μετανιώσουν όλα αυτά, δεν έχουν καμία σημασία όσον αφορά τη νομική τους διάσταση. Αυτό που έχει σημασία όμως για εμάς και που θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε είναι κάτω από ποιες πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες έγινε η συγκεκριμένη επιχείρηση, ποιες πολιτικές σκοπιμότητες εξυπηρετούσε, ποιες μεθοδεύσεις έγιναν σε πολλαπλά θεσμικά επίπεδα και κάτω υπό ποιες συνθήκες ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που είτε λόγω πολιτικής στράτευσης τους στον αναρχικό χώρο, είτε επειδή ανήκουν σε ένα ευρύτερο συγγενικό-φιλικό περιβάλλον βρέθηκαν να διώκονται, να καταζητούνται, να προφυλακίζονται ακόμα και να καταδικάζονται χωρίς να έχουν την οποιαδήποτε σχέση με την Σ.Π.Φ. Αυτά είναι πράγματα που θα προκύψουν και στη συνέχεια με την εξέταση κομβικών ηγετικών στελεχών της αντιτρομοκρατικής, οι οποίοι θα κληθούν να απαντήσουν σε ζητήματα που θα ρίξουν περισσότερο φως στην υπόθεση, στελέχη όπως ο Δημήτρης Χωριανόπουλος, ο οποίος διατηρούσε και στενές σχέσεις με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο ίδιος ο Χηνόπουλος μάλιστα τον αναγνώρισε σε φωτογραφία στην οποία βρισκόταν στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή και μάλιστα απάντησε ότι από όσο γνωρίζει δεν είναι στις αρμοδιότητες των στελεχών της υπηρεσίας τέτοιου επιπέδου κοινωνικές συναναστροφές.

Παναγιώτης Αργυρού
μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

topothetisi_argurou_polyefeteio