Category Archives: ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ

Ο χρόνος είναι σχετικός. Δεν υπόκειται αφ’ εαυτού του σε κατηγοριοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις. Η κατανομή των χρονικών διανυσμάτων σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες είναι προϊόν της ανθρώπινης ανάγκης να σχηματοποιεί, να δημιουργεί πλαίσια που γίνονται αντιληπτά ως “ιστορικές” περίοδοι, ή ως χρονικά ορόσημα τα οποία έχουν ένα διαφοροποιημένο αντίκτυπο στο συνειδησιακό εύρος κάθε ατομικότητας. Άλλες φορές ερμηνευτικό, άλλες πολιτικό κι άλλες καθαρά συναισθηματικό, χωρίς καν αυτό να μπορεί να φιλτραριστεί με ορθολογικούς όρους.
Τη στιγμή λοιπόν που γράφονται αυτές οι γραμμές αρχίζει και πλησιάζει εκείνη η χρονική στιγμή που συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τις μεγάλες εκείνες μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη του 2008, μέρες και νύχτες που φωτίστηκαν από τις πύρινες φλόγες του μίσους και της εκδίκησης για τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Για κάποιους ίσως είναι ένα ένας ακόμα χρόνος από εκείνα τα γεγονότα, για κάποιες ίσως είναι μια επέτειος που χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζει, σβήνεται και χάνεται. Για κάποιους άλλους, για το κομμάτι μιας γενιάς που πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές αποτελεί το σφράγισμα μιας δεκαετίας από το σημείο μηδέν, από την μέρα εκείνη όπου τα πράγματα πήραν μία τροπή που έδειχναν ότι μπροστά στον ορίζοντα ανοίγει ένας δρόμος πιθανόν χωρίς επιστροφή. Μιλώντας για εμένα είναι μία δεκαετία από την οποία τον ένα μόνο χρόνο πρόλαβα να ζήσω ελεύθερος, τον δεύτερο σε καθεστώς παρανομίας και τα υπόλοιπα οκτώ σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Επομένως η συνειδητοποίηση ότι ο χρονικός ορίζοντας μιας ολόκληρης δεκαετία εξαντλείται, δε μπορεί παρά να επιφέρει μία δυνατή αλληλουχία συναισθηματικών εξάρσεων και κυρίως μία τεράστια φόρτιση σε κάποιους ανθρώπους που αρνηθήκαμε πεισματικά να δεχτούμε ότι ο Δεκέμβρης ήταν μόνο ένας μήνας. Γιατί για κάποιους ανθρώπους η εξέγερση εκείνη κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν αποφάσισα ωστόσο να τοποθετηθώ δημόσια τόσο για όλα αυτά, όσο για να διεκδικήσω εκείνο το μικρό μερίδιο που μου αναλογεί στην πολιτική και ιστορική αποκατάσταση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του νεαρού, του μαθητή, του 15χρονου, φίλου για κάποιους, νεαρό μέλος μιας ευρύτερης μεγάλης παρέας για άλλους, αλλά και συντρόφου για πολλούς.
Είθισται ως κινηματική παράδοση και της αναρχίας και της αριστεράς, όταν ένα πρόσωπο από την κοινότητα του αγώνα χάνεται να αναλαμβάνει την τιμητική του προσφώνηση το πιο οικείο, φιλικό και πολιτικό περιβάλλον του, να μιλήσει για το πρόσωπό αυτό, τις απόψεις, τα πιστεύω, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τα προτερήματα ή και τα όποια ελαττώματά συμπληρώνουν τις ανθρώπινες αντιφάσεις που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Μέσα από αυτήν την τιμητική προσφώνησή αναλαμβάνουν να εκθέσουν στον υπόλοιπο κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπικότητα του προσώπου που χάθηκε από κοντά μας, να εκφράσουν την λύπη, την οδύνη, την οργή ίσως, για την απώλεια του από δίπλα μας αλλά και ταυτόχρονα από τα χαρακώματα του αγώνα.
Η περίπτωση όμως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι ίσως από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις, που όσο κι αν έχουν μιλήσει οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά και οι λιγότερο κοντινοί, όσο κι αν έχει εκφραστεί το στενό αλλά και ευρύτερο φιλικό και συντροφικό του περιβάλλον σχετικά με το ποιος ήταν, ποια ήταν η προσωπικότητά του, ποιες οι θέσεις του και οι απόψεις του, έχουν ωστόσο αγνοηθεί συστηματικά με πείσμα και με ακατάληπτη εμμονή. Όχι μόνο έχουν αγνοηθεί με ξεκάθαρα απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, αλλά οι φωνές τους έχουν σκεπαστεί κιόλας με μία συστηματική καταγραφή της ιστορίας έτσι όπως βολεύει την κάθε πλευρά που μιλάει πάνω στο θέμα, καταγραφές που εξυπηρετούν την κατασκευή μεγάλων εύπεπτων αφηγήσεων βασισμένες σε μια εργαλειακά λαϊκίστικη πολιτική εξωστρέφειας. Από την πρωτη στιγμή έχουν αρνηθεί να γίνουν δεκτές οι μαρτυρίες ανθρώπουν του περίγυρου του σχετικά με το ποιός ήταν ο Αλέξανδρος. Ακόμα και η προσωπική μαρτυρία του στενού του φίλου και συντρόφου, καθότι αναρχικός και ο ίδιος ως μαθητής από τα 15 του, Νίκου Ρωμανού μέσα από την επιστολή του “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή” έχει αγνοηθεί από πολλές πλευρές εντός του κινήματος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έτσι έχει καταντήσει ως κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων στο κοινωνικό να έχει μείνει η ιστορία που μιλάει για ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό μαθητή που βγήκε στα Εξάρχεια ένα Σάββατο για τη γιορτή του συμμαθητή του και πού κατέληξε να πέσει θύμα ενός αστυνομικού που πυροβόλησε δολοφονικά εναντίον μιας παρέας παιδιών που “αυθαδίασε” στο πρόσωπο της εξουσίας. Η πραγματικότητα για την επίσημη αποτύπωση της οποίας παλεύουμε πολλά άτομα όλα αυτή τη δεκαετία, είναι πολύ μακριά από αυτή τη νερόβραστη σούπα που σερβίρεται ως καταγραφή των γεγονότων.

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός σύντροφος που ξεκίνησε να ασχολείται με την αναρχία και τους αγώνες της ήδη από το Φλεβάρη του 2008. Άρχισε να δίνει δυναμικά το παρόν σε διάφορες κινηματικές διαδικασίες,  συνελεύσεις μαθητών αλλά και γενικά στα Εξάρχεια, και ειδικά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, αποτελώντας κι ο ίδιος με τη δική του παρέα επίσης νεαρών ατόμων, κομμάτι της λεγόμενης “παρέας της Μεσολογγίου”, η οποία βρισκόταν σε δυσμένεια για αρκετό κόσμο εντός του αναρχικού χώρου την εποχή εκείνη. Η παρέα αυτή των νεαρών συντρόφων/ισσών που εμφανίστηκε περίπου εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα εξαιρετικό ενθουσιώδες μπούγιο παιδιών με αστείρευτη ενεργητικότητα, ζωντάνια και θέληση για συμμετοχή σε δράσεις, αρκετά πολύβουο και ζωηρό ώστε σύντομα να γίνει γνωστό σε όλα τα Εξάρχεια Μιλάμε για μια εποχή μετά τους κυβερνητικούς ανασχηματισμούς που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007, όπου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναλάβει από κοινού ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και ο απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού Παναγιώτης Χηνοφώτης. Η αντικατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει άλλο αέρα στο συγκεκριμένο υπουργείο και συγκεκριμένα μία αλλαγή τακτικής στο ζήτημα της καταστολής. Από το προηγούμενο δόγμα μηδενικής ανοχής Βουλγαράκη – Πολύδωρα, με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΑΤ μέχρι και το Λόφο του Στρέφη, τα μαζικά πογκρόμ, προσαγωγών πέριξ της πλατείας, τις στρατοπεδευμένες διμοιρίες μέσα στην καρδιά των Εξαρχείων, της πρώτης εφαρμογής των πεζών περιπολιών ,της σκληρής και αιματηρής καταστολής των φοιτητικών διαδηλώσεων και των μαζικών συλλήψεων και ξυλοδαρμών ακόμα και αλληλέγγυων στα δικαστήρια, υπήρξε μια διάθεση αποκλιμάκωσης. Οι διμοιρίες αποτραβήχτηκαν, ακόμα και αυτή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ και για ένα διάστημα φάνηκε πως η πολιτική επιδίωξη του Υπουργείου έτεινε περισσότερο προς μια λογική του κατευνασμού των “μπαχαλάκηδων” σε μία περίοδο όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε ενταθεί πάρα πολύ το προηγούμενο διάστημα.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου ως ένα νεαρό αναρχικό σύντροφο, αρκετά ενθουσιώδη και ενεργητικό, με μια αστείρευτη θέληση για δράση παίρνοντας κι ο ίδιος μέρος μαζί με μια μεγαλύτερη παρέα εξίσου νεαρών δραστήριων ατόμων σε προκλήσεις εναντίον της εξουσίας και της καταστολής εντός των στενών ορίων των Εξαρχείων. Καταστάσεις ωστόσο που προκαλούσαν και μία μεγάλη κινηματική γκρίνια η οποία δεν πρωτοτυπούσε καθόλου, όπως δεν πρωτοτυπεί και τώρα. Τα ίδια επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα ακούγονταν και τότε. Αντί για “ακίνδυνη επαναλαμβανόμενη γραφικότητά του Σαββατοκύριακου” είχαμε το κλασικό “Σαββατιάτικο ξεκαύλωμα” και αντί του “επί Σαμαρά αυτά δεν θα τα σκεφτόσασταν καν” είχαμε το “επί Βουλγαράκη-Πολύδωρα δε θα τα τολμούσατε αυτά”. Εντελώς ίδια ήταν τα επιχειρήματα γκρίνιας για τις “κλούβες που γυρίσανε πισω” και όπως επίσης το διαχρονικά πιο άθλιο κατηγορώ εναντίον της αναρχικής νεολαίας αυτό το “σε δυο χρονάκια εσείς θα είσαστε σπιτάκια σας”. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ξεκάθαρα μέσα σε πολλά απο αυτά που διαχρονικά υποτιμούνται καθ’ αυτόν τον τρόπο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νεολαίοι της ηλικίας αυτής μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως και ο σύντροφος Μιχάλης Καλτεζάς το 1985, δε γύρισε σπιτάκι του σε δυο χρονάκια. Τι θά ήταν ο Αλέξανδρος αν ζούσε; Αυτό δεν το ξέρουμε με σιγουριά ούτε μπορούμε να το υποθέσουμε. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οτιδήποτε. Να είχε πάει πράγματι σπίτι του, να είχε εγκαταλείψει την αναρχία, να είχε “ωριμάσει πολιτικά” και να έκραζε τα “μπάχαλα” ή και να είχε μείνει στην κατεύθυνση μιας εξεγερτικής τάσης της αναρχίας. Θα μπορούσε οτιδήποτε που δεν το ξέρουμε και δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα όμως είναι πως έπεσε νεκρός από τα πυρά μπάτσου, ένα Σάββατο βράδυ στις 6 Δεκέμβρη του 2008 στην οδό Μεσολογγίου μέσα στα Εξάρχεια. Ενός μπάτσου που αρνήθηκε να μετανιώσει στο Εφετείο λέγοντας πως πυροβόλησε εναντίον ενός αναρχικού δίνοντας ταυτόχρονα το πολιτικό σκεπτικό της πράξης του το οποίο αναιρεί την αφήγηση περί ενός απλού άφρονος μπάτσου-δολοφόνου .

Αυτό το οποίο συνέβη, και όλα αυτά τα οποία επακολούθησαν εγγράφονται λοιπόν στην ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Στην ιστορία ενός δυναμικού πολύμορφου πολυσυλλεκτικού κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου υπάρχουν διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ της διαχρονικής αντιμπατσικής οργής εντός των Εξαρχείων και της γενικότερης όξυνσης του επιπέδου της ανατρεπτικής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Είναι κατανοητό το γιατί μοχθούν επί 10 χρόνια κάθε λογής προοδευτικοί, αριστεροί, κοινοβουλευτικοί και μη, κάθε λογής προοδευτικοί, ακαδημαϊκοί, εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και λοιποί απολογητές του δημοκρατικού καθεστώτος (όπως εσχάτως η ανεκδιήγητη Ζωή Κωνσταντοπούλου που με θράσος τόλμησε να χαρακτηρήσει στο Εφετείου του Κορκονέα , ως πλαστή την προ τριετίας επιστολή του συντρόφου Νίκου Ρωμανού) να αποσυνδέσουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου από αυτή την εξίσωση. Είναι κατανοητό γιατί ο ίδιος ο θεσμικός τους ρόλος απαιτεί να προωθούν την αποριζοσπαστικοποίηση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σε κάθε μεγάλο ή μικρό κοινωνικό γεγονός. Αυτό που δεν είναι εύκολα κατανοητό σε μία πρώτη ανάγνωση είναι το γιατί επιθυμεί το ίδιο ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προχωρώντας σε μια πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει την πολιτική στράτευση του Αλέξανδρου ως αναρχικού/αντιεξουσιαστή μαθητή. Θα μπορούσε να είναι η προσκόλληση σε μία πιο λαϊκίστικη αφήγηση προς επιδίωξη πρόκλησης ευρύτερων κοινωνικών συμπαθειών , είναι όμως μόνο αυτό; Δυστυχώς μέσα σε όλα αυτά τα 10 χρόνια έχει προκύψει περίτρανα η διατύπωση ότι προφανώς και δεν είναι μόνο αυτό. Δεδομένης της προσωπικότητας του Αλέξανδρου, με ποιες παρέες άραζε, ποιους φίλους είχε, σε ποια σκηνικά χωνόταν, πράγματα δηλαδή που κάποιοι εντός του χώρου δεν θα τα συγχωρήσουν ποτέ, η επίσημη παραδοχή της πολιτικής του ιδιότητας θα σημαίνει μία αλληλουχία πολιτικών τετελεσμένων τα οποία κρίνονται ανεπιθύμητα, κι ένα από αυτά θα είναι φυσικά αυτομάτως η παραδοχή ότι σε όλη αυτή την αντιμπατσική οργή, που εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες εκφράζεται στα Εξάρχεια, έχει και πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται διαλεκτικά με τον ευρύτερο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αφαίρεση λοιπόν της πολιτικής ιδιότητας του Αλέξανδρου υπακούει,όσο λυπηρό και οικτρό και αν ακούγεται ακούγεται, σε μία εξυπηρέτηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που διακατέχεται από φανατική εμπάθεια σε συγκεκριμένες λογικές και πρακτικές. Το πόσο τραγική και ηθικά μεμπτή είναι μία τέτοια επιλογή μπορεί κανείς να το αντιληφθεί αν απλά φανταστεί πόσο αποκρουστικό θα ήταν να υπάρχουν πολιτικές τάσεις μέσα στο ευρύτερο κίνημα, που θα αρνούνταν την πολιτική ιδιότητα προσώπων που έχουνε εκλείψει από την κοινότητα του αγώνα σε διάφορες εποχές, και που σίγουρα κάποιος κόσμος τις πένθησε βαθύτατα, και που θα αναγνώριζαν μόνο την επαγγελματική ή κοινωνική: εργάτης, πατέρας κτλ.

Με αυτή τη μικρή συμβολή δεν έχω καμία αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ότι θα μνημονεύεται εντός του χώρου μας ο Αλέξανδρος ως αναρχικός και ότι κάποιοι θα ρισκάρουν να δημιουργηθούν ανεπιθυμητά για τους ίδιους πολιτικά τετελεσμένα. Είναι όμως μία τοποθέτηση συνεπής σε μια ευρύτερη συλλογική προσπάθεια χρόνων για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα η πολιτική αθλιότητα των επιλογών που αρνούνται μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο. Από τη δική μου μεριά με όλο το συγκινησιακό βάρος που έρχεται να φέρει αυτή η χρονιά ως το επισφράγισμα μιας ολόκληρης εποχής θα ήθελα να χαιρετίσω τον χαμένο μας σύντροφο, αυτόν που ήταν πάντοτε παρόν μαζί μας σε όλα εκείνα που ακολούθησαν, με το νεανικό του χαμόγελο που έσβησε τόσο γρήγορα, να γνέφει συνωμοτικά και να μας κλείνει το ματι στις καλές εποχές, στις επιτυχίες, στις μέρες και τους μήνες που τραντάχτηκε η κανονικότητα, αλλα και στις στραβές, τις αποτυχίες, τα κυνηγητά, τις παρανομίες, τις φυλακές. Μπορει μια δεκαετία να φτάνει στο τελος της, ένας κύκλος να κλείνει και να αφήνει πίσω μια ολόκληρη εποχή, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που θυμομαστε, πονάμε ακόμα και η καρδιά μας παραμένει μια αρμαθιά απο ξυράφια.

Δε λέμε αντίο. Δέκα χρόνια είναι λίγα. Δε στέγνωσε ακόμα το αίμα, ούτε τα δάκρυα και ούτε έσβησε το μισος.
Μονάχα φωνάζουμε με τις μικρές ή μεγάλες μας φωνές ΕΚΔΙΚΗΣΗ για να μη σταματήσει ποτέ να θυμάται ό κόσμος ότι τους νεκρούς μας δεν τους κλαίμε απλά, δεν τους αφήνουμε πίσω, τους κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και ας βαραίνουν τα βήματα μας.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ  ΜΑΘΗΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ
ΝΕΚΡΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της ΣΠΦ

(Πηγή: the-blast.espivblogs.net)

[Πάτρα] Συζήτηση – Τηλεφωνική επικοινωνία με τον Π. Αργυρού + vegan κουζίνα

Συζήτηση – Τηλεφωνική επικοινωνία με τον Π. Αργυρού (Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς) με κεντρικό θέμα την καταστολή, τα πρόσωπά της, τους φορείς της, τη θέση και την αυτοπροστασία μας απέναντί της, αλλά και ό,τι άλλο προκύψει στη ροή της κουβέντας

+ Vegan συλλογική κουζίνα οικονομικής ενίσχυσης για την υπόθεση των 6 ατόμων που συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με μπάτσους την 1/3/18

Στον χώρο θα υπάρχουν κείμενα, μπροσούρες, βιβλία τόσο του ίδιου του συντρόφου και της ΣΠΦ όσο και γενικότερα αναρχικού και ανατρεπτικού περιεχομένου

(Πηγή: athens.indymedia)

ΣΠΦ: ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΣΙΡΩΝΗ

(Λάβαμε 7/1/18)

Είναι στιγμές στο συνολικό αγώνα για την ελευθερία και τη χειραφέτηση που αποτελούν φλόγα αντίστασης, αξιοπρέπειας και ανυπακοής απέναντι στο ακέφαλο τέρας της κυριαρχίας. Είναι επιλογές που συμπυκνώνουν το νόημα όλων αυτών των λέξεων και το καθρεπτίζουν σε μια πορεία ζωής. Αυτές οι στιγμές , αυτές οι επιλογές έχουν τη δύναμη να λάμπουν, ειδικά στο σκοτάδι μιας γενικευμένης κοινωνικής σιωπής, απάθειας , αδράνειας και αδιαφορίας απέναντι στη βαρβαρότητα του κόσμου της Εξουσίας. Και για αυτό και έρχεται βαρύ το χέρι του Νόμου να τιμωρήσει, να εξοντώσει, να εκδικηθεί έτσι ώστε να χτυπήσει όχι μόνο τα πρόσωπα που σε συγκεκριμένες καίριες στιγμές πήραν κάποιες καίριες επιλογές , αλλά και για να αποτελειώσει τη δύναμη της λάμψης αυτών.

Ο σύντροφος Γρηγόρης Τσιρώνης επέλεξε να σηκώσει το βάρος μιας δύσκολης επιλογής, αυτή της φυγοδικίας , αλλά ταυτόχρονα και της αδιαπραγμάτευτης ελευθερίας με τίμημα να περάσει 9 χρόνια της ζωής του κυνηγημένος , στοχοποιημένος από από την αντριτρομοκρατική και τα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια της για πληθώρα ενεργειών ριζοσπαστικού χαρακτήρα χωρίς ποτέ να υπάρξουν στοιχεία , επικηρυγμένος και εκτεθειμένος κατά συνέπεια στα πιο ταπεινά κοινωνικά ένστικτα . Η δική του επιλογή δε μπορεί να θεωρηθεί ξεκομμένη από ένα ευρύτερο πλαίσιο ριζοσπαστικοποίησης μιας ολόκληρης εποχής που έμελε να εκραγεί λίγο αργότερα κάτι το οποίο έπαιξε ρόλο και στην σκληρότητα με την οποία ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζεται από την καταστολή . Αφού πέρασε εννιά χρόνια φυγόδικος , αφότου συνελήφθη και έμεινε δυόμιση ολόκληρα χρόνια όμηρος στα χέρια του κράτους , ο ένας χρόνος φυλακής εξαφανίστηκε ως διά μαγείας και δεν μετράει πουθενά ως χρόνος έκτισης πραγματικής κάθειρξης μόνο και μόνο επειδή τα πλοκάμια της δικαστικής μαφίας έλλειψη πραγματικών στοιχείων τον έκριναν αθώο για τις κατηγορίες εκείνες που τον εξώθησαν σε εννιά χρόνια φυγοδοκίας. Κι αφού εν τέλει εξέπνευσε και το τυπικό όριο της 18μηνης προφυλάκισης του τον αποφυλακίζουν με τον ασφυκτικό όρο του κατ’ οίκον περιορισμού.

Αυτός ο απεχθής όρος συνιστά μια νέα μορφή εγκλεισμού με νέες διαφορετικές παραμέτρους από τις προηγούμενες. Δεν είναι μόνο φυσικά ο περιορισμός στον ελάχιστο χώρο ενός σπιτιού και η έλλειψη προαυλισμού όπως αυτή προβλέπεται σε κανονικές συνθήκες φυλάκισης. Είναι ότι εκτίει ουσιαστικά μια αόρατη ποινή που δεν προσμετράται πουθενά ως τέτοια ούτε έχει το δικαίωμα κάποιου ευεργετικού υπολογισμού ποινής μέσω εργασίας ή άλλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Πρόκειται βασικά για μια σαδιστικής εμπνεύσεως μεταχείριση που μετατρέπει την οικογενειακή του εστία σε φυλακή.

Εμείς από τη δική μας πλευρά αποτελούμε το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς που είδε και αξιολόγησε υψηλά επιλογές σαν κι αυτή του σύντροφου Γρηγόρη Τσιρώνη . Η περηφάνια, η αξία, το σθένος η αγωνιστικότητα που αντανακλούσαν και αντανακλούν διαχρονικά δεν ήταν δυνατόν να μας αφήσουν ανεπηρέαστους. Και για αυτό δεν μπορούμε ούτε τώρα να σταθούμε αδιάφορα απέναντι στη νέα σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο σύντροφος μας.

Στεκόμαστε ολόψυχα λοιπόν και με όλη μας τη θέρμη αλληλέγγυοι στον αναρχικό Γρηγόρη Τσιρώνη και του ευχόμαστε δύναμη στην προσπάθεια του να απαλλαγεί από τον επαχθή περιοριστικό όρο της κατ’ οίκον φυλάκισης, μια προσπάθεια η οποία εντάσσεται η ίδια στο πλαίσιο μιας πολιτικής σύγκρουσης με το ασφυκτικό καθεστώς επιβολής περιοριστικών όρων γενικώς. Η έκβαση αυτού του αγώνα θα είναι παρακαταθήκη για πράγματα που θα ακολουθήσουν στο μέλλον και για αυτό ελπίζουμε οι συσχετισμοί να γείρουν προς την πλευρά της ελευθερίας.

ΑΜΕΣΗ ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΓΡΗΓΌΡΗ ΤΣΙΡΩΝΗ

Τα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς

Μιχάλης Νικολόπουλος

Θεόφιλος Μαυρόπουλος

Δαμιανός Μπολάνο

Γιώργος Νικολόπουλος

Παναγιώτης Αργυρού

Χάρης Χατζημιχελάκης

Ιταλία: Ενημέρωση για την επιχείρηση “Scripta Manent” (16/11/2017)

(Λάβαμε 13/11/17)

Η δίκη θα ξεκινήσει στις 16 Νοεμβρίου στο δικαστήριο υψίστης ασφάλειας στη φυλακή του Τορίνο.

Οι αναρχικοί σύντροφοι Alfredo Cospito, Anna Beniamino, Danilo Cremonese, Nicola Gai δεν θα έχουν τη δυνατότητα να παραστούν στην αίθουσα του δικαστηρίου και θα υποβληθούν σε τηλεδιάσκεψη από την πτέρυγα της φυλακής Ύψιστης Παρακολούθησης 2, όπου κρατούνται.

Οι αναρχικοί σύντροφοι Marco Bisesti, Valentina Speziale, Alessandro Mercogliano θα έχουν τη δυνατότητα να παραστούν στην αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά αρνούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως ένδειξη αλληλεγγύης με τους συντρόφους που έχουν υποβληθεί σε τηλεδιάσκεψη.

ΑΜΣ

(Πηγή : autistici.org)

(Μετάφραση Traces o Fire)

Ανταπόκριση στο κάλεσμα αλληλεγγύης στους προφυλακισμένους του Αμβούργου

(Λάβαμε 29/7/17)
Στην εξορία της αιχμαλωσίας λίγα είναι εκείνα τα πράγματα που μπορούν να χαρίσουν ένα χαμόγελο, μια ζεστή σκέψη ή ένα ευχάριστο συναίσθημα. Μπορώ να πω ωστόσο με κάποια σιγουριά ότι αυτές τις μέρες του Ιούλη που παρακολούθησα το Αμβούργο να παραδίδεται στη διάρκεια της Συνόδου των G-20 στο χάος των ταραχών, των συγκρούσεων με την αστυνομία, των πυρήνων οδοφραγμάτων, της λεηλασίας εμπορικών καταστημάτων , των βανδαλισμών και εμπρησμών στόχων της κυριαρχίας η σκέψη μου σίγουρα αναθερμάνθηκε, πλήθος ευχαριστώ και ζωντανών συναισθημάτων με κατέκλυσε κι ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο μου.
Θα είμαι ειλικρινής ωστόσο . Αν και πολύ νωρίς είχε φανεί πως ένα μεγάλο κομμάτι της εξεγερσιακής αναρχίας είχε τη διάθεση να σηκώσει ψηλά τον πήχη , κάτι που είχε αποτυπωθεί και στο κάλεσμα για μια μαχητική εκστρατεία άτυπου συντονισμού τους προηγούμενους από τη Σύνοδο μήνες , κι αν και υπήρξε πλήθος δημοσίων κειμένων και αναλήψεων ευθύνης που ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα αυτό (κάποια συντρόφια μάλιστα είχαν την ευγένεια να αναφερθούν και στην παρακαταθήκη του Μαύρου Δεκέμβρη) δεν ήμουν καθόλου βέβαιος πως οι επίμαχες μέρες θα ήταν πράγματι τόσο δυναμικές. Κι αυτό γιατί δε μου ήταν άγνωστες οι δυσκολίες, οι αντιξοότητες και οι προκλήσεις που θα είχε να αντιμετωπίσει ο κόσμος που θα ήθελε να οργανώσει και να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο φιλόδοξο πλάνο ταραχών. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επικρατεί σε διάφορες χώρες λόγω της τζιχαντιστικής ασύμμετρης απειλής , η αυστηροποίηση των διασυνοριακών ελέγχων λόγω των μεγάλων προσφυγικών κυμμάτων , η αναγγελία στρατιωτικοποίησης του Αμβούργου και ανέγερσης ειδικών φυλακών ειδικά για τους ταραχοποιούς, η τρομοκρατία των Media για μηδενική ανοχή σε όσους προκαλέσουν επεισόδια, η κυριαρχία και η ηττοπάθεια διάφορων αντι-εξεγερτικών ρευμάτων της αναρχίας (που πιθανώς να μιλούσαν με μια δόση ειρωνείας για φιλόδοξη προσπάθεια επανάληψης μιας Γένοβας) αλλά ακόμα και μια προκατάληψη ενάντια στις αντι-Συνόδους ως στημένα ραντεβού με τους μπάτσους, από κύκλους της ίδιας της εξεγερσιακή αναρχίας (μια προκατάληψη που θα πρέπει να παραδεχτώ πως κι εγώ έχω στηρίξει στο παρελθόν) , όλα αυτά λοιπόν μαζί ήταν χωρίς αμφιβολία παράγοντες αυξημένης δυσκολίας.
Κι όμως ενάντια στα προβλεπόμενα τελικά η σπίθα άναψε και η εκστρατεία “Φέρτε το Χάος στο Αμβούργο” πέτυχε με αποτέλεσμα αυτός ο τόσο καλοστημένος κατασταλτικός μηχανισμός που υποτίθεται θα τσάκιζε τους ταραχοποιούς να γελοιοποιηθεί.
Η ένταση των γεγονότων και η επιτυχία πάνω από όλα των διαφόρων σχεδίων που τελικώς συνδύασαν την τακτική των αποκεντρωμένων καταδρομικών επιθέσεων μαζί με αυτή της πρόκλησης εξεγερσιακών στιγμών μέσα στην καρδιά των διαδηλώσεων απέδειξαν με τον πιο απτό τρόπο ότι ο ανταγωνισμός των δυο διαφορετικών σκεπτικών είναι ανώφελος καθώς το καθένα συνεισφέρει και εμπλουτίζει με τον τρόπο του την αναρχική εξέγερση. Εξάλλου όταν η σύγκρουση τολμά να αναμετριέται στα ίσια με την παντοδυναμία της καταστολής και την υποτιθέμενη απέραντη ισχύ της κρατικής τρομοκρατίας , τότε όλα είναι πιθανά όπως το να ξεφτιλιστεί ένας τόσο υπερβολικός κατασταλτικός μηχανισμός σαν κι αυτόν που εκτάκτως ενεργοποιήθηκε στο Αμβούργο τις μέρες της Συνόδου. Είναι γεγονός επίσης πως μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές στην ιστορία των απανταχού εξεγερτικών γεγονότων έγιναν ακριβώς κόντρα στις πιθανότητες κι αυτή είναι και η ομορφιά τους σε πολλές περιπτώσεις.
Δε μπορώ λοιπόν παρά να είμαι συνεπαρμένος από έναν άνεμο ενθουσιασμού και αυτοπεποίθησης που ταξίδεψε χιλιάδες χιλιόμετρα από το Αμβούργο ως αυτόν τον τόπο αιχμαλωσίας. Κι αυτό γιατί με αυτά τα γεγονότα μπορεί να δει ο καθένας πως η δυναμική που απελευθερώνουν τέτοιες εκρηκτικές καταστάσεις δεν αρχίζει και τελειώνει σε μια δεδομένη στιγμή αλλά ταξιδεύει και διαχέεται στέλνοντας το μήνυμα παντού πως το κλειδί για τα πάντα είναι η αποφασιστικότητα κι ο θάνατος της ηττοπάθειας. Αυτό αρκεί για τη δημιουργία μιας, δυο ή και περισσότερων στιγμών οι οποίες είναι δυνατόν να αποτελούν ένα ορόσημο , έναν ιστορικό σταθμό , κάτι όπου θα μπορούμε να στρέψουμε το βλέμμα μας όταν τα πράγματα είναι άσχημα , όταν η απογοήτευση κυριαρχεί και η ματαιότητα φαίνεται να παρελαύνει.
Κι όταν θα κοιτάμε πίσω η ενθύμηση θα μας δίνει αυτήν ακριβώς τη δύναμη που χρειάζεται για να συνεχίζουμε. Μέχρι το επόμενο Αμβούργο, μέχρι την επόμενη εξέγερση , μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της κυριαρχίας.
Όμως από την άλλη μεριά και οι δυνάμεις της εξουσίας ξέρουν να συνεκτιμούν αυτές τις στιγμές , να τις αξιολογούν , να βυθοσκοπούν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις τους και αντίστοιχα να εκδικούνται με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο που να δηλώνει ότι κάθε εκδήλωση εξέγερσης θα τσακίζεται. Έτσι λοιπόν μετά τις εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών , την επέλαση των πάνοπλων κομάντος των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στους εξεγερμένους δρόμους του Αμβούργου, την σκληρή επίθεση σε μπλοκ διαδηλωτών η καταστολή έδειξε κι άλλο τα δόντια της με την προφυλάκιση πολλών δεκάδων ατόμων που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στις ταραχές σύμφωνα με τις ενημερώσεις (36 κρατούνται ακόμα).
Αυτή τη στιγμή ένα νέο κάλεσμα έχει ήδη απευθυνθεί και έχει τεθεί σε κίνηση και αφορά ακριβώς την αλληλεγγύη στους προφυλακισμένους της αντι-συνόδου και ήδη οι πρώτες διαδηλώσεις καθώς και οι επιθέσεις με βανδαλισμούς και εμπρησμούς σε διάφορες ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι γεγονός. Σε ανταπόκριση στο κάλεσμα αυτό θα ήθελα κι εγώ λοιπόν να εκφράσω την αλληλεγγύη μου σε όσους και όσες προφυλακίστηκαν για τα γεγονότα του Αμβούργου καθώς θα ήθελα επίσης να επιστρέψω αυτό το τεράστιο χαμόγελο που μου χάρισαν όλοι εκείνοι κι εκείνες που υπενθύμισαν με τον πιο ωραίο τρόπο ότι η Αναρχία όταν θέλει είναι δυνατή.
Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

15νθήμερο αλληλεγγύης στους αναρχικούς κρατούμενους

(Λάβαμε 12/6/17)

Για΄μένα, η φυλακή δεν μπορεί να υπάρξει.
Όπως κάθε τύραννία, βρίσκεται μόνο μέσα στην καρδιά των σκλάβων.

Biofilo Panclasta

Tην δεδομένη στιγμή, το νομικό οπλοστάσιο επιχειρεί να εξοπλιστεί με νέες παραγράφους του τρομονόμου που να καθιστούν την έμπρακτη αλληλεγγύη ποινικό αδίκημα, ενώ οι δικαστικοί μηχανισμοί επιδιώκουν να επιβληθούν σε αναρχικούς κρατούμενους με εξοντωτικές ποινές και εκδικητικές καταδίκες άνευ στοιχείων. Είναι αυτή η στιγμή, που η αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραμείνει μια ευκολοφόρετη, ανευ περιεχομένου λέξη αλλά να πραγματωθεί σε όλα τα επίπεδα και με κάθε δυνατό μέσο.
Οι επικείμενες αποφάσεις των δικαστηρίων των συντρόφων που κατηγορούνται για ένταξη στην ΣΠΦ, Των συντρόφων που κατηγορούνται για ληστεία τράπεζας στο Βελβεντό και του αναρχικού – κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου που κατηγορείται για ληστεία και φόνο χωρίς στοιχεία, ασχέτως αν αποδέχονται τις κατηγορίες ή όχι, δεν μπορούν να μένουν αναπάντητες.
Παράλληλα, αφουγκραζόμενοι τα τεκτενόμενα σε διεθνές επίπεδο, επιλέγουμε να συμβάλουμε με το κάλεσμα μας στον Επικύνδυνο Ιούνη που καλέστηκε για αλληλεγγύη προς τους αναρχικούς κρατούμενους στην Ιταλία και τους διωκόμενους της επιχείρησης
Scripta Manent, όπως επίσης και να συμβάλουμε στην παγκόσμια ημέρα αλληλεγγύης στον Jock Palfreeman στις 25 Ιουνίου και να στείλουμε δύναμη στη Nataly, τον Juan, και τον Enrique που δικάζονται για βομβιστικές επιθέσεις στην Χιλή.

24/6 Πορεία αλληλεγγύης στον Τ.Θεοφίλου, συγκέντρωση Μοναστηράκι 12π.μ

26/6 ΣΠΦ – δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού 10 π.μ

27/6 Υπόθεση Βελβεντού – δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού 10 π.μ

6/7 Θεοφίλου – Εφετείο Λουκάρεως, αίθουσα 120Α, 9 π.μ, 6ος όροφος

Αναρχικός Μαύρος Σταυρός – Πυρήνας Έμπρακτης Αλληλεγγύης

 

Γράμμα της Anna Beniamino για την επιχείρηση Scripta Manent και άλλα.

Η δίωξη στο Τορίνο αποφάσισε να θέσει σε δοκιμασία μια ολόκληρη αναρχική τάση: Τον αφορμαλιστικό (αντι-οργανωτικό) αναρχισμό. Δεν πρόκειται για μια θυμική και αμυντική εκτίμηση, είναι αυτό που επισήμανε ο ανακριτής του Τορίνο Anna Ricci μέσω των ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν τον Ιούλιο του 2016 και επιβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο, πιθανόν ώστε να αποφευχθούν διαταραχές των διακοπών δημόσιου προσωπικού.

Η επιλογή των επιμελητών είναι ξεκάθαρη από το πλαίσιο που εμφανίστηκε στα εντάλματα σύλληψης, προϊόν μιας νοσηρής συνάντησης μεταξύ του τρόπου σκέψης μερικών μπάτσων και της σπασμωδικής ανάγνωσης συνοψίσεων του Wikipedia.

Το πλαίσιο αυτό δίνει μορφή σε μια κατασταλτική-Μανιχαϊστική έποψη μιας κοινωνικής αναρχίας, χρηστής και ακίνδυνης και μιας ( αντι-κοινωνικής και αντί-κλασσικής ) ”ατομικής αναρχίας”, βίαιης και εύπεπτης στην καταστολή της οποίας οι μεθόδοι εκφράζονται στο αφορμαλιστικό μοντέλο.

Πραγματοποιώντας τους απαραίτητους διαχωρισμούς, το πλαίσιο αυτό αποσκοπεί στο να ορίσει ένα συγκεκριμένο στρατόπεδο, στο να δημιουργήσει ένα κλουβί, ώστε από μια γενική ”επαναστατικότητα” ( ένα υποπροϊόν του αφορμαλιστικού μοντέλου ), πάντα βίαιη και υπόλογη σε διαφορετικής κλίμακας τιμωρία, να μπορέσουν να αντληθούν υποκατηγορίες σχηματίζοντας διαφορετικά σκέλη της έρευνας[1] για τους Ιταλούς μπάτσους: ”κλασσικός εξεγερτισμός”, ”κοινωνικός εξεγερτισμός”, ”οίκο-εξεγερτισμός” και η ”άτυπη αναρχική ομοσπονδία”.

Οι διαφορετικές εντάσεις και τάσεις υφίστανται πράγματι εντός του αναρχισμού, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως αυτή η μορφή άτεγκτης κατηγοριοποίησης είναι κληρονομικό στοιχείο από νοοτροπίες και απαιτήσεις δικαστών, οι οποίοι έχουν οριστεί να σκιαγραφούν συγκεκριμένους χώρους ώστε να πραγματοποιούν τις μανούβρες τους όσο καλύτερα μπορούν: Εντός αυτου του χώρου έγκειται και η ακόλουθη επιχείρηση.

Ιστορικά, η αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες υπήρξε κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για τους αναρχικούς και ένας τρόπος να συσπειρωθούν χτίζοντας μια επαναστατική ευαισθησία: επαναστατική αλληλεγγύη και όχι αλληλεγγύη με τους επαναστάτες.

Κατηγοριοποιημένοι από τους Digos του Τορίνο και τους εισαγγελείς πίσω στο 2012, στον απόηχο 20 χρόνων επανειλλημένων και αποτυχημένων κατασταλτικών προσπαθειών, η επιχείρηση Scripta Manent οδήγησε στην σύλληψη 5 αναρχικών: A.M, V.S, D.C, M.B, A.B, όλοι ήδη κάτω από έρευνα και/ή φυλακισμένοι, ακολουθούμενοι από πλήθος αναρχικών εκδόσεων πάνω στην δράση και την καταστολή, συγκεκριμένα : Pagine in Rivolta [2], το δελτίο Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός)[3], KNO3 [4]. Επιπροσθέτως, υπήρξαν εντάλματα σύλληψης για τους A.C, N.G, δύο συντρόφους στην φυλακή από το 2012 μετά από επίθεση στο διευθυντικό στέλεχος της Ansaldo Nucleare, Adinofli, ανειλλημένη στην δικαστική έδρα τον Οκτώβρη του 2013 σαν πυρήνας Όλγα ( FAI/FRI). Για χρόνια ήταν γνωστοί ως συντάκτες της Pagine in Rivolta με τον Alfredo ήδη διωκόμενο για την KNO3.

Tέσσερις ακόμα αναρχικοί έχουν τεθεί υπό την έρευνα των αρχών, όλοι εκ των οποίων προφυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ardire [5], μέρος της οποίας συγκλίνει με αυτές τις τρέχουσες νομικές διώξεις, μαζί με άλλες 4 συλλήψεις των οποίων ο δικαστής αρνήθηκε να επικυρώσει στο ένταλμα του Ιουλίου και οδήγησε στην ανεπιτυχή εισαγγελική απόπειρα επανεξέτασης τον Οκτώβριο του 2016. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν 32 επιδρομές σε όλη την Ιταλία, κατά τη διάρκεια των οποίων συνελήφθη ένας σύντροφος και συντάκτης του CNA ο οποίος και εξακολουθεί να κρατείται υπό το καθεστώς του AS2]6].

H έρευνα δρομολογείται ακόμη-

Η επιχείρηση κατευθύνεται από τον εισαγελέα Roberto Sparagna, νεοφερμένο στις αποκαλούμενες αντιτρομοκρατικές διαδικασίες αλλά ευρέως γνωστό για την διεξαγωγή αγώνων ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα. Είναι άγνωστο το κατά πόσο η επιχείρηση ήταν πρωτοβουλία του ή ενέργεια των μπάτσων του Τορίνο: Το τελευταίο φαντάζει πολύ πιο πιθανό καθώς το κύριο μέρος της έρευνας διεξήχθη και αρχειοθετήθηκε από τους Digos ανά τα χρόνια ενώ υπάρχει ελάχιστη εικόνα για παρασκηνιακά γεγονότα όπως οι ”χαιρετισμοί από τον Dr. Petronzi” ( πρώην διοικητής των Digos ) τους οποίους ο Sparagna φρόντισε να μεταφέρει στους συλληφθέντες κατά την διάρκεια μιας ανακρτικής απόπειρας.

Έχει ελάχιστη σημασία το αν ο ανακριτής είναι ουσιαστικά ένα υποχείριο/μαριονέτα ή αν ενεργεί βάσει της δικής του θέλησης. Η διακυρηγμένη πρόθεση είναι να καταστείλει και να βουλώσει μία αναρχική συνιστώσα η οποία πάντα υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει την άμεση δράση, την αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες, τις πολύμορφες πρακτικές της αναρχικής καταστρεπτικής δράσης και την συνεχή εξέγερση ενάντια στην πολιτική συμμόρφωση εντός και εκτός του κινηματικού περιβάλλοντος.

Όλοι κατηγορούνται με το άρθρο 270Α, μερικοί από το 2003, άλλοι από το 2008, [7] συνδεόμενοι με την FAI/FRI σε διαφορετικούς βαθμούς, ως ”διοργανωτές/υποστηρικτές” αλλά και ως ”μετέχοντες”.

Οι A.C και N.G κατηγορούνται επίσης με το άρθρο 280Α για μια σειρά επιθέσεων[8] πραγματοποιημένων από το 2005 έως το 2007 με βάση αυτό που ορίζεται ως ”σοβαρό πλαίσιο έρευνας” ακόμα κι αν στην πραγματικότητα οι ίδιοι σύντροφοι έχουν ήδη εξεταστεί από τους ίδιους μπάτσους, με τις ίδιες ”ενδείξεις” αμφότεροι αμέσως μετά τα ίδια γεγονότα και το 2012[9], μέσω της χρήσης του συνήθους οπλοστασίου από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, υποκλοπές, καταγραφή καμερών, κατασκοπία, εξέταση DNA με τις υποθέσεις να έχουν αρχειοθετηθεί.

Με αφετηρία τις συλλήψεις του 2012, η έρευνα αυτή είναι μια προσπάθεια να προστεθούν συνειρμικές κατηγορίες στην υπόθεση τραυματισμού του Adinofli και να εξεταστεί ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος συντρόφων που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με τους συλληφθέντες και την δράση τους: Οι μπάτσοι χρησιμοποίησαν το άρθρο 270Α και το αποκαλούμενο ”έγκλημα πρόθεσης” με σκοπό να εξετάσουν σχοινοτενώς ότι ήδη είχε περάσει από τα χέρια πληθώρας Ιταλών εισαγγελέων, συγκεντρώνοντας τα πάντα υπό την δικαιοδοσία τους μέσω της επαναφοράς και του μυρηκασμού σειράς υποθέσεων που έχουν ήδη αρχειοθετηθεί στο παρελθόν.

Η προσπάθεια αυτή να συγκεντρωθούν όλα αναφέρεται εντός της δικαστικής τάξης και είχε διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης ευρέως τα τελευταία χρόνια, όπως και τον Αύγουστο του 2016, με άρθρα εφημερίδων να αναφέρουν ότι ”αντι-τρομοκρατικές σύνοδοι” διεξήχθησαν μεταξύ διάφορων εισαγγελέων και να κάνουν λόγο για ”κακούς επικεφαλής” και ”βίαιες εισβολές” σε πλαίσια που από την δική τους σκοπιά ήταν δημοκρατικώς αποδεκτά.

Αυτή τη φορά, ακολουθώντας μια χρονική και λογική μορφή που αντιστρέφει την κλασική ακολουθία δράσης / καταστολής, η καταστολή αναζητά αναδρομικά ανυπόστατες ενέργειες και πολιτικές θέσεις ενοποιημένες κατά τη διάρκεια των 20 χρόνων, ως συγκράτηση και προειδοποίηση ενάντια στις τρέχουσες “υπερβολικές” εκθέσεις αλληλεγγύης. Αυτά έχουν σαφώς ως στόχο την καταστολή ανεπιθύμητης αλληλεγγύης και της εξάπλωσης ενός αναρχικού συναισθήματος που μιλάει ανοιχτά για κρατουμένους και δράσεις που  προπαγανδίζουν και υποστηρίζουν.

Οι φιλοδοξίες των μπάτσων επιδιώκονταν ακόμη υψηλότερες, όπως είναι εμφανές στις επιδρομές, τις αποτυχημένες συλλήψεις και πάνω απ’ όλα, στο κατηγορηματικό πλαίσιο που εκτείνεται σε 20 χρόνια αναρχικών δράσεων και δημοσιεύσεων.

Η εκδήλωση ξεκινά με τη Marini δίκη [10] το 1996 και τελειώνει με την τρέχουσα Croce Nera Anarchica, εντοπίζοντας μια βέλτιστη γραμμή που ξεκινάει από τις κριτικές για το πώς χειρίστηκε η δίκη Marini, περνά μέσα από τα διάφορα άρθρα και ισχυρισμούς που παρουσιάζονται στην Pagine in Rivolta, KNO3 και CNA, και τελειώνει με γραπτά που περιέχουν συνομιλίες και προσκλήσεις για να είναι παρόντες στη δίκη Adinolfi(ΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΗΜΕΝΑ ΨΗΛΑ ΚΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ) και τέλος, με το σημερινό CNA.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι υπερβολή να ισχυριζόμαστε ότι αυτή η νομική διαδικασία είναι αυτή που επεκτείνεται σε ένα αναρχικό συναίσθημα, ακόμα και αν προσπαθεί να επιτύχει τον κύκλο: ακρογωνιαίους λίθους αντι-αυταρχικής σκέψης και μεθόδου όπως άμεση δράση και η απόρριψη της εκπροσώπησης, η συγγένεια και το άτυπο, η επαναστατική αλληλεγγύη και η αμοιβαία βοήθεια, γίνονται, με τα λόγια και τα χάρτινα σκουπίδια των ανακριτών, επικίνδυνη πρώτη ύλη που πρέπει να κατασταλεί μόλις εμφανιστεί.

Δεν είναι απλώς ένα «έγκλημα της γνώμης» που τίθεται σε δίκη ούτε η λογοκρισία της δημοκρατικής ελευθερίας έκφρασης: αυτός είναι ο πόλεμος που η εξουσία επιτείνει ενάντια στον δεσμό μεταξύ σκέψης και δράσης που βρίσκεται στη βάση του αναρχισμού.

Προσπαθώντας να χτυπήσει δημοσιεύσεις, blogs ή άλλα μέσα επικοινωνίας που αναρχικοί αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν, η καταστολή επαναβεβαιώνει μόνο την εγκυρότητα αυτών των μέσων: να είναι αγκάθι στην πλευρά της υποταγής και της σιωπής.

Anna
φυλακές Latina

[1] Οι εισαγγελείς του Τορίνο έχουν παράξει αρκετές δικαστικές διαδικασίες βασισμένες σε αυτό το πλαίσιο τα τελευταία δύο χρόνια,το οποίο είχε ως συνέπεια να γίνουν προσπάθειες να δικαστούν και πάλι για το άρθρο 270Α 3 οικοαναρχικοί,οι οποίοι είχαν προηγουμένως καταδικαστεί στην Ελβετία για απόπειρα σαμποτάζ στην ΙΒΜ και να γίνουν έρευνες και να αποδοθούν κατηγορίες σε αναρχικούς εμπλεκόμενους με ένα ταμείο αλληλεγγύης για φυλακισμένους,με εισβολές και εντάλματα, χρησιμοποιώντας το ίδιο άρθρο 270Α.

[2] Η Pagine in Rivolta εκδιδόταν με τον υπότιτλο “επαναστατικό αναρχικό περιοδικό” από το 1997 εως το 2002,με 14 τεύχη κυμαινόμενης κυκλοφορίας που έφτανε τα χίλια αντίτυπα.Είχε άρθρα ανάλυσης και κριτικής του αναρχικού κινήματος,χρονολόγια άμεσων δράσεων,αναλήψεις ευθύνης,λίστες κρατουμένων και νέα για την καταστολή.

[3] (Η πρώτη απ΄τις κυκλοφορίες του Μαύρου Σταυρού στην ιταλική γλώσσα ήταν η ιστορική έκδοση που εκδιδόταν από το 1969 ως το 1973 για την στήριξη των ισπανών αντιφρανκιστών,με επιπλέον την εμπλοκή του Pino Pinelli και του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού του Stuart Christie.)Το δελτίο του ΑΜΣ που στοχοποιήθηκε από την καταστολή είναι αυτό που εκδιδόταν από το 2001 ως το 2005, και του τωρινού ΑΜΣ που δημοσιεύεται από το 2014 με ένα blog και ένα περιοδικό.Οι συντάκτες του Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός) του 2001/2005 ήταν οι στόχοι της επιχείρησης Croce Nera του 2005,μια επιχείρηση του άρθρου 270Α,η οποία οδήγησε στις συλλήψεις επτά συντρόφων και οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο,3 από τους οποίους είναι μεταξύ αυτών που εξετάζονται στη Scripta Manent.

[4] Το KNO3 βγήκε το 2008 ως ένα μόνο τεύχος με τον υπότιτλο “επαναστατική αναρχική εφημερίδα”.Το 2008 ήταν το αντικείμενο μιάς έρευνας υπό το άρθρο 270Α,της επιχείρησης “Σκιά”,εκκινούμενη από την εισαγγελέα της Perugia, Emanuela Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων,στην οποία το έγκλημα από κοινού έπεσε στη δίκη πρώτου βαθμού.Η δίκη οδήγησε στην καταδίκη εναντίον των A.C. και A.B.,ενώ ένας τρίτος σύντροφος τέθηκε υπό έρευνα για το άρθρο 302 με την επιβαρυντική περίπτωση της τρομοκρατίας συνδεδεμένη με άρθρα δημοσιοποιημένα στο KNO3,άλλοι σύντροφοι καταδικάστηκαν για το σαμποτάζ μιας σιδηροδρομικής γραμμής και για κλοπή αυτοκινήτου.

[5] Η επιχείρηση “Ardire” ξεκίνησε στην Perugia με την εισαγγελέα Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων και οδήγησε σε επτά συλλήψεις τον Ιούνιο του 2012.Βασίστηκε στο άρθρο 270Α και αναφερόταν σε μιά σειρά επιθέσεων ανειλημμένες από τη FAI/FRI μεταξύ το 2009 και του 2012.Η αρμοδιότητα της υπόθεσης πέρασε απο την Perugia στο Μιλάνο μετά από απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου στο εφετείο και για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,S.F., E.D.B.,G.P.S. και G.L.T.,πέρασε από το Μιλάνο στο Τορίνο και στη συνέχεια στη Scripta Manent.Ολοί όσοι φυλακίστηκαν αφέθηκαν το 2013 αφού εξέτισαν το μέγιστο.

[6] Ο D.C. συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας από τις εισβολές στα πλαίσια της Scripta Manent αφού βρέθηκαν στο σπίτι του ηλεκτρικά υλικά κοινής χρήσης (μπαταρίες των 9 βολτ και λάμπες).Η εισαγγελέας Francesca Polino από τη Ρώμη άνοιξε ξεχωριστή διαδικασία εναντίον του,ενόσω τον κρατούσε στο καθεστώς υψίστης ασφαλείας AS2.

[7] Από το 2003,επειδή αυτό είναι το έτος που προσδιορίζεται ως εκκίνηση της FAI επομένης της επίθεσης στον υπουργό εσωτερικών Prodi τότε και λόγω του κειμένου που ανέλαβε ευθύνη γι΄αυτή.Για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,είναι από το 2008 γιατί είχαν ήδη τεθεί υπό έρευνα για την ίδια επίθεση,χωρίς να έχουν επίσημα κατηγορηθεί.

[8] Αυτό αναφέρεται: στον εκρηκτικό μηχανισμό κατά των καραμπινιέρων RIS στην Parma τον Οκτώβρη του 2005,δράση που ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini (occasionalmente spettacolare)/FAI,στο εκρηκτικό/εμπρηστικό δέμα που στάλθηκε στον τότε δήμαρχο της Bologna, Sergio Cofferati,που επισης ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini/FAI,στη διπλή βομβιστική επίθεση στο κέντρο εκπαίδευσης καραμπινιέρων στο Fossano τον Ιούνιο του 2006 που ανέλαβε η FAI/RAT,στα εκρηκτικά/εμπρηστικά δέματα που στάλθηκαν στον τότε δήμαρχο του Τορίνο Chiamparino,στον διευθυντή της Torino Cronaca,Beppe Fossati και που τοποθετήθηκαν στο κτίριο της Coema Edilizia,εταιρίας εμπλεκόμενης με την κατασκευή του CIE(Κέντρο ταυτοποίησης και απέλασης μεταναστών) στο Τορίνο τον Ιούλιο του 2006,τα οποία όλα ανέλαβε η RAT/FAI,στους 3 εκρηκτικούς μηχανισμούς που εξερράγησαν διαδοχικά στη γειτονιά Crocetta του Τορίνο το Μάρτιο του 2007 που ανέλαβε η RAT/FAI.

[9] Το καλοκαίρι του 2012,κατά τη διάρκεια της έρευνας και της επακόλουθης σύλληψης των A.C. και N.G.,εισαγγελείς σε διάφορες ιταλικές επικράτειες ξανάνοιξαν μια σειρά φακέλων υποθέσεων από το αρχείο σχετιζόμενες με τις επιθέσεις που είχε αναλάβει η FAI τα τελευταία 10 χρόνια.

[10] Το 1995,περίπου τριάντα αναρχικοί συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη από τον εισαγγελέα της Ρώμης Antonio Marini σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων για το άρθρο 270Α,επιπλέον σε μια σειρά από συγκεκριμένα αδικήματα.Η κατηγορία από κοινού αναφερόμενη στη λεγόμενη οργάνωση ORAI έπεσε το 2004 και επικυρώθηκε μια καταδίκη για ανατρεπτική προπαγάνδα και άλλα συγκεκριμένα αδικήματα.

 

Μετάφραση: Διαχειριστική ομάδα Ragnarok

(Πηγή: 325)

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ο αναρχικός σύντροφος Αλφρέντο Κόσπιτο σε απεργία πείνας (03/05/2017)

Σήμερα, ο αναρχικός κρατούμενος Alfredo Cospito ξεκινά μια απεργία πείνας δέκα ημερών ενάντια στη λογοκρισία που του επέβαλε ο εισαγγελέας Sparagna [/ υπεύθυνος της επιχείρησης “Scripta Manent” /], η οποία λογοκρισία αποκλείει σχεδόν ολόκληρη την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία.

Ο Αλφρέντο ζητά από όλους τους συντρόφους του να στέλνουν βιβλία, περιοδικά, επιστολές και έντυπα γενικά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας και υποστήριξης της απεργίας του.

(Πηγή : Croce Nera Anarchica autistici.org)

Μετάφραση Traces of Fire

 

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ενημέρωση για την λογοκρισία/ ο αναρχικός σύντροφος Nicola Gai στην απομόνωση (31/03/2017)

Μάθαμε μέσω της αλληλογραφίας με τους αναρχικούς συντρόφους που βρίσκονται στην πτέρυγα AS2 ( υψίστης ασφαλείας) στις φυλακές της Φεράρα, ότι έγινε παράταση στην λογοκρισία (6 Μαρτίου) για τρεις μήνες ακόμα, η παρακράτηση της αλληλογραφία ξεκίνησε και πάλι, και πολλά από τα γράμματα κατασχέθηκαν.

Επίσης, μας ενημέρωσαν ότι ο σύντροφος Nicola Gai ίσως βρίσκεται στην απομόνωση. Περιμένουμε να λάβουμε όλα τα στοιχεία, όσο το συντομότερο δυνατόν, αφού τελειώσουν τα επισκεπτήρια στη φυλακή.

(Πηγή : autistici.org)

(Μετάφραση Traces of Fire)

Παναγιώτης Αργυρού: Πολίτικη δήλωση για Εφετείο της υπόθεσης Χαλανδρίου

Η Εξέγερση δεν διαπραγματεύεται

Ο χρόνος είναι η ασθένεια της πραγματικότητας. Στη φυλακή ο χρόνος είναι λες και δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας βαραίνει σαν να πλημμύρισε ρινίσματα μολύβδου και καθημερινά τα πνευμόνια μας γεμίζουν από αυτό το άρρωστο οξυγόνο που μας βαραίνει και μας βαραίνει, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Βαραίνεις τόσο που κάποια στιγμή αρχίζεις να νομίζεις ότι σε κάθε σου βήμα σκοτώνεις και μία μέρα από τη ζωή σου, βήμα και μέρα, βήμα και μέρα…

Στα εξήμισι σχεδόν, χρόνια που βρίσκομαι αιχμάλωτος, έχω νιώσει να σκοτώνω πολλές μέρες στα ατελείωτα πήγαινε-έλα στις δικαστικές αίθουσες. Το άθλιο αυτό τελετουργικό των δικαστηρίων που διεξάγεται στο όνομα των νόμων της Δημοκρατίας, το έχω δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές και κάθε ξεχωριστή φορά έφευγα με ένα σακούλι δεκαετίες φυλακής στην πλάτη. Δεν είναι, όμως, μόνο οι βαριές ποινές που μου επιφύλαξε όλη αυτή η γραφειοκρατική βαρβαρότητα, η οποία αρέσκεται να αλέθει ζωές στη μυλόπετρα της δικαιοσύνης, που με ενοχλεί περισσότερο, όσο αυτό το αλαζονικό και αυτάρεσκο ύφος των δικαστών που εκτελούν την ελευθερίας μας νιώθοντας μέσα τους ότι εκπροσωπούν και κάτι το ανώτερο.

Τώρα, λοιπόν, βρισκόμαστε στη διαδικασία επανάληψης αυτών των δικών, μία διαδικασία στην οποία επανεξετάζονται οι πρωτόδικες δικαστικές κρίσεις για το αν ήταν ορθές ή όχι. Προσωπικά, δεν προσήλθα σε αυτή τη διαδικασία για να ζητιανέψω για ελαφρυντικά και άλλες τυχόν νομικές ελαφρύνσεις. Προσήλθα, όμως, με σκοπό να σταθώ αντιμέτωπος με την προπαγάνδα της εξουσίας, μία προπαγάνδα που θέλει να νομιμοποιήσει ηθικά και πολιτικά τις καταδίκες μας.
Για την Κυριαρχία είναι ιδιαίτερα σημαντικό και σκόπιμο όχι μόνο να εξοντώνει τους εχθρούς της καταδικάζοντας τους σε σε πολύχρονες ομηρίες, αλλά και το να τους αποδομεί σαν προσωπικότητες ώστε τα κίνητρά τους και οι πράξεις τους να φαντάζουν ιδιοτελείς, σκοτεινές, βρώμικες και οτιδήποτε άλλο εκτός από πράξεις που στοχεύουν στον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας: την εξουσία.

Για τη Δημοκρατία είμαστε μονάχα μερικοί εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να μας βαφτίζει τρομοκράτες, να ψηφίζει ειδικούς νόμους δίωξής μας, να δημιουργεί ειδικά σώματα καταδίωξης μας, μπορεί να μας δικάζουν σε ειδικές αίθουσες δικαστηρίων από ειδικούς δικαστές κληρωμένους ειδικά για αυτές τις περιστάσεις, μπορεί να μας κρατούν, ενίοτε, δέσμιους κάτω από ειδικές συνθήκες απομόνωσης ή και να φροντίζουν να μας επιβάλλουν κάθε πιθανό και απίθανο σενάριο εξαίρεσης μας από διάφορα δικαιώματα-κεκτημένα των κρατουμένων, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Κι εδώ παρατηρείται το εξής εξαιρετικά ασυνήθιστο. Παρά το ότι η δράση μας θεωρητικά υπάγεται στο κοινό ποινικό έγκλημα, όλο το πολιτικό σύστημα αισθάνεται την ανάγκη να την καταδικάζει πολιτικά διαρκώς, εκδηλώνοντας τον αποτροπιασμό του. Το ίδιο και ένας ολόκληρος συρφετός από δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς παντός είδους, φιγούρες του αριστεροπροοδευτικού καλλιτεχνικού στερεώματος και γενικά διάφορες προβεβλημένες και καταξιωμένες κοινωνικές προσωπικότητες. Όλοι αυτοί μαζί φροντίζουν να διατρανώνουν, σε όλους τους τόνους πόσο απεχθής τους είναι η κουλτούρα της βίας και πόσο “η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα”. Τέτοιος ντόρος, φυσικά, ποτέ δεν έχει γίνει για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου και ούτε πρόκειται να δούμε κάποια έκπληξη στο μέλλον.

Κι όμως, στα δικαστήρια αυτά, συχνά, οι εισαγγελείς νιώθουν την ανάγκη να προσθέσουν στις μακροσκελείς, συνήθως, αγορεύσεις τους, πέρα από τις νομικές διατυπώσεις και κάποιες πολιτικές θέσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει σε αίθουσες σαν κι αυτήν, εισαγγελείς να σπεύδουν να σχολιάσουν πολιτικά το τι σημαίνει τρομοκρατία, τι σημαίνει πολιτικό έγκλημα, και για ποιο λόγο είναι απαραίτητα τα όρια της διαμαρτυρίας στη Δημοκρατία. Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι εισαγγελείς εμφανίζονται να φορούν την Πορφύρα της Δημοκρατίας και να κηρύττουν την ηθική, την πολιτική και την πολιτισμική της ανωτερότητα για να καταλήξουν, τέλος, στην κλασική αρχαία γνωστή ετυμηγορία “αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν”. (Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία).

Μπορεί, φυσικά, να μην επαναλαμβάνουν τα λόγια που ο Σοφοκλής έβαλε στο στόμα του Κρέοντα στο πασίγνωστο έργο του “Αντιγόνη”, αλλά το νόημα είναι πάντοτε το ίδιο. Οι εισαγγελικές κρίσεις, εκπροσωπούσες το αξιακό σύμπαν της εξουσίας, δεν αρκούνται μονάχα στην έκδοση απλών κλασικών καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά επιδιώκουν να κατακεραυνώσουν την έμπρακτη εναντίωση στην εξουσία της Δημοκρατίας και τη βίαιη αμφισβήτηση των νόμων και των θεσμών της. Αυτά, λοιπόν, τα ειδικά δικαστήρια, επισήμως, αρνούνται να παραδεχτούν ότι στην πραγματικότητα είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου αλλά παράλληλα πασχίζουν με αγωνία, ως τελευταία προπύργια της ηθικής νομιμότητας του συστήματος, να υπερασπιστούν τις “ύψιστες” αξίες της Δημοκρατίας. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσε παρά να συνιστά μία έμμεση, έστω, παραδοχή ότι οι δίκες αυτές στην πραγματικότητα είναι και δίκες αξιών.

Στον πραγματικό κόσμο, τον υλικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι ιδέες εκείνες που δεν βρίσκουν ένα αντίκρυσμα σε αντίστοιχες πράξεις είναι ιδέες κούφιες, κενές, άδειες από κάθε ουσία και νόημα. Αν εγώ σήμερα, είμαι όμηρος της εξουσίας και δικάζομαι ξανά και ξανά, είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό είναι γιατί άφησα την ιδέα της αναρχίας να τρυπώσει μέσα μου και επέλεξα να ζήσω πολεμώντας με διάφορους τρόπους την εξουσία. Ερωτευμένος με την αξία της απόλυτης ελευθερίας, πιστεύοντας ακράδαντα μέσα μου πως κάθε είδους εξουσία, όποιο μανδύα κι αν ενδύεται κάθε φορά, δεν είναι παρά ένα βρόγχος στο λαιμό των ανθρώπων που σφίγγει και στραγγαλίζει την ελευθερία τους, μίσησα τους νόμους, τους κανόνες και την ηθική του κόσμου σας. Περιφρόνησα κάθε αρχή, σιχάθηκα κάθε έννοια πειθαρχίας, κι αγάπησα την ιδέα της εξέγερσης με την έννοια της διαρκούς έμπρακτης εναντίωσης στην εξουσία. Η γοητεία που άσκησε πάνω μου η ομορφιά της απόλυτης ελευθερίας ως αξία δεν ήταν ένα μετεφηβικό καπρίτσιο, ούτε ένας απλός νεανικός παροξυσμός από την εύκολη συγκίνηση της αδρεναλίνης και σίγουρα δεν ήταν αποτέλεσμα ενός τυχαίου περάσματος απ’ το διάδρομο μιας βιβλιοθήκης με αναρχικούς συγγραφείς.

Σε μια εποχή που η κοινωνική διαμαρτυρία και οι όποιοι κοινωνικοί αγώνες θεωρούνταν στην καλύτερη είτε κάτι το ντεμοντέ, το ξεπερασμένο, ένα απομεινάρι μιας παλιάς γραφικής εποχής που έπρεπε να μπει σε κάποιο μαυσωλείο τιμής ένεκεν, είτε ένα πεδίο ανάδειξης δικαιωματιών του συνδικαλισμού (και του εργατικού και του φοιτητικού) που συσπείρωναν την εκάστοτε κομματική πελατεία με έναν πανάθλιο πολιτικαντισμό, η μόνη κοινωνική δυναμική που όρθωνε το ανάστημά της με μαχητικούς όρους ήταν ο κόσμος της αναρχίας και ευρύτερης αντιεξουσίας. Πήρα την απόφαση να αποτελέσω ενεργό κομμάτι της δυναμικής αυτής, ωστόσο οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής έπλασαν σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη κοσμοαντίληψη μου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, τότε που εγώ άρχισα να παίρνω μέρος στα δρώμενα του αναρχικού χώρου, η διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα απέπνεε έναν απόλυτο ζόφο. Η πολιτική ηγεμονία του συστήματος είχε χτίσει δύο ισχυρότατες κολώνες, πλέον, πάνω στην κοινωνία:

  1. I) Από τη μία, η συστηματική διαφθορά και εξαγορά των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, κάτι που ξεκίνησε να εφαρμόζει ως κεντρική πολιτική η Σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της εξουσίας, ήδη από το 1980 και μετά, δημιούργησε ένα ολόκληρο χαοτικό σύμπαν “ταξικών αντιφατικών τοποθετήσεων”, που πέτυχαν μια ριζοσπαστική αναδιάρθρωση των, έως τότε, κοινωνικών τάξεων. Αυτή η εκρηκτική κοινωνική κινητικότητα εμφάνισε, από το πουθενά, καινούργιες κατηγορίες νεόπλουτων, ενώ η πάλαι ποτέ απεχθής (ακόμα και για την αριστερά του παρελθόντος) τάξη των νοικοκυραίων γιγαντώθηκε σε αδιανόητα μεγέθη, καθώς μέσα σε μία δεκαπενταετία αυξήθηκαν κατά χιλιάδες οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι παντός είδους μικρομεσαίοι εισοδηματίες, καθώς και οι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες ακινήτων και αγροτικών γαιών, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (τα λεγόμενα “μικροαφεντικά”) και οι κάθε είδους μικρομεσαίοι αυτοαπασχολούμενοι. Το κενό που δημιούργησε αυτή η άτυπη σοσιαλδημοκρατική, κοινωνική μεταρρύθμιση σε φτηνά εργατικά χέρια (σε σκλάβους, δηλαδή, που δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους) καλύφθηκε στη συνέχεια από την πολιτική ανοικτών συνόρων, που άρχιζε να εφαρμόζεται αργότερα, από το 1990 και μετά, όπου οι τεράστιες μεταναστευτικές εισροές άρχισαν να κατακλύζουν την ελληνική επικράτεια. Οι τρύπες, που είχαν παρουσιαστεί στον παραγωγικό τομέα, καλύφθηκαν από χιλιάδες πρόθυμα και φτηνά εργατικά χέρια μεταναστών, που κάτω από τις πιο ελεεινές συνθήκες εκμετάλλευσης (μαύρης ως επί τω πλείστον) έχτισαν με τον ιδρώτα τους, και πολύ συχνά με το αίμα τους, το μικρό θαύμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα το μεγαλύτερο, συντριπτικά, μέρος της κοινωνίας απολάμβανε μακάρια τις μέρες της αφθονίας του ακονίζοντας, συχνά πυκνά, τα ρατσιστικά του ένστικτα.

Αυτή η στρατηγική της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποσκοπούσε, προφανώς, στην πυρόσβεση της κοινωνικής οργής που ήταν έκδηλη ως το 1980 και στην ομαλή διατήρηση του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς ριζοσπαστικές αναταράξεις. Αν και αυτού του είδους οι πολιτικές τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν νέες, αλλά έχουν αναλυθεί εκτενώς στο παρελθόν, ακόμα και από εξέχουσες μορφές του κομμουνιστικού πάνθεον, όπως ο ίδιος ο Μαρξ και ο Λένιν (που μιλούσαν για τη δυνατότητα της σοσιαλδημοκρατίας να διαφθείρει σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μία “εργατική αριστοκρατία”, της οποίας τα σύνορα με την αστική τάξη καθίστανται δυσδιάκριτα και που αποτελεί κοινωνικό στήριγμα της μπουρζουαζίας ή την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού), δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό πολιτικό ανάχωμα σε αυτήν την προέλαση της κοινωνικής διαφθοράς, καθώς μονάχα μερικές επαναστατικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης στάθηκαν εχθρικά, καθώς και η αναρχία που μαζί με κάποια ανυπότακτα κομμάτια της νεολαίας, υπήρξαν φάρος εξέγερσης και αντίστασης σε όλη αυτή τη σαπίλα. Για αυτό και δέχτηκε, εξάλλου, την ανελέητη κρατική καταστολή.

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό κράτος, εξαρχής ιδρύσεώς του, να μην ήταν παρά μία αξιολύπητη χώρα εξάρτησης, δεμένη στα γεωπολιτικά συμφέροντα άλλων δυνάμεων και με τη θηλιά των εξωτερικών δανεισμών στο λαιμό της, αλλά ακόμα και έτσι, δίχως προηγμένη βιομηχανική ανάπτυξη ή την εκμετάλλευση άλλων τρίτων χωρών, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατάφερε να πετύχει με απόλυτους όρους, τη δημιουργία μιας από τις πιο σιχαμένες και σκατόψυχες “εργατικές αριστοκρατίες” που έχει υπάρξει, ίσως, ποτέ. Αξιοποιώντας από τη μία ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και κονδύλια, καθώς και την καθοδηγούμενη ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και πατώντας πάνω στις ράχες και στα πτώματα των “σκλάβων-μεταναστών”, η ελληνική “κοινωνική βάση του οπορτουνισμού” διευρύνθηκε τόσο που τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα άρχισαν σχεδόν να ευθυγραμμίζονται. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που γεννήθηκε η συλλογική ταυτότητα του “νεοέλληνα” και  στο κοινωνικό πεδίο. Βασίλευσαν οι αξίες της διαφθοράς, της παραδοπιστίας και του απόλυτου κοινωνικού κανιβαλισμού, καθώς όπου κι αν κοιτούσες γύρω σου, έβλεπες την επιβεβαίωση της υπαρξιακής ρήσης του Καζαντζάκη: “ο άνθρωπος είναι χτήνος (….) Του έκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Του έκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.”

  1. II) Από την άλλη πλευρά έχουμε τη βάναυση επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας ως πολιτισμική τροφή, πλέον. Η πρεμιέρα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών άρχισε να γράφει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι πίσω από κάθε σταθμό συστρατεύονταν πότε με το ένα και πότε με το άλλο μπλοκ εξουσίας. Αυτό, φυσικά, ήταν το ένα κομμάτι. Το άλλο ήταν, ότι παράλληλα άρχισε μία άνευ προηγουμένου πολιτισμική πλύση εγκεφάλου μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες που άρχισε σιγά σιγά να θεμελιώνει τη δικτατορία της μαζικής κουλτούρας. Ο δυτικός πολιτισμός και τρόπος ζωής υπερπροβλήθηκαν ως μονόδρομος και ταυτόχρονα μία απίστευτη υπερπροσφορά προϊόντων πολυεθνικών εταιρειών γέμισε τις βιτρίνες και τα ράφια της αφθονίας με ένα σωρό αγαθά, τόσο πρώτης ανάγκης, όσο και ολότελα κατασκευασμένων από την καταναλωτική κουλτούρα, που δεν άργησε να γίνει και ιδεολογία (καταναλώνω άρα υπάρχω). Η επενέργεια της διαφήμισης στο συλλογικό θυμικό και υποσυνείδητο δεν έφερε μόνο μία τεχνητή αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος αλλά ενίσχυσε καταλυτικά την επιβολή αισθητικών προτύπων, στερεοτυπικών κοινωνικών ρόλων καθώς και μία γενικότερη αντίληψη περί τρόπου ζωής, σκέψης και διασκέδασης. Κάτι που είχε αντανάκλαση και στην αστική πολεοδομία. Η άνθιση, σαν τα μανιτάρια των cafe-bars, των fast-foods, των εμπορικών κέντρων τύπου Village, Mall, κτλ και η αχαλίνωτη βιομηχανία της νυχτερινής διασκέδασης προκάλεσαν την πολεοδομική μεταμόρφωση ολόκληρων περιοχών που από μία μέρα στην άλλη μεταμορφώνονταν σε εμπορικές ζώνες ή ζώνες εναλλακτικής, λαϊκής, κυριλέ ή trendy διασκέδασης. Ο εκσυγχρονισμός, φυσικά, των δημόσιων και ημι-δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν καθόλου αθώος σε όλη αυτή τη διαδικασία πολεοδομικής ανάπλασης.

Επιπλέον, η διαδραστική επίδραση του θεάματος στο συλλογικό φαντασιακό άρχιζε να εκφυλίζει ολοένα και περισσότερο τη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα από το αηδιαστικό πολιτισμό που παρήγαγε το lifestyle, το λαμπερό star system, καθώς και τα διάφορα reality και talent shows. Γεννήθηκε έτσι, ένας εκτρωματικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων που διαστρέβλωνε κάθε αξία που μπορεί να σήμαινε κάτι αυθεντικό (αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, κτλ) ενώ αλλοιώθηκε δραματικά η αντίληψη των ανθρώπων για τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, κάθε σχέση που μπορεί να εμπεριείχε μία αγνή ιδιοτέλεια (όπως η φιλία, ο έρωτας, η συντροφικότητα) διαστρεβλώθηκε, με αποτέλεσμα η πλέον διαδεδομένη αντίληψη για όλων των ειδών τις σχέσεις να είναι ότι, αν δεν έχουν εργαλειακό χαρακτήρα, δεν πάνε πουθενά.

Αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, καθώς και της ίδιας της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων έγινε κυρίαρχος με τόσο απόλυτο τρόπο, ώστε η κάθε εμφάνιση μιας απόκλισης από αυτόν (είτε ενσυνείδητης είτε υποσυνείδητης) να προσκρούει πάνω σε έναν ισχυρό κοινωνικό ρατσισμό και μια πλειάδα κοινωνικών προκαταλήψεων, που άλλοτε εκδηλώνονται με τη μορφή μιας συλλογικής υποτίμησης, απαξίας, χλευασμού, κτλ. και άλλοτε με τη μορφή της ανοικτής επιθετικότητας, του μίσους και του κανιβαλισμού οποιασδήποτε προσωπικότητας γίνει αντιληπτό ότι διαφέρει.

Αντιλαμβανόμενος, λοιπόν, αυτόν τον κοινωνικό ζόφο της εποχής μου, ένα ζόφο που έπλασε μία καθολική, συλλογική ταυτότητα κανιβαλισμού, ένα συλλογικό, κανιβαλικό “εμείς”, εχθρικό απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, σε οτιδήποτε αμφιβάλλει, αμφισβητεί, σε οτιδήποτε εξεγείρεται και επιτίθεται στο υπάρχον, έβλεπα πως μόνο και μόνο  η επιλογή του να θες να είσαι αναρχικός δεν μπορεί παρά να είναι μία αντικοινωνική επιλογή, αφού στέκεται εχθρικά απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα. Στάθηκα ενάντια, λοιπόν, στην κοινωνία (όχι ως ένα ενιαίο άθροισμα ανθρώπων, όπως θεωρούν ότι την εννοούμε κάποιοι που επιτίθενται σε σκιάχτα των θέσεών μας) ως μηχανή αναπαραγωγής όλων των κυρίαρχων ιδεολογιών, αντιλήψεων, σχέσεων, αξιών. Ενάντια σε αυτή την κοινωνία ως πλυντήριο της εξουσιαστικής τυραννίας της δημοκρατίας, των νόμων και των θεσμών της, ενάντια σε αυτό το αδυσώπητο, συλλογικό “Εμείς” που συνθλίβει και κατακρεουργεί κάθε διαφορετικότητα, με κάθε δυνατό τρόπο, επέλεξα την υπεράσπιση ενός Εγώ, ενός εξεγερμένου Εγώ, ενός αναρχικού Εγώ, ενός Εγώ διατεθειμένου να υπερασπιστεί κάποιες αξίες, ακόμα κι αν αυτό αρκούσε από μόνο του να στρέψει όλον τον κόσμο εναντίον του. Ενός Εγώ που μπορεί να εκτιμά περισσότερο την αξία ενός όμορφου δάσους, παρά μία απέραντη τσιμεντούπολη στην οποία ανθρώπινα μυρμήγκια κινούνται ακατάπαυστα ζώντας για να δουλεύουν, δουλεύοντας για να καταναλώνουν, καταναλώνοντας για να υπάρχουν και υπάρχοντας για να δουλεύουν. Ξέρω ότι αυτές οι αναφορές μου στο ζεύγος “εμείς-εγώ” ξενίζουν και ερεθίζουν την εριστικότητα πολλών. Ας έχουν υπόψιν του, πως τόσο ο Φασισμός όσο και ο Ναζισμός, το συλλογικό Εμείς κολάκεψαν στην πορεία τους προς την εξουσία. Από την άλλη, ο αναρχικός ριζοσπαστικός φεδεραλισμός ποτέ δεν εξέλαβε το Εμείς ως υπεράνω του Εγώ, αλλά ως μία ισότιμη αρμονική συνύπαρξη.

Στο δικό μου το μυαλό κλείδωσα, λοιπόν, αρκετά νωρίς ότι το να υπερασπίζεσαι και να μάχεσαι για μια αξία, για ένα ιδανικό, για ένα όνειρο ή απλώς για αυτό που θεωρείς ηθικό και δίκαιο, δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση αναλόγως το πόσους έχεις δίπλα σου ή το πόσο ελκυστική φαίνεται αυτή η στάση ζωής στην κοινωνική πλειοψηφία. Η υπεράσπιση κάποιων πραγμάτων που αξιακά θεωρεί κάποιος υψηλά, μπορεί να είναι κάλλιστα μία ατομική επιλογή και καθόλου δεν χάνει την αξία της ως τέτοια, ίσα ίσα που την καθιστά πολλές φορές και πιο όμορφη, αν και σίγουρα δυσκολότερη. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος εξασφαλισμένη την κοινωνική συναίνεση ή τη λαϊκή αποδοχή για να υπερασπίζεται ανοιχτά τη θέση πως “η Γη γυρίζει”, καθώς η ηθική υπεροχή μιας τέτοιας στάσης ζωής δεν κρίνεται με όρους μπακάλικους, αλλά με όρους αξιακούς. Από αυτή την άποψη το να υπερασπίζεσαι ανοιχτά πως “η Γη γυρίζει”, ακόμα κι όταν όλη η κοινωνία θέλει να σε δει να καίγεσαι στην πυρά, τι άλλο είναι αν όχι μια επιλογή κόντρα στην κοινωνία, συνεπώς αντικοινωνική;

Η δική μου αξία, λοιπόν, αυτή που εγώ θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστώ, να δώσω μάχη για αυτήν ήταν αυτή ακριβώς η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας. Έχω ξοδέψει κι εγώ άπειρες στιγμές ονειροπολώντας έναν ελεύθερο κόσμο, όπου απόλυτα ελεύθεροι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους απόλυτα ελεύθερες σχέσεις, αλλά ξυπνώντας απ’ την ονειροπόληση αυτή και αντικρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, κατέληγα σε έναν κυνικό πολιτικό ρεαλισμό ότι τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει εφικτό αν δεν καταστραφεί εξ’ ολοκλήρου η κοινωνία, που είναι η μήτρα όλων αυτών των συνθηκών που αποτελούν τις συμπληγάδες πέτρες που συνθλίβουν τις υπάρξεις μας. Θεωρώντας ότι πλέον ζω σε ένα εχθρικό περιβάλλον που όλοι γύρω μου είναι διατεθειμένοι να στραφούν ενάντια σε άτομα σαν κι εμένα μόνο και μόνο γιατί διαφέρουμε, υιοθέτησα αυτόν τον κυνικό πολιτικό ρεαλισμό και ως θέαση των πραγμάτων, κι αυτόν ακριβώς το ρεαλισμό είναι που εγώ, προσωπικά, ορίζω ως μηδενισμό.
Έτσι, λοιπόν, ως αναρχικός υιοθέτησα λογικές και πρακτικές ατομικής και συλλογικής εξέγερσης, επιλέγοντας να έχω μια ρηξιακή σχέση με το υπάρχον, την πολιτική του διάρθρωση, καθώς και με την κοινωνία μέσα από την οποία αναπαράγεται καθώς πλέον  η νομιμοποίηση του στην κοινωνική συνείδηση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Την ένταξή μου και τη στράτευσή μου στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς την είδα και τη βίωσα ως την επιβίβαση μου σε ένα πειρατικό καράβι που δεν σκόπευε ποτέ να καταλήξει σε κάποιο σίγουρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά να διασχίσει τα ανεξερεύνητα και αχαρτογράφητα νερά της άγριας ελευθερίας και της αναρχικής επίθεσης, κουρσεύοντας τη σύγχρονη αποικιοκρατία των ζωών μας, κάτι που θεωρώ μια όμορφη και συγκινητική εμπειρία για την οποία δεν πρόκειται να μετανιώσω ποτέ.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τουλάχιστον έτσι όπως εγώ τη βίωσα μου προσέφερε τη δυνατότητα να συλλογικοποιήσω τις επιθυμίες για άρνηση, επίθεση και καταστροφή, όμως ταυτόχρονα ήταν και κάτι πολύ περισσότερο. Πιο σημαντικό από τις δεκάδες επιθέσεις σε στόχους της κυριαρχίας και του συστήματος (που θα αποφύγω να αναφέρω για πολλοστή φορά) ήταν το γεγονός ότι ένιωσα την ευκαιρία να ενωθώ μαζί με άλλες συντροφικότητες για να συγκρουστούμε μετωπικά με τη Δικτατορία της μαζικής κουλτούρας και της κυρίαρχης ιδεολογίας που είχε ριζώσει βαθιά μέσα στην κοινωνία σαν καρκίνος με πολλαπλές μεταστάσεις. Αποφεύγοντας τις παγίδες ενός φθηνού λαϊκισμού, που δεν θέλει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους χάριν κάποιας κοινωνικής απεύθυνσης, σε αυτιά, ήδη, εχθρικά και προκατειλημμένα απέναντί μας, πήραμε συλλογικά την απόφαση να κάνουμε μια κριτική σκιαγράφηση της κοινωνίας, των δυναμικών που εκτυλίσσονται εντός της και των κοινωνικών κομματιών που περιδινίζονται σε αυτές. Η κριτική αυτή θέση δεν είχε ποτέ σκοπό να προτάξει ένα γενικό και τυφλό ολοκαύτωμα, αλλά μια σκεπτικιστική και υποψιασμένη θέαση διάφορων κοινωνικών συμπεριφορών που στην τελική έχουν περιγράψει και επιφανείς κομμουνιστικές προσωπικότητες, διάσημοι υπαρξιστές φιλόσοφοι, αναρχικοί ατομικιστές και μηδενιστές άλλων εποχών, νεομαρξιστές διαφόρων σχολών, καταστασιακοί θεωρητικοί, καθώς και πλήθος πολιτικοποιημένων λογοτεχνών και ποιητών του ρεύματος της κοινωνικής ηθογραφίας. Μπορεί να μετανιώνω για διάφορα πράγματα στη ζωή μου, η επιλογή, όμως, να υπηρετήσω μια τέτοια στρατηγική δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ένα από αυτά.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου παρουσία στο περιβόητο σπίτι στο Χαλάνδρι, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι, πως 100% δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπόλοιπων ευρύτερων, φιλικών, συγγενικών σχέσεων που άλλοι άνθρωποι έτυχε να έχουν με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν εντελώς αυθαίρετα. Από αυτήν την άποψη δεν μπορώ παρά να αναλάβω κάθε ευθύνη σε ότι αφορά την ύπαρξη του εκρηκτικού μηχανισμού που βρέθηκε στο σπίτι καθώς μόνο άγνωστη δεν μου ήταν. Λυπάμαι πολύ που ένα τέτοιο επιχειρησιακό λάθος, στο οποίο προφανώς ήμουν αναμειγμένος προσωπικά, όπως το να βρίσκεται ένας εκρηκτικός μηχανισμός έστω και για πολύ λίγες ώρες σε ένα καθ’όλο νόμιμο σπίτι που μπαινοβγαίνουν δεκάδες άσχετοι άνθρωποι, έγινε αιτία να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία διώξεων κόσμου που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την ΣΠΦ. Το ηθικό κομμάτι όμως αυτής της κατασκευής δεκάδων κατηγορητηρίων θα βαραίνει για πάντα την ίδια την αντιτρομοκρατική καθώς και την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς της δικαιοσύνης που φρόντισαν να καλύψουν το μακιαβελισμό και τη λογική παράπλευρων διώξεων που είδαμε όλα αυτά τα χρόνια, από το 2008 έως και σήμερα.

Εσείς τώρα λοιπόν όντας κομμάτι αυτού του αποστήματος από ποια θέση θα κρίνετε τη δική μου στάση ζωής; Το γεγονός ότι επέλεξα να οπλίσω τις επιθυμίες μου και να διαλέξω την εξεγερτική βία απέναντι σε κάθε μορφή τυραννίας πως μπορεί να κριθεί αξιακά από προσωπικότητες σαν κι εσάς που είναι απλώς ενεργούμενα του κόσμου της εξουσίας; Δεν σας αρκεί όμως η χρήση της στυγνής δύναμης που σας παρέχει η θέση σας, δε σας φτάνει μόνο να ρυθμίσετε το χρόνο που θα παραμείνω όμηρος στα κελιά της δημοκρατίας, αλλ μα θέλετε να ξεπλύνετε ηθικά και πολιτικά την ταφόπλακα που βάζετε πάνω στην ελευθερία μου, θέλετε όλο αυτό να γίνει στο όνομα δήθεν κάποιων ανώτερων αξιών και ηθικών πλεονεκτημάτων. Τέτοια όμως δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Θα αρκούσε να παρακολουθήσει αυτή εδώ την διαδικασία ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που δεν ξεπούλησε τελείως ακόμα την αξιοπρέπεια του για να σας σιχαθεί κατευθείαν κι εσάς και τα υποτιθέμενα ανώτερα ιδανικά σας. Όλη αυτή η διαδικασία που φανερά ξεπλένει και συγκαλύπτει σοκαριστικές αντιφάσεις των επίλεκτων διωκτικών αρχών που μας έχουν αναλάβει, ώστε να του μπει στο μυαλό η ιδέα να κάψει συθέμελα ή και να τινάξει στον αέρα ένα δικαστήριο, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο του φαινόταν αδιανόητο πριν.

Η σύγκρουση η δική μας δεν αφορά μονάχα εμάς και αυτήν εδώ την αίθουσα, καθώς δεν είναι ξεκομμένη από την συνολική ανθρώπινη ιστορία. Σε αυτήν εδώ την σύγκρουση ενυπάρχει η αναπαράσταση της προαιώνιας σύγκρουσης μεταξύ Εξουσίας και Εξέγερσης, μεταξύ Πειθαρχίας και Ανυπακοής. Είναι αλήθεια πως επέλεξα τον δρόμο της βίας και προέβην σε βίαιες πράξεις. Έντυσα την ανυπακοή μου και την εξέγερση μου με φωτιά και μπαρούτι και τη έστρεψα σε κάθε τι που συμβολίζει και υπηρετεί την Κυριαρχία. Όταν ακούω το “η βία είναι ίδια απ’ όπου κι αν προέρχεται” φτύνω γιατί αηδιάζω. Γιατί σε αυτήν την φράση κρύβεται η αλαζονεία της εξουσίας που θέλει το μονοπώλιο της βίας για τον εαυτό της. Γιατί πως είναι δυνατόν η βία της εξέγερσης όσο  στυγνή και αμείλικτη κι αν είναι, να συγκριθεί με την βία της εξουσίας; Πως μπορούν να μπουν στον ίδιο παρανομαστή αυτά τα δύο, με ποιο θράσος τολμούν και εξισώνουν τη μια μορφή βίας με την άλλη; Πως μπορεί να είναι ποτέ ίδια η βία των εξεγερμένων σκλάβων της Ρώμης με τη βία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας; Πως μπορεί να είναι ίδια η βία του εξεγερμένου δούλου ενάντια στο μαστίγιο του δουλέμπορου; Πως μπορεί να συγκριθεί η βία του τυραννοκτόνου με τη βία του τυράννου; Πως μπορούν να συγκριθούν όλα τα δικαστήρια του κόσμου καμένα με μια μόνο ανθρώπινη ελευθερία που σαπίζει κάπου θαμμένη σε κάποιο τσιμεντένιο τάφο;

Δεν έχετε λοιπόν κανένα ηθικό πλεονέκτημα υπέρ σας, καμία ανώτερη αξία που πάνω να νίψετε τας χείρας σας για τους αποκεφαλισμούς ελευθεριών που υπογράφετε. Εγώ από την άλλη έχω από την δική μου μεριά την ηθική δικαίωση της εξέγερσης που ύψωσε το ανάστημα της απέναντι στην εξουσία. Κι αυτό μου αρκεί. Κι είναι αρκετά όμορφο από μόνο του που δεν μετανιώνω για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής. Και ναι είναι αλήθεια πως οι συνέπειες είναι βαριές. Η στέρηση της ελευθερίας, η αναπηρία των αισθήσεων, η απώλεια όλων εκείνων των αυτονόητων που εκτιμάς όταν πια εκλείπουν, είναι πράγματα που βαραίνουν, και βαραίνουν πολύ όσο περνάει ο καιρός στη φυλακή. Τόσο που σε κάθε βήμα νιώθεις πως σκοτώνεις μια μέρα από την ζωή σου…

Κι όμως η ομορφιά της επιλογής του να αντεπιτεθώ  στην εξουσία βαραίνει περισσότερο. Και για αυτό δεν μετανιώνω για αυτή την επιλογή γιατί ποτέ δεν ήμουν διατεθειμένος να την παζαρέψω. Ποτέ μα ποτέ δεν λογάριασα τις αξίες μου στο ζύγι του ρεαλισμού και του εφικτού. Η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας είναι απ’ τα πιο όμορφα πράγματα για να δώσει μάχη κανείς. Και κάθε φορά που ρωτούσα τον εαυτό μου αν θα έπαιρνα την ίδια επιλογή κόντρα σε όλα τα προγνωστικά η απάντηση κάθε φορά ήταν “Ναι”. Θα έκανα την ίδια επιλογή κι ας ήταν εξαρχής γροθιά στο μαχαίρι. Θα την έκανα ακόμα κι αν ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που θα πίστευε σε αυτή, ακόμα κι αν όλα φαίνονταν μάταια και άσκοπα, ακόμα κι αν ήξερα ότι όλα αυτά θα θαφτούν στο σκοτάδι και ότι κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ότι υπήρξε μια τόσο απελπισμένη μάχη, ακόμα και τότε πάλι την ίδια επιλογή θα έκανα. Γιατί πολύ απλά η αξία της εξέγερσης δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF