Σαντιάγο, Χιλή: Πυρπολημένο φορτηγό για τον Μαύρο Δεκέμβρη από τους Incendiaries Complicit in Sabotage FAI-FRI

(Λάβαμε 29/12/18)

Ο Μαύρος Δεκέμβρης σημαίνει δράση και μνήμη, και όπως κάθε πρωτοβουλία για άμεση επίθεση, ζωντανεύει και συνεχίζει όταν υπάρχει θέληση να περάσουμε από τα λόγια στην πράξη – να σπάσουμε την κανονικότητα της καπιταλιστικής κοινωνικής κανονικότητας και την άνεση της αστικής ζωής.

Πάντα σε ετοιμότητα για δράση, απελευθερώνουμε τον εαυτό μας από τον καταναλωτικό πυρετό και τα πρότυπα συμπεριφοράς που επιβάλλονται από την κοινωνική τάξη με τις παραδόσεις του τέλους του έτους. Και έτσι, με το σχεδιασμό, την πονηριά και με ορισμένες προφυλάξεις, η αναρχική επίθεση δεν σταματά ποτέ.

Γι’ αυτό το λόγο στις 28 Δεκεμβρίου πυρπολήσαμε ένα φορτηγό στην πόλη Σαντιάγο, σε ένα προάστιο της λεγόμενης «μεσαίας τάξης». Η δράση αναφέρθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τώρα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε: δεν ήταν βραχυκύκλωμα, ήταν σκόπιμη πυρκαγιά που έκαναν τα αναρχικά χέρια στη μέση της νύχτας στους δρόμους της αηδιαστικής πόλης τους.

Βάζοντας φωτιά σε ένα φορτηγό επιτίθεσαι στις μεγάλες μηχανές και δομές που συμβάλλουν στην καταστροφή της γης, βάζεις φωτιά στις ιδέες της προόδου και του πολιτισμού. Είναι η συμβολή μας στη συνεχή αναστάτωση ενάντια στο έργο IIRSA-COSIPLAN και στη κατασκευή χιλιάδων χιλιομέτρων δρόμου που καταστρέφουν τα οικοσυστήματα για να διευκολύνουν τη διέλευση φορτηγών γεμάτα εμπορεύματα και να επιταχύνουν την πρόοδο της πόλης που μολύνει τη ζωή μας.

Με το κάψιμο ενός φορτηγού, στέλνουμε επίσης σήματα καπνού σαμποτάζ σε αλληλεγγύη με την εξέγερση στο Mapuche και στον αγώνα τους για αυτονομία και έδαφος. Επειδή το αίμα του Camilo Catrillanca αναφλέγει την εξέγερση ενάντια στον κοινό μας εχθρό που είναι το κράτος και το κεφάλαιο.

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη αυτής της δράσης ως μέρος της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας, εργαλείο για μια διεθνή επικοινωνία μεταξύ των αντιεξουσιαστών μέσω της άμεσης επίθεσης, στέλνοντας χαιρετισμούς με τη φωτιά σε κάθε πυρήνα και κάθε ατομικότητα που επιδιώκει την καταστροφική δράση ενάντια στον πολιτισμό και την τεχνολογία, τις δομές του και τους ανθρώπους που ευθύνονται άμεσα για την καταπίεση.

Με τη δράση μας αγκαλιάζουμε τους συντρόφους Juan Aliste, Marcelo Villaroel, Joaquin García και Sol Vergara. Facundo Jones Huala, τον μαχητικό Celestino Cordova και όλους τους αδερφούς και αδερφές που αντιστέκονται στις φυλακές και τις κοινότητες, στους συντρόφους της Αργεντινής που παραμένουν αξιοπρεπείς εντός και εκτός της φυλακής μετά την πρόσφατη κατασταλτική επιχείρηση του Νοεμβρίου· τον Alfredo Cospito, τον Nicola Gai και όλους τους συντρόφους που βρίσκονται στη φυλακή και αντιμετωπίζουν δίκες στην Ιταλία, την συντρόφισσα Lisa στην Ισπανία. Τον Ντίνο Γιαγτζόγλου, τους συντρόφους της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, την Άγγελικη Σπυροπούλου, και όλους τους φυλακισμένους συντρόφους στην Ελλάδα και σε όλους όσους βρίσκονται στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Βραζιλία, την Ινδονησία, τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Ρωσία και ολόκληρο τον κόσμο που συνεχίζουν να παλεύουν εναντίον όλων των μορφών κυριαρχίας.

ΑΠΟ ΤΗ ΧΙΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΜΕ ΤΟΝ SEBASTIÁN OVERSLUIJ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ ΣΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΜΑΣ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ  ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Incendiaries Complicit in Sabotage – Informal Anarchist Federation / International Revolutionary Front (FAI-FRI)

Μετάφραση Traces of Fire

 

 

Santiago, Chile: Truck Torched for Black December by Incendiaries Complicit in Sabotage FAI-FRI

Black December means action and memory, and, like any initiative of direct attack, it comes to life and continues when there is a will to go from words to deed – to break with the normality of the capitalist social routine and the comfort of civic life.

Always prepared for action, we liberate ourselves from the consumerist fever and the behavioral patterns imposed by the social order with its end of year traditions. And so, with planning, cunning and certain precautions, the anarchist attack never stops.

That’s why at dawn on December 28th we set fire to a truck in the city of Santiago, in a suburb of the so-called ‘middle class’. The action was reported by the media and now we can confirm: it wasn’t a short circuit, it was an intentional fire wrought by anarchic hands during the middle of the night in the streets of their disgusting city.

Setting fire to a truck is attacking the mega-machines and structures that contribute to the devastation of the Earth, it is setting fire to the ideas of progress and civilization, it is our contribution to the ongoing agitation against the IIRSA-COSIPLAN project and the construction of thousands of kilometers of roads that destroy eco-systems to facilitate the transit of trucks full of merchandise and accelerate the advance of the city that contaminates our life.

By burning a truck we also sent smoke signals of sabotage in solidarity with the Mapuche rebellion and their struggle for autonomy and territory. Because the blood of Camilo Catrillanca ignites the insurrection against our common enemy which is the State and capital.

We claim this action as part of the Informal Anarchist Federation, a tool for international communication between anti-authoritarians via direct attack, greeting with fire each cell and individual that seeks destructive action against civilization and technology, its structures and the people directly responsible for oppression.

With our action we embrace the comrades Juan Aliste, Marcelo Villaroel, Joaquin García and Sol Vergara; Facundo Jones Huala, the machi Celestino Cordova and all the peñis and lamgen who resist in the prisons and communities, to the comrades in Argentina who remain dignified inside and outside the prison following the recent repressive operation in November; Alfredo Cospito, Nicola Gai and all the comrades in prison and facing trials in Italy, to comrade Lisa in Spain; to Dinos Yagtzoglou, the comrades of the Conspiracy of Cells of Fire, Angeliki Spyropoulous, and all the imprisoned comrades in Greece and to all those in the USA, France, Brazil, Indonesia, Germany, Spain, Russia and the entire world who continue to fight against all forms of domination.

FROM CHILE TO GREECE, WITH SEBASTIÁN OVERSLUIJ AND ALEXIS GRIGOROPOULOUS IN OUR MEMORIES
FOR THE MULTIPLICATION OF ATTACKS AGAINST POWER
FOR TOTAL LIBERATION

Incendiaries Complicit in Sabotage – Informal Anarchist Federation / International Revolutionary Front (FAI-FRI)

(Translated into English for Mpalothia by Anarchists Worldwide)

(Chile) Incendio de camión por un Diciembre Negro.

(Recibido el 28/12/2018)

Incendiar un camión es atacar las mega-máquinas y estructuras que
contribuyen a la devastación de la Tierra, es prender fuego a la idea de
progreso y civilización, es nuestra contribución a la agitación contra
el proyecto IIRSA-COSIPLAN y la construcción de miles de kilómetros de
carreteras que destruyen eco-sistemas para facilitar el tránsito de
camiones llenos de mercancías y acelerar el avance de la urbe que
contamina nuestra vida.

Incendiando un camión enviamos también señales de humo a través del
sabotaje en solidaridad con la rebelión mapuche y su lucha por autonomía
y territorio. Porque la sangre de Camilo Catriallanca inflama la
insurrección contra el enemigo común que es el Estado y el capital.

Reivindicamos esta acción como parte de la Federación Anarquista
Informal, herramienta para la comunicación internacional entre
antiautoritarixs a través del ataque directo, saludando con fuego a cada
célula e individux que pasa a la acción destructora contra la
civilización, la tecnología, las estructuras y personas responsables de
la opresión.

Abrazamos con nuestra acción a lxs compañerxs Juan Aliste, Marcelo
Villarroel, Joaquin García y Sol Vergara; a Facundo Jones Huala, el
machi Celestino Cordova y todos los peñis y lamgen que resisten en las
prisiones y comunidades; a lxs compañerxs de Argentina que permanecen
dignxs dentro y fuera de las cárceles luego de la reciente operación
represiva de noviembre; a Alfredo Cospito, Nicola Gai y todxs los compas
en prisión y juicios en Italia; a la compañera Lisa en España; a Dinos
Yagtzoglou, lxs compañerxs de Conspiración de Células del Fuego,
Angeliki Spyropoulou, a lxs demás compañerxs prisionerxs en Grecia y a
todxs aquellxs que en USA, Francia, Brasil, Indonesia, Alemania, España,
Rusia y todo el mundo continuan luchando contra toda forma de
dominación.

DESDE CHILE HASTA GRECIA, CON SEBASTIÁN OVERSLUIJ Y ALEXIS
GRIGOROPOULOUS EN LA MEMORIA
POR LA MULTIPLICACIÓN DE LOS ATAQUES CONTRA EL PODER
POR LA LIBERACIÒN TOTAL

Complicidades Incendiariarias por el Sabotaje – Federación Anarquista
Informal / Frente Revolucionario Internacional (FAI/FRI).

Link desde la prensa:
https://www.biobiochile.cl/noticias/nacional/region-metropolitana/2018/12/28/pdi-indagara-posible-quema-de-camion-en-la-cisterna.shtml

ATENAS, GRECIA: REIVINDICACIÓN POR ATAQUES EN ILISIA Y KOLONAKI

En el momento en que te das cuenta de que la “escoria”, los suicidas y los asesinados de este mundo son las figuras más vivas, más vívidas de él, ese es el punto en que te das cuenta de su construcción estructural de valores y su violencia. Hemos sido destruidos muchas veces por la frialdad en los ojos de las personas que nos rodean, hemos sido destruidos lenta y brutalmente mientras experimentábamos la muerte cotidiana. Desde el tiempo muerto del trabajo asalariado, la aspiración de cada actividad, desde la automatización de la producción, el congelamiento de las miradas sin pasión hacia el dolor, desde la miserable supervivencia, los gritos de lo desconocido en el espejo, hasta nuestra transformación en datos cuantitativos para la biotecnología moderna, a la depresión psicológica y la tristeza que cierra totalmente las ventanas del placer, del juego, de la interacción social genuina. Se crea todo un complejo autoritario, que reproduce la muerte, reproduce la autoridad de la economía, del estado, del patriarcado, de la nación, reproduciendo los valores de sumisión, de encierro, de superioridad social, de normas y estigmas que producen.

Durante la madrugada del martes 6 de noviembre, atacamos de golpe al Tahidromiko Tamieftirio de Eurobank, en la calle Afxentiou en Ilisia, destruyendo cámaras, rompiendo todas las ventanas y el cajero automático.

Además, durante la madrugada del domingo 11 de noviembre, atacamos de manera exitosa una joyería en Kolonaki, en la esquina de las calles Skoufa y Massalias, rompiendo las ventanas y la entrada de la tienda.

Todas esas gemas y joyas de oro que no estaban destinadas a ninguno de nosotrxs se expusieron a la noche del centro metropolitano. Nos recordaron la exposición que sentimos cuando caminamos solos en las calles, nos recordaron la exposición que cada uno de nosotros siente hacia las cosas sociales y no. Eso es para todxs ustedes: padres, jefes, proxenetas, griegxs y a su gente. Recolectamos nuestros dolores, nuestras limitaciones, nuestros enojos, nuestras quejas, nuestros deseos sexuales, y aquí estamos; nos regocijamos. Ojalá el momento siempre fuera tan poco importante, pero al mismo tiempo tan importante como lo fue durante el momento en que las ventanas del banco se rompieron de manera armónica y caótica. Nosotrxs sincronizamos el uno para el otro para recuperar algunos segundos de vida. Retomemos nuestra diversión, aunque sea un poco, por esas manos que nos fueron dadas vigorosamente, por esas miradas que aún nos cazan, por esos escritorios de la universidad y las horas de trabajo que nos succionan, por estas faldas que nos gustaría, nos gusta vestir, pero nunca nos atrevimos a hacerlo, por nuestros pensamientos pervertidos, por nuestros deseos en espera, por nuestros valores no expresados.

Vivimos repetidamente el día de la marmota, en el desagradable olor de la cuneta metropolitana que nos absorbe y nos arroja como máquinas, con roles, con ejecuciones de los que nos infligieron desde el día en que nacimos. Y, de acuerdo con las normas éticas, elegimos la sumisión total a los ladridos agresivos de los dominantes de este mundo. Con algunas excepciones, las elecciones de quienes se enfrentaron contra la dominación, la violencia y la muerte. Como punto de refuerzo de la lucha antiautoritaria, nos gustaría mencionar algunas fallas de la guerra social, dedicándoles las líneas superiores y la acción presente.No para honrarlos como tótems sagrados, como recuerdos intocables, solo como simeología histórica, sino como ágiles guerrerxs vivxs, como detonadores de la duda social y personal, como puntos de aumento y expansión de la conciencia insurreccional, como punto de partida de la creación y vinculación de las relaciones, y también como producción de formas y contenidos radicales.

– Alexis Grigoropoulos, cayó muerto por una bala de un policía en Exarchia, el 6 de diciembre de 2008.
– Sebastian Oversluij, muerto por las balas de un guardia de seguridad durante un robo a un banco en Chile, el 11 de diciembre de 2013.
– Zack Kostopoulos / Zackie Oh, asesinado por una multitud de jefes, jefes de hogar griegos y policías, el 21 de septiembre de 2018.
– Mikhail Zhlobitskiy, quien terminó su vida en un atentado con bomba en las Agencias Secretas de Rusia (FSB), el 31 de octubre de 2018.

Ps: Compañero Dimitris, que tenga un buen viaje. Vivirás para siempre en nuestras luchas.

TRADUCCIÓN: INSTINTO SALVAJE

Vegan Means Attack: Fomenting A Wildfire Against Speciesism and Moral Anthropocentrism

From back cover:

“There is a war to be waged against society, alongside the non-human animals who refuse domesticated subservience, and who are evicted from their homes due to mass deforestation, human development and technology. Veganism burdened by the millstone of liberalism, fails to critically acknowledge capitalist, industrial civilization itself as the massified, embodiment of anthropocentric domination. Anarchism that fails to challenge speciesism on an individual level reproduces the internalized authoritarian values of human domination. Since speciesism is pervasive in society, it is insulated and well preserved by a comforting normalization – a normalization that aids cultural indoctrination and apathy. Confrontation is necessary in unsettling the socially established comforts and moral order of non-human animal domination.”

Vegan Means Attack pdf

(Source: warzonedistro.noblogs.org)

Vegan σημαίνει επίθεση: Υποκινώντας την φλόγα ενάντια στο σπισισμό και τον ηθικό ανθρωποκεντρισμό

Ο βιγκανισμός μου είμαι μια μηδενιστική αντιπαράθεση ενάντια στην υπάρχουσα ηθική δομή του ανθρωποκεντρισμού και σπισισμού. Σε αυτό το έδαφος που ονομάζεται «Αμερική» η ηθική δικαιολογία για την κατανάλωση σάρκας και παράγωγων από μη ανθρώπινα ζώα συμπορεύεται με την εκβιομηχάνιση της υποδούλωσης τους και την υποβάθμιση τους σε αγαθά. Αυτή είναι μια αντανάκλαση της καπιταλιστικής κοινωνίας οδηγώντας το χάος σε τάξη, τα σώματα των ζώων από άγρια σε εξημερωμένα και το μάρκετινκ των σωμάτων που είναι κοινωνικά αποδεκτό να αναγνωρίζονται ως προϊόντα για κατανάλωση. Ο βιγκανισμός μου δεν είναι μόνο μια ατομική άρνηση για να την εσωτερικεύσω, να επιβεβαιωθώ και να ενισχύσω αυτές τις αυταρχικές κοινωνικές αξίες, αλλά για να επιτεθώ αλλεπάλληλα σε αυτές.

Η αναρχία μου απορρίπτει τον σπισιστικό πολιτισμό, όχι με την προοπτική «ας ξαναγίνουμε τροφοσυλλέκτες», αλλά με τη λογική της συνεχούς αντιπαλότητας προς την αυθαίρετη ιεραρχία, εξουσία και διακυβέρνηση που διαμορφώνονται  πριν και μετά τον πολιτισμό. Αυτές προσπαθούν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις παραδόσεις ή την κουλτούρα του ανθρωποκεντρισμού, της ιεραρχίας και της κοσμοθεωρίας. Εστιάζω στην δημιουργία μιας χαρούμενης ζωής, εδώ και τώρα, μέσω της καταστροφικής αντιπαράθεσης με κάθε κυβερνητικό στοιχείο που διατηρεί ζωντανή την ιεραρχική εξουσία. Είμαι εχθρός ενάντια σε όσους θεωρούν τα μη ανθρώπινα  ζώα και το φυσικό περιβάλλον ως απλές πρώτες ύλες για ανθρωποκεντρική εκμετάλλευση και κατανάλωση.

Πραγματικά, με εκπλήσσει το γεγονός να βλέπω αυτοαποκαλούμενους αναρχικούς με εντελώς ανθρωποκεντρικό ρόλο καταναλώνοντας μη ανθρώπινα ζώα, έναν ρόλο που τους έχει δώσει ο καπιταλισμός, οι παραδόσεις, η κουλτούρα κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ανατροφής. Ικανοποιώντας το ρόλο του «Ανθρώπου» και αγκαλιάζοντας μια ηθική που τυποποιεί τους ρόλους του ελέγχου και της υποταγής της άγριας φύσης. Πόσο καιρό παίρνει στους σύγχρονους «αναρχικούς» να αντιληφθούν την πληθώρα των κλουβιών, τις υπαίθριες περιφραγμένες φυλακές, τους ζωολογικούς κήπους, την βιαιότητα των σφαγείων που αποκρύπτεται, τον σπισισμό της κατανάλωσης κάποιων μη ανθρώπινων ζώων χτίζοντας παράλληλα σχέσεις με κάποια άλλα? Ή οι συνδεδεμένοι τρόποι που βλέπει η κοινωνία τα μη ανθρώπινα ζώα σαν να είναι ο χαμηλότερος κοινός παρονομαστής για να συγκριθούν αυτά με την καταπιεσμένη κατηγορία? Πως στο διάολο μια αντιεξουσιαστική πρακτική σταματάει στην εμπορευματοποίηση των σωμάτων -ανθρώπινων και μη (αλλά σε αυτή την περίπτωση των μη ανθρώπινων)- που είναι εμπορευματοποιημένα και δικαιολογείται η υποδούλωση, η δολοφονία και η κατανάλωση τους.

Όσον αφορά τη στήριξη των κρατουμένων και την κατάργηση των φυλακών,που είναι η αναγνώριση με -και αλληλέγγυοι με- τα εκατομμύρια (μη ανθρώπινα ζώα) που παραμένουν φυλακισμένα στα σφαγεία με θανατικές ποινές, με τη δικαιολογία της ζήτησης για ακρωτηριασμένα και καλοσυσκευασμένα πτώματα? Η αναγνώριση του υπαρξιακού αγώνα ενάντια ενάντια στη φυλακή και την κυριαρχία περιορίζεται στην ανθρώπινη υπεροχή. Όταν η αναρχία αποτυγχάνει στο να συμπεριλάβει την απελευθέρωση της άγριας ζωής πέρα από την περιορισμένη ανθρώπινη υπεροχή, είναι απλά ένας ανθρωποκεντρικός ρεφορμισμός ο οποίος δεν μπορεί να καταστρέψει τη λογική του ελέγχου και της κυριαρχίας.

Η κοινωνία είναι νεκρή από τότε που δημιουργήθηκε. Ο θάνατος και αδιαφορία για τα μη ανθρώπινα ζώα χτίζονται με τον σχεδιασμό των αυτοκινητοδρόμων, των σιδηροδρόμων, της γεωργίας και κάθε άλλης μορφής
δομικού ανθρωποκεντρισμού.Υποστηρίζω την κατάρρευση του δομικού ανθρωποκεντρισμού και την χειραφέτηση της φύσης Η οικειοποίηση είναι μια διαδικασία για μια εσωτερικευμένη αυτοματοποίηση, με μια αίσθηση υπεροχής προς την άγρια φύση που εκδηλώνεται θεσμικά με την συμπεριφορά που έχει ο άνθρωπος πάνω στα ζώα. Απορρίπτω αυτή τη λογική μαζί με την παραδοχή ότι τα μη ανθρώπινα ζώα είναι απλά προϊόντα τροφής για κυνήγι και κατανάλωση- μια λογική που αγνοεί τα δικά τους ατομικά συμφέροντα και την σωματική τους αυτονομία. Απορρίπτω τον ανθρωπισμό, τον αυταρχικό του ρόλο και παραδόσεις και την καθορισμένη του ταυτότητα που περιορίζει τις δυνατότητες μου για να εξερευνήσω το δικό μου ζωώδες ένστικτο πέρα από την πολιτισμένη εξημέρωση.

Υπάρχει πόλεμος εναντίον της κοινωνίας, μαζί με τα μη ανθρώπινα ζώα τα οποία αρνούνται την εξημέρωση, την υποταγή, την εκδίωξη από τα σπίτια τους
λόγω της μαζικής αποψίλωσης, της ανθρώπινης ανάπτυξης και της τεχνολογίας. Ο βιγκανισμός με εμπόδιο τον φιλελευθερισμό αποτυγχάνει να αναγνωρίσει τον καπιταλιστικό και βιομηχανικό πολιτισμό ως μια μαζική προσωποποίηση της ανθρωποκεντρικής κυριαρχίας. Η αναρχία που αδυνατεί να αμφισβητήσει τον σπισισμό σε ατομικό επίπεδο αναπαράγει τις εσωτερικευμένες αυταρχικές αξίες της ανθρώπινης κυριαρχίας. Από τότε που ο σπισισμός είναι διαδεδομένος στην κοινωνία, προστατεύεται και συντηρείται από την καθησυχαστική κανονικοποίηση- μια κανονικοποίηση που βοηθά την πλύση εγκεφάλου και την απάθεια. Η σύγκρουση είναι απαραίτητη για την εκτροπή της κοινωνικής και καθιερωμένης άνεσης και της ηθικής τάξης της κυριαρχίας στα μη ανθρώπινα ζώα. Ο δικός μου αναρχοβιγκανισμός ενσαρκώνει την αλληλεγγύη όχι μόνο με τον τρόπο που τρέφομαι, αλλά και με την οπλισμένη επίθεση. Μια επίθεση που καθορίζεται από τις ουσιαστικές ενέργειες μιας εμπρηστικής επιθυμίας καταστρέφοντας την κοινωνική παρουσία της ανθρώπινης υπεροχής.

-Flower Bomb

(Πηγή: warzonedistro.noblogs.org)

Μετάφραση Traces of Fire

 

Responsibility claim for hit-n-run attacks in Ilisia and Kolonaki

At the point that you realize that the «scum», the suicidals and the killed ones of this world are the most alive, the most lively viberating figures of it, that’s also the point that you realize its construct of values and its structural violence. We ‘ve been destructed many times by the coldness in the eyes of the people around, we ‘ve been destroyed slowly and brutally while experiencing the everyday death. From the dead time of wage labour, the sucking of every livelyhood from the automization of production, the freezing passionless gazes towards pain, from the miserable survival, the screaming encountering of the unknown in the mirror, to our transformation into information quantums for modern biotechnology, to the psychological depression and the sadness that totally locks the windows of pleasure, of playing, of genuine social interraction. A whole authoritarian complex is created, reproducing death, reproducing the authority of economy, of the state, the patriarchy, the nation, reproducing the values of submission, of self-enclosure, of social elevation, of producing normativities and stigmas.

During the early hours of Tuesday 6th of November, we attacked by hit-n-run the Tahidromiko Tamieftirio of Eurobank, in Afxentiou street in Ilisia, destroying the cameras, breaking all of the windows and the ATM.

Also, during the early hours of Sunday 11th of November, we attacked by hit-n-run a jewelery shop in Kolonaki, at the corner of Skoufa and Massalias street, breaking the windows and the entrance of the store.

All these gems and golden jewelery that were not meant for any of us, got exposed to the night of the metropolitan center. They reminded us of the exposure we feel when we walk alone in the streets, they reminded us of the exposure that each one of us feels towards the social dos and don’ts. That is for all of you – fathers, bosses, pimps, greeks, and those of your people. We collected our pains, our suppressions, our angers, our whinings, our sex drive, and here we are ; we brushed out. If only the time was always so unimportant but at the same time extremely important as it was during the moment in which the windows of the bank were harmoniously and chaotically broken down. We synchronized the one for the other to steal back some seconds of life. Let’s take back our fun – even for a little bit – for those hands that were vigorously laid on us, for those stares that still hunt us, for those university desks and the labour-hours that suck us out, for these skirts that we would like to wear but we never dared to, for our perverted thoughts, for our awaiting desires, for our unexpressed values.

We repeatedly live in the day of the marmot, into the disgusting smell of the metropolitan gutter that sucks us in and throws us out as machines, as roles, as executions of those that were inflicted on us from the day we were born. And, according to ethical norms, we chose the total submission to the aggresive barkings of the dominants of this world. With some exceptions, the choices of whom were faced with supression, violence and death. As a point of renforcement of the anti-authoritarian struggle, we would like to mention some fallens of the social war, dedicating to them the upper lines and the present action. Not to honour them as holy totems, as untouchable memories, only as historical simeology, but as lively war hawlings, as detonators of social and personal doubt, as points of rising and expansion of insurrectional conciousness, as starting point of the creation and bonding of relations, and also as production of radical shapes and contents.

– Alexis Grigoropoulos, fell dead by a cop’s bullet in Exarchia, on the 6th of December 2008.

– Sebastian Oversluij, fell dead by security guard’s bullets during a robbery of a bank in Chile, on the 11th of December 2013.

– Zack Kostopoulos / Zackie Oh, lynched to death by a crowd of bosses, greek householders and cops, on the 21st of September 2018.

– Mikhail Zhlobitskiy, who ended his life in a bombing attack in the Secret Agencies of Russia (FSB), on the 31st of October 2018.

Ps: Comrade Dimitris, have a nice journey. You will live forever in our struggles.

(Source: athens.indymedia.org)

Ανάληψη ευθύνης για καταδρομικές επιθέσεις στα Ιλίσια και το Κολωνάκι

Στο σημείο όπου κατανοείς πως τα «απόβλητα», οι αυτόχειρες και οι εκτελεσθείσες αυτού του κόσμου αποτελούν τις πλέον ζωντανές και ζωηρά παλλόμενες μορφές του, στο σημείο αυτό κατανοείς και την αξιακή του συγκρότηση και τη δομική του βία. Μας συνέθλιψε πολλάκις το ψύχος στα μάτια των διπλανών, καταστραφήκαμε αργά και βασανιστικά βιώνοντας τον καθημερινό θάνατο. Απ’ το νεκρό χρόνο της μισθωτής σκλαβιάς, την απορρόφηση κάθε ζωτικότητας απ’ τον αυτοματισμό της παραγωγής, τα ανατριχιαστικά απαθή βλέμματα μπρος στον πόνο, απ’ τη μίζερη επιβίωση, το σπαραχτικό αντίκρισμα του αγνώστου στον καθρέπτη, ως τη μετατροπή μας σε κβάντα πληροφοριών για τη σύγχρονη βιοτεχνολογία, ως τον ψυχολογικό μαρασμό και τη θλίψη που κλειδαμπαρώνει τα παράθυρα της ηδονής, του παιχνιδιού, της ποιοτικής κοινωνικής συσχέτισης. Ένα ολάκερο εξουσιαστικό σύμπλεγμα διαρθρώνεται, αναπαράγοντας τον θάνατο, αναπαράγοντας την εξουσία της οικονομίας, του κρατισμού, της πατριαρχίας, του έθνους, αναπαράγοντας τις αξίες της υποταγής, της ιδιώτευσης, της κοινωνικής ανέλιξης, της παραγωγής κανονικοτήτων και στιγματισμών.

Ξημερώματα Τρίτης 6 Νοέμβρη, επιτεθήκαμε καταδρομικά στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Eurobank, στην οδό Αυξεντίου στα Ιλίσια, αχρηστεύοντας τις κάμερες, σπάζοντας όλες τις τζαμαρίες και το ΑΤΜ.

Επίσης, ξημερώματα Κυριακής 11 Νοέμβρη, κάναμε καταδρομική επίθεση σε κοσμηματοπωλείο στο Κολωνάκι, στη γωνία Σκουφά και Μασσαλίας, σπάζοντας τις βιτρίνες και την είσοδο του καταστήματος.

Όλα εκείνα τα ρουμπίνια και τα χρυσαφικά που κανένα από εμάς δεν άρμοζε να φορά, βρέθηκαν εκτεθειμένα στη νύχτα του μητροπολιτικού κέντρου. Μας θύμισαν την έκθεση που νιώθουμε όταν περπατάμε μοναχές στον δρόμο, μας θύμισαν την έκθεση που καθένα από εμάς νιώθει απέναντι στα κοινωνικά πρέποντα και μη. Αυτό είναι για όλους εσάς – πατεράδες, αφεντικά, νταβατζήδες, ελληναράδες, και αυτούς του συναφιού σας. Συλλέξαμε τους πόνους, τις καταπιέσεις, τους θυμούς μας, τις γκρίνιες μας, τις καύλες μας, και να που ξεσπάσαμε. Και να που μέρα με τη μέρα ανακαλύπτουμε νέους τρόπους να δρούμε – προέκυψε ως αναγκαιότητα. Μακάρι ο χρόνος να ήταν πάντα τόσο ασήμαντος και συνάμα απίστευτα σημαντικός όσο ήταν τη στιγμή που αρμονικά και χαοτικά σπάγανε οι τζαμαρίες της τράπεζας. Συγχρονιστήκαμε όλα μαζί, το ένα για το άλλο, για να ξεκλέψουμε δευτερόλεπτα ζωής. Να πάρουμε πίσω το κέφι μας, έστω και για λίγο, για εκείνα τα χέρια που απλώθηκαν αβυσσαλέα πάνω μας, για εκείνα τα βλέμματα που μας στοιχειώνουν ακόμα, για τα πανεπιστημιακά έδρανα και τις εργατοώρες που μας ξεζουμίζουν, για τις φούστες που θέλαμε να φορέσουμε αλλά δεν τολμήσαμε, για τις σκέψεις μας τις ανώμαλες, για τα θέλω μας τα ανεκπλήρωτα, για τα αξιακά μας τα ανεκδήλωτα.

Ζούμε κατ’ επανάληψη τη μέρα της μαρμότας μες στη δυσώδη αποφορά του μητροπολιτικού έλους που μας καταβροχθίζει και μας ξερνά ως μηχανές, ως απρόσωπους ρόλους, ως επιτελέσεις των όσων εκ γεννησιμιού μας ανατέθηκαν. Και, κατά το έθος, επιλέξαμε τη σύνολη υποταγή στους υλακτισμούς των κυρίαρχων του κόσμου. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι επιλογές των οποίων αντιμετωπίστηκαν με φίμωση, βία και θάνατο. Ως σημείο αναζωπύρωσης της επαναστατικής φλόγας, ως συνέχιση του αντιεξουσιαστικού αγώνα, θα θέλαμε να αναφερθούμε σε περιπτώσεις πεσόντων του κοινωνικού πολέμου, αφιερώνοντάς τους τις παραπάνω γραμμές και την παρούσα δράση. Όχι τιμώντας τους ως ιερά τοτέμ, ως απρόσιτη μνήμη, ως απλή ιστορική σημειολογία, αλλά ως ζωντανά πολεμικά αλυχτίσματα, ως πυροκροτητές κοινωνικής και προσωπικής αμφισβήτησης, ως σημεία ανάδυσης και επέκτασης των εξεγερτικών συνειδήσεων, ως αφετηρία συγκρότησης και σύσφιξης σχέσεων, αλλά και παραγωγής ριζοσπαστικών μορφών και περιεχομένων.

– Αλέξης Γρηγορόπουλος, νεκρός από σφαίρα μπάτσου στα Εξάρχεια, στις 6 Δεκέμβρη του 2008.

– Sebastian Oversluij, νεκρός από σφαίρες σεκιουριτά σε απαλλοτρίωση τράπεζας στη Χιλή, στις 11 Δεκέμβρη 2013.

– Ζακ Κωστόπουλος / Zackie Oh, που λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου από πλήθος αφεντικών, ελληναράδων νοικοκυραίων και μπάτσων, στις 21 Σεπτέμβρη 2018.

– Mikhail Zhlobitskiy, που έδωσε τέλος στη ζωή του σε βομβιστική επίθεση στις Μυστικές Υπηρεσίες της Ρωσίας (FSB), στις 31 Οκτώβρη 2018.

Υγ: Σύντροφε Δημήτρη, καλό ταξίδι. Θα ζεις πάντα στους αγώνες μας.

(Πηγή: athens.indymedia.org)

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ

Ο χρόνος είναι σχετικός. Δεν υπόκειται αφ’ εαυτού του σε κατηγοριοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις. Η κατανομή των χρονικών διανυσμάτων σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες είναι προϊόν της ανθρώπινης ανάγκης να σχηματοποιεί, να δημιουργεί πλαίσια που γίνονται αντιληπτά ως “ιστορικές” περίοδοι, ή ως χρονικά ορόσημα τα οποία έχουν ένα διαφοροποιημένο αντίκτυπο στο συνειδησιακό εύρος κάθε ατομικότητας. Άλλες φορές ερμηνευτικό, άλλες πολιτικό κι άλλες καθαρά συναισθηματικό, χωρίς καν αυτό να μπορεί να φιλτραριστεί με ορθολογικούς όρους.
Τη στιγμή λοιπόν που γράφονται αυτές οι γραμμές αρχίζει και πλησιάζει εκείνη η χρονική στιγμή που συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τις μεγάλες εκείνες μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη του 2008, μέρες και νύχτες που φωτίστηκαν από τις πύρινες φλόγες του μίσους και της εκδίκησης για τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Για κάποιους ίσως είναι ένα ένας ακόμα χρόνος από εκείνα τα γεγονότα, για κάποιες ίσως είναι μια επέτειος που χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζει, σβήνεται και χάνεται. Για κάποιους άλλους, για το κομμάτι μιας γενιάς που πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές αποτελεί το σφράγισμα μιας δεκαετίας από το σημείο μηδέν, από την μέρα εκείνη όπου τα πράγματα πήραν μία τροπή που έδειχναν ότι μπροστά στον ορίζοντα ανοίγει ένας δρόμος πιθανόν χωρίς επιστροφή. Μιλώντας για εμένα είναι μία δεκαετία από την οποία τον ένα μόνο χρόνο πρόλαβα να ζήσω ελεύθερος, τον δεύτερο σε καθεστώς παρανομίας και τα υπόλοιπα οκτώ σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Επομένως η συνειδητοποίηση ότι ο χρονικός ορίζοντας μιας ολόκληρης δεκαετία εξαντλείται, δε μπορεί παρά να επιφέρει μία δυνατή αλληλουχία συναισθηματικών εξάρσεων και κυρίως μία τεράστια φόρτιση σε κάποιους ανθρώπους που αρνηθήκαμε πεισματικά να δεχτούμε ότι ο Δεκέμβρης ήταν μόνο ένας μήνας. Γιατί για κάποιους ανθρώπους η εξέγερση εκείνη κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν αποφάσισα ωστόσο να τοποθετηθώ δημόσια τόσο για όλα αυτά, όσο για να διεκδικήσω εκείνο το μικρό μερίδιο που μου αναλογεί στην πολιτική και ιστορική αποκατάσταση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του νεαρού, του μαθητή, του 15χρονου, φίλου για κάποιους, νεαρό μέλος μιας ευρύτερης μεγάλης παρέας για άλλους, αλλά και συντρόφου για πολλούς.
Είθισται ως κινηματική παράδοση και της αναρχίας και της αριστεράς, όταν ένα πρόσωπο από την κοινότητα του αγώνα χάνεται να αναλαμβάνει την τιμητική του προσφώνηση το πιο οικείο, φιλικό και πολιτικό περιβάλλον του, να μιλήσει για το πρόσωπό αυτό, τις απόψεις, τα πιστεύω, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τα προτερήματα ή και τα όποια ελαττώματά συμπληρώνουν τις ανθρώπινες αντιφάσεις που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Μέσα από αυτήν την τιμητική προσφώνησή αναλαμβάνουν να εκθέσουν στον υπόλοιπο κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπικότητα του προσώπου που χάθηκε από κοντά μας, να εκφράσουν την λύπη, την οδύνη, την οργή ίσως, για την απώλεια του από δίπλα μας αλλά και ταυτόχρονα από τα χαρακώματα του αγώνα.
Η περίπτωση όμως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι ίσως από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις, που όσο κι αν έχουν μιλήσει οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά και οι λιγότερο κοντινοί, όσο κι αν έχει εκφραστεί το στενό αλλά και ευρύτερο φιλικό και συντροφικό του περιβάλλον σχετικά με το ποιος ήταν, ποια ήταν η προσωπικότητά του, ποιες οι θέσεις του και οι απόψεις του, έχουν ωστόσο αγνοηθεί συστηματικά με πείσμα και με ακατάληπτη εμμονή. Όχι μόνο έχουν αγνοηθεί με ξεκάθαρα απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, αλλά οι φωνές τους έχουν σκεπαστεί κιόλας με μία συστηματική καταγραφή της ιστορίας έτσι όπως βολεύει την κάθε πλευρά που μιλάει πάνω στο θέμα, καταγραφές που εξυπηρετούν την κατασκευή μεγάλων εύπεπτων αφηγήσεων βασισμένες σε μια εργαλειακά λαϊκίστικη πολιτική εξωστρέφειας. Από την πρωτη στιγμή έχουν αρνηθεί να γίνουν δεκτές οι μαρτυρίες ανθρώπουν του περίγυρου του σχετικά με το ποιός ήταν ο Αλέξανδρος. Ακόμα και η προσωπική μαρτυρία του στενού του φίλου και συντρόφου, καθότι αναρχικός και ο ίδιος ως μαθητής από τα 15 του, Νίκου Ρωμανού μέσα από την επιστολή του “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή” έχει αγνοηθεί από πολλές πλευρές εντός του κινήματος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έτσι έχει καταντήσει ως κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων στο κοινωνικό να έχει μείνει η ιστορία που μιλάει για ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό μαθητή που βγήκε στα Εξάρχεια ένα Σάββατο για τη γιορτή του συμμαθητή του και πού κατέληξε να πέσει θύμα ενός αστυνομικού που πυροβόλησε δολοφονικά εναντίον μιας παρέας παιδιών που “αυθαδίασε” στο πρόσωπο της εξουσίας. Η πραγματικότητα για την επίσημη αποτύπωση της οποίας παλεύουμε πολλά άτομα όλα αυτή τη δεκαετία, είναι πολύ μακριά από αυτή τη νερόβραστη σούπα που σερβίρεται ως καταγραφή των γεγονότων.

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός σύντροφος που ξεκίνησε να ασχολείται με την αναρχία και τους αγώνες της ήδη από το Φλεβάρη του 2008. Άρχισε να δίνει δυναμικά το παρόν σε διάφορες κινηματικές διαδικασίες,  συνελεύσεις μαθητών αλλά και γενικά στα Εξάρχεια, και ειδικά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, αποτελώντας κι ο ίδιος με τη δική του παρέα επίσης νεαρών ατόμων, κομμάτι της λεγόμενης “παρέας της Μεσολογγίου”, η οποία βρισκόταν σε δυσμένεια για αρκετό κόσμο εντός του αναρχικού χώρου την εποχή εκείνη. Η παρέα αυτή των νεαρών συντρόφων/ισσών που εμφανίστηκε περίπου εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα εξαιρετικό ενθουσιώδες μπούγιο παιδιών με αστείρευτη ενεργητικότητα, ζωντάνια και θέληση για συμμετοχή σε δράσεις, αρκετά πολύβουο και ζωηρό ώστε σύντομα να γίνει γνωστό σε όλα τα Εξάρχεια Μιλάμε για μια εποχή μετά τους κυβερνητικούς ανασχηματισμούς που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007, όπου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναλάβει από κοινού ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και ο απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού Παναγιώτης Χηνοφώτης. Η αντικατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει άλλο αέρα στο συγκεκριμένο υπουργείο και συγκεκριμένα μία αλλαγή τακτικής στο ζήτημα της καταστολής. Από το προηγούμενο δόγμα μηδενικής ανοχής Βουλγαράκη – Πολύδωρα, με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΑΤ μέχρι και το Λόφο του Στρέφη, τα μαζικά πογκρόμ, προσαγωγών πέριξ της πλατείας, τις στρατοπεδευμένες διμοιρίες μέσα στην καρδιά των Εξαρχείων, της πρώτης εφαρμογής των πεζών περιπολιών ,της σκληρής και αιματηρής καταστολής των φοιτητικών διαδηλώσεων και των μαζικών συλλήψεων και ξυλοδαρμών ακόμα και αλληλέγγυων στα δικαστήρια, υπήρξε μια διάθεση αποκλιμάκωσης. Οι διμοιρίες αποτραβήχτηκαν, ακόμα και αυτή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ και για ένα διάστημα φάνηκε πως η πολιτική επιδίωξη του Υπουργείου έτεινε περισσότερο προς μια λογική του κατευνασμού των “μπαχαλάκηδων” σε μία περίοδο όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε ενταθεί πάρα πολύ το προηγούμενο διάστημα.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου ως ένα νεαρό αναρχικό σύντροφο, αρκετά ενθουσιώδη και ενεργητικό, με μια αστείρευτη θέληση για δράση παίρνοντας κι ο ίδιος μέρος μαζί με μια μεγαλύτερη παρέα εξίσου νεαρών δραστήριων ατόμων σε προκλήσεις εναντίον της εξουσίας και της καταστολής εντός των στενών ορίων των Εξαρχείων. Καταστάσεις ωστόσο που προκαλούσαν και μία μεγάλη κινηματική γκρίνια η οποία δεν πρωτοτυπούσε καθόλου, όπως δεν πρωτοτυπεί και τώρα. Τα ίδια επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα ακούγονταν και τότε. Αντί για “ακίνδυνη επαναλαμβανόμενη γραφικότητά του Σαββατοκύριακου” είχαμε το κλασικό “Σαββατιάτικο ξεκαύλωμα” και αντί του “επί Σαμαρά αυτά δεν θα τα σκεφτόσασταν καν” είχαμε το “επί Βουλγαράκη-Πολύδωρα δε θα τα τολμούσατε αυτά”. Εντελώς ίδια ήταν τα επιχειρήματα γκρίνιας για τις “κλούβες που γυρίσανε πισω” και όπως επίσης το διαχρονικά πιο άθλιο κατηγορώ εναντίον της αναρχικής νεολαίας αυτό το “σε δυο χρονάκια εσείς θα είσαστε σπιτάκια σας”. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ξεκάθαρα μέσα σε πολλά απο αυτά που διαχρονικά υποτιμούνται καθ’ αυτόν τον τρόπο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νεολαίοι της ηλικίας αυτής μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως και ο σύντροφος Μιχάλης Καλτεζάς το 1985, δε γύρισε σπιτάκι του σε δυο χρονάκια. Τι θά ήταν ο Αλέξανδρος αν ζούσε; Αυτό δεν το ξέρουμε με σιγουριά ούτε μπορούμε να το υποθέσουμε. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οτιδήποτε. Να είχε πάει πράγματι σπίτι του, να είχε εγκαταλείψει την αναρχία, να είχε “ωριμάσει πολιτικά” και να έκραζε τα “μπάχαλα” ή και να είχε μείνει στην κατεύθυνση μιας εξεγερτικής τάσης της αναρχίας. Θα μπορούσε οτιδήποτε που δεν το ξέρουμε και δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα όμως είναι πως έπεσε νεκρός από τα πυρά μπάτσου, ένα Σάββατο βράδυ στις 6 Δεκέμβρη του 2008 στην οδό Μεσολογγίου μέσα στα Εξάρχεια. Ενός μπάτσου που αρνήθηκε να μετανιώσει στο Εφετείο λέγοντας πως πυροβόλησε εναντίον ενός αναρχικού δίνοντας ταυτόχρονα το πολιτικό σκεπτικό της πράξης του το οποίο αναιρεί την αφήγηση περί ενός απλού άφρονος μπάτσου-δολοφόνου .

Αυτό το οποίο συνέβη, και όλα αυτά τα οποία επακολούθησαν εγγράφονται λοιπόν στην ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Στην ιστορία ενός δυναμικού πολύμορφου πολυσυλλεκτικού κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου υπάρχουν διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ της διαχρονικής αντιμπατσικής οργής εντός των Εξαρχείων και της γενικότερης όξυνσης του επιπέδου της ανατρεπτικής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Είναι κατανοητό το γιατί μοχθούν επί 10 χρόνια κάθε λογής προοδευτικοί, αριστεροί, κοινοβουλευτικοί και μη, κάθε λογής προοδευτικοί, ακαδημαϊκοί, εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και λοιποί απολογητές του δημοκρατικού καθεστώτος (όπως εσχάτως η ανεκδιήγητη Ζωή Κωνσταντοπούλου που με θράσος τόλμησε να χαρακτηρήσει στο Εφετείου του Κορκονέα , ως πλαστή την προ τριετίας επιστολή του συντρόφου Νίκου Ρωμανού) να αποσυνδέσουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου από αυτή την εξίσωση. Είναι κατανοητό γιατί ο ίδιος ο θεσμικός τους ρόλος απαιτεί να προωθούν την αποριζοσπαστικοποίηση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σε κάθε μεγάλο ή μικρό κοινωνικό γεγονός. Αυτό που δεν είναι εύκολα κατανοητό σε μία πρώτη ανάγνωση είναι το γιατί επιθυμεί το ίδιο ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προχωρώντας σε μια πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει την πολιτική στράτευση του Αλέξανδρου ως αναρχικού/αντιεξουσιαστή μαθητή. Θα μπορούσε να είναι η προσκόλληση σε μία πιο λαϊκίστικη αφήγηση προς επιδίωξη πρόκλησης ευρύτερων κοινωνικών συμπαθειών , είναι όμως μόνο αυτό; Δυστυχώς μέσα σε όλα αυτά τα 10 χρόνια έχει προκύψει περίτρανα η διατύπωση ότι προφανώς και δεν είναι μόνο αυτό. Δεδομένης της προσωπικότητας του Αλέξανδρου, με ποιες παρέες άραζε, ποιους φίλους είχε, σε ποια σκηνικά χωνόταν, πράγματα δηλαδή που κάποιοι εντός του χώρου δεν θα τα συγχωρήσουν ποτέ, η επίσημη παραδοχή της πολιτικής του ιδιότητας θα σημαίνει μία αλληλουχία πολιτικών τετελεσμένων τα οποία κρίνονται ανεπιθύμητα, κι ένα από αυτά θα είναι φυσικά αυτομάτως η παραδοχή ότι σε όλη αυτή την αντιμπατσική οργή, που εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες εκφράζεται στα Εξάρχεια, έχει και πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται διαλεκτικά με τον ευρύτερο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αφαίρεση λοιπόν της πολιτικής ιδιότητας του Αλέξανδρου υπακούει,όσο λυπηρό και οικτρό και αν ακούγεται ακούγεται, σε μία εξυπηρέτηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που διακατέχεται από φανατική εμπάθεια σε συγκεκριμένες λογικές και πρακτικές. Το πόσο τραγική και ηθικά μεμπτή είναι μία τέτοια επιλογή μπορεί κανείς να το αντιληφθεί αν απλά φανταστεί πόσο αποκρουστικό θα ήταν να υπάρχουν πολιτικές τάσεις μέσα στο ευρύτερο κίνημα, που θα αρνούνταν την πολιτική ιδιότητα προσώπων που έχουνε εκλείψει από την κοινότητα του αγώνα σε διάφορες εποχές, και που σίγουρα κάποιος κόσμος τις πένθησε βαθύτατα, και που θα αναγνώριζαν μόνο την επαγγελματική ή κοινωνική: εργάτης, πατέρας κτλ.

Με αυτή τη μικρή συμβολή δεν έχω καμία αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ότι θα μνημονεύεται εντός του χώρου μας ο Αλέξανδρος ως αναρχικός και ότι κάποιοι θα ρισκάρουν να δημιουργηθούν ανεπιθυμητά για τους ίδιους πολιτικά τετελεσμένα. Είναι όμως μία τοποθέτηση συνεπής σε μια ευρύτερη συλλογική προσπάθεια χρόνων για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα η πολιτική αθλιότητα των επιλογών που αρνούνται μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο. Από τη δική μου μεριά με όλο το συγκινησιακό βάρος που έρχεται να φέρει αυτή η χρονιά ως το επισφράγισμα μιας ολόκληρης εποχής θα ήθελα να χαιρετίσω τον χαμένο μας σύντροφο, αυτόν που ήταν πάντοτε παρόν μαζί μας σε όλα εκείνα που ακολούθησαν, με το νεανικό του χαμόγελο που έσβησε τόσο γρήγορα, να γνέφει συνωμοτικά και να μας κλείνει το ματι στις καλές εποχές, στις επιτυχίες, στις μέρες και τους μήνες που τραντάχτηκε η κανονικότητα, αλλα και στις στραβές, τις αποτυχίες, τα κυνηγητά, τις παρανομίες, τις φυλακές. Μπορει μια δεκαετία να φτάνει στο τελος της, ένας κύκλος να κλείνει και να αφήνει πίσω μια ολόκληρη εποχή, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που θυμομαστε, πονάμε ακόμα και η καρδιά μας παραμένει μια αρμαθιά απο ξυράφια.

Δε λέμε αντίο. Δέκα χρόνια είναι λίγα. Δε στέγνωσε ακόμα το αίμα, ούτε τα δάκρυα και ούτε έσβησε το μισος.
Μονάχα φωνάζουμε με τις μικρές ή μεγάλες μας φωνές ΕΚΔΙΚΗΣΗ για να μη σταματήσει ποτέ να θυμάται ό κόσμος ότι τους νεκρούς μας δεν τους κλαίμε απλά, δεν τους αφήνουμε πίσω, τους κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και ας βαραίνουν τα βήματα μας.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ  ΜΑΘΗΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ
ΝΕΚΡΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της ΣΠΦ

(Πηγή: the-blast.espivblogs.net)