Category Archives: ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Ιταλία: Ενημέρωση για την επιχείρηση “Scripta Manent” (16/11/2017)

(Λάβαμε 13/11/17)

Η δίκη θα ξεκινήσει στις 16 Νοεμβρίου στο δικαστήριο υψίστης ασφάλειας στη φυλακή του Τορίνο.

Οι αναρχικοί σύντροφοι Alfredo Cospito, Anna Beniamino, Danilo Cremonese, Nicola Gai δεν θα έχουν τη δυνατότητα να παραστούν στην αίθουσα του δικαστηρίου και θα υποβληθούν σε τηλεδιάσκεψη από την πτέρυγα της φυλακής Ύψιστης Παρακολούθησης 2, όπου κρατούνται.

Οι αναρχικοί σύντροφοι Marco Bisesti, Valentina Speziale, Alessandro Mercogliano θα έχουν τη δυνατότητα να παραστούν στην αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά αρνούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως ένδειξη αλληλεγγύης με τους συντρόφους που έχουν υποβληθεί σε τηλεδιάσκεψη.

ΑΜΣ

(Πηγή : autistici.org)

(Μετάφραση Traces o Fire)

Ανταπόκριση στο κάλεσμα αλληλεγγύης στους προφυλακισμένους του Αμβούργου

(Λάβαμε 29/7/17)
Στην εξορία της αιχμαλωσίας λίγα είναι εκείνα τα πράγματα που μπορούν να χαρίσουν ένα χαμόγελο, μια ζεστή σκέψη ή ένα ευχάριστο συναίσθημα. Μπορώ να πω ωστόσο με κάποια σιγουριά ότι αυτές τις μέρες του Ιούλη που παρακολούθησα το Αμβούργο να παραδίδεται στη διάρκεια της Συνόδου των G-20 στο χάος των ταραχών, των συγκρούσεων με την αστυνομία, των πυρήνων οδοφραγμάτων, της λεηλασίας εμπορικών καταστημάτων , των βανδαλισμών και εμπρησμών στόχων της κυριαρχίας η σκέψη μου σίγουρα αναθερμάνθηκε, πλήθος ευχαριστώ και ζωντανών συναισθημάτων με κατέκλυσε κι ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο μου.
Θα είμαι ειλικρινής ωστόσο . Αν και πολύ νωρίς είχε φανεί πως ένα μεγάλο κομμάτι της εξεγερσιακής αναρχίας είχε τη διάθεση να σηκώσει ψηλά τον πήχη , κάτι που είχε αποτυπωθεί και στο κάλεσμα για μια μαχητική εκστρατεία άτυπου συντονισμού τους προηγούμενους από τη Σύνοδο μήνες , κι αν και υπήρξε πλήθος δημοσίων κειμένων και αναλήψεων ευθύνης που ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα αυτό (κάποια συντρόφια μάλιστα είχαν την ευγένεια να αναφερθούν και στην παρακαταθήκη του Μαύρου Δεκέμβρη) δεν ήμουν καθόλου βέβαιος πως οι επίμαχες μέρες θα ήταν πράγματι τόσο δυναμικές. Κι αυτό γιατί δε μου ήταν άγνωστες οι δυσκολίες, οι αντιξοότητες και οι προκλήσεις που θα είχε να αντιμετωπίσει ο κόσμος που θα ήθελε να οργανώσει και να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο φιλόδοξο πλάνο ταραχών. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επικρατεί σε διάφορες χώρες λόγω της τζιχαντιστικής ασύμμετρης απειλής , η αυστηροποίηση των διασυνοριακών ελέγχων λόγω των μεγάλων προσφυγικών κυμμάτων , η αναγγελία στρατιωτικοποίησης του Αμβούργου και ανέγερσης ειδικών φυλακών ειδικά για τους ταραχοποιούς, η τρομοκρατία των Media για μηδενική ανοχή σε όσους προκαλέσουν επεισόδια, η κυριαρχία και η ηττοπάθεια διάφορων αντι-εξεγερτικών ρευμάτων της αναρχίας (που πιθανώς να μιλούσαν με μια δόση ειρωνείας για φιλόδοξη προσπάθεια επανάληψης μιας Γένοβας) αλλά ακόμα και μια προκατάληψη ενάντια στις αντι-Συνόδους ως στημένα ραντεβού με τους μπάτσους, από κύκλους της ίδιας της εξεγερσιακή αναρχίας (μια προκατάληψη που θα πρέπει να παραδεχτώ πως κι εγώ έχω στηρίξει στο παρελθόν) , όλα αυτά λοιπόν μαζί ήταν χωρίς αμφιβολία παράγοντες αυξημένης δυσκολίας.
Κι όμως ενάντια στα προβλεπόμενα τελικά η σπίθα άναψε και η εκστρατεία “Φέρτε το Χάος στο Αμβούργο” πέτυχε με αποτέλεσμα αυτός ο τόσο καλοστημένος κατασταλτικός μηχανισμός που υποτίθεται θα τσάκιζε τους ταραχοποιούς να γελοιοποιηθεί.
Η ένταση των γεγονότων και η επιτυχία πάνω από όλα των διαφόρων σχεδίων που τελικώς συνδύασαν την τακτική των αποκεντρωμένων καταδρομικών επιθέσεων μαζί με αυτή της πρόκλησης εξεγερσιακών στιγμών μέσα στην καρδιά των διαδηλώσεων απέδειξαν με τον πιο απτό τρόπο ότι ο ανταγωνισμός των δυο διαφορετικών σκεπτικών είναι ανώφελος καθώς το καθένα συνεισφέρει και εμπλουτίζει με τον τρόπο του την αναρχική εξέγερση. Εξάλλου όταν η σύγκρουση τολμά να αναμετριέται στα ίσια με την παντοδυναμία της καταστολής και την υποτιθέμενη απέραντη ισχύ της κρατικής τρομοκρατίας , τότε όλα είναι πιθανά όπως το να ξεφτιλιστεί ένας τόσο υπερβολικός κατασταλτικός μηχανισμός σαν κι αυτόν που εκτάκτως ενεργοποιήθηκε στο Αμβούργο τις μέρες της Συνόδου. Είναι γεγονός επίσης πως μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές στην ιστορία των απανταχού εξεγερτικών γεγονότων έγιναν ακριβώς κόντρα στις πιθανότητες κι αυτή είναι και η ομορφιά τους σε πολλές περιπτώσεις.
Δε μπορώ λοιπόν παρά να είμαι συνεπαρμένος από έναν άνεμο ενθουσιασμού και αυτοπεποίθησης που ταξίδεψε χιλιάδες χιλιόμετρα από το Αμβούργο ως αυτόν τον τόπο αιχμαλωσίας. Κι αυτό γιατί με αυτά τα γεγονότα μπορεί να δει ο καθένας πως η δυναμική που απελευθερώνουν τέτοιες εκρηκτικές καταστάσεις δεν αρχίζει και τελειώνει σε μια δεδομένη στιγμή αλλά ταξιδεύει και διαχέεται στέλνοντας το μήνυμα παντού πως το κλειδί για τα πάντα είναι η αποφασιστικότητα κι ο θάνατος της ηττοπάθειας. Αυτό αρκεί για τη δημιουργία μιας, δυο ή και περισσότερων στιγμών οι οποίες είναι δυνατόν να αποτελούν ένα ορόσημο , έναν ιστορικό σταθμό , κάτι όπου θα μπορούμε να στρέψουμε το βλέμμα μας όταν τα πράγματα είναι άσχημα , όταν η απογοήτευση κυριαρχεί και η ματαιότητα φαίνεται να παρελαύνει.
Κι όταν θα κοιτάμε πίσω η ενθύμηση θα μας δίνει αυτήν ακριβώς τη δύναμη που χρειάζεται για να συνεχίζουμε. Μέχρι το επόμενο Αμβούργο, μέχρι την επόμενη εξέγερση , μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της κυριαρχίας.
Όμως από την άλλη μεριά και οι δυνάμεις της εξουσίας ξέρουν να συνεκτιμούν αυτές τις στιγμές , να τις αξιολογούν , να βυθοσκοπούν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις τους και αντίστοιχα να εκδικούνται με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο που να δηλώνει ότι κάθε εκδήλωση εξέγερσης θα τσακίζεται. Έτσι λοιπόν μετά τις εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών , την επέλαση των πάνοπλων κομάντος των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στους εξεγερμένους δρόμους του Αμβούργου, την σκληρή επίθεση σε μπλοκ διαδηλωτών η καταστολή έδειξε κι άλλο τα δόντια της με την προφυλάκιση πολλών δεκάδων ατόμων που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στις ταραχές σύμφωνα με τις ενημερώσεις (36 κρατούνται ακόμα).
Αυτή τη στιγμή ένα νέο κάλεσμα έχει ήδη απευθυνθεί και έχει τεθεί σε κίνηση και αφορά ακριβώς την αλληλεγγύη στους προφυλακισμένους της αντι-συνόδου και ήδη οι πρώτες διαδηλώσεις καθώς και οι επιθέσεις με βανδαλισμούς και εμπρησμούς σε διάφορες ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι γεγονός. Σε ανταπόκριση στο κάλεσμα αυτό θα ήθελα κι εγώ λοιπόν να εκφράσω την αλληλεγγύη μου σε όσους και όσες προφυλακίστηκαν για τα γεγονότα του Αμβούργου καθώς θα ήθελα επίσης να επιστρέψω αυτό το τεράστιο χαμόγελο που μου χάρισαν όλοι εκείνοι κι εκείνες που υπενθύμισαν με τον πιο ωραίο τρόπο ότι η Αναρχία όταν θέλει είναι δυνατή.
Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

15νθήμερο αλληλεγγύης στους αναρχικούς κρατούμενους

(Λάβαμε 12/6/17)

Για΄μένα, η φυλακή δεν μπορεί να υπάρξει.
Όπως κάθε τύραννία, βρίσκεται μόνο μέσα στην καρδιά των σκλάβων.

Biofilo Panclasta

Tην δεδομένη στιγμή, το νομικό οπλοστάσιο επιχειρεί να εξοπλιστεί με νέες παραγράφους του τρομονόμου που να καθιστούν την έμπρακτη αλληλεγγύη ποινικό αδίκημα, ενώ οι δικαστικοί μηχανισμοί επιδιώκουν να επιβληθούν σε αναρχικούς κρατούμενους με εξοντωτικές ποινές και εκδικητικές καταδίκες άνευ στοιχείων. Είναι αυτή η στιγμή, που η αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραμείνει μια ευκολοφόρετη, ανευ περιεχομένου λέξη αλλά να πραγματωθεί σε όλα τα επίπεδα και με κάθε δυνατό μέσο.
Οι επικείμενες αποφάσεις των δικαστηρίων των συντρόφων που κατηγορούνται για ένταξη στην ΣΠΦ, Των συντρόφων που κατηγορούνται για ληστεία τράπεζας στο Βελβεντό και του αναρχικού – κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου που κατηγορείται για ληστεία και φόνο χωρίς στοιχεία, ασχέτως αν αποδέχονται τις κατηγορίες ή όχι, δεν μπορούν να μένουν αναπάντητες.
Παράλληλα, αφουγκραζόμενοι τα τεκτενόμενα σε διεθνές επίπεδο, επιλέγουμε να συμβάλουμε με το κάλεσμα μας στον Επικύνδυνο Ιούνη που καλέστηκε για αλληλεγγύη προς τους αναρχικούς κρατούμενους στην Ιταλία και τους διωκόμενους της επιχείρησης
Scripta Manent, όπως επίσης και να συμβάλουμε στην παγκόσμια ημέρα αλληλεγγύης στον Jock Palfreeman στις 25 Ιουνίου και να στείλουμε δύναμη στη Nataly, τον Juan, και τον Enrique που δικάζονται για βομβιστικές επιθέσεις στην Χιλή.

24/6 Πορεία αλληλεγγύης στον Τ.Θεοφίλου, συγκέντρωση Μοναστηράκι 12π.μ

26/6 ΣΠΦ – δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού 10 π.μ

27/6 Υπόθεση Βελβεντού – δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού 10 π.μ

6/7 Θεοφίλου – Εφετείο Λουκάρεως, αίθουσα 120Α, 9 π.μ, 6ος όροφος

Αναρχικός Μαύρος Σταυρός – Πυρήνας Έμπρακτης Αλληλεγγύης

 

Γράμμα της Anna Beniamino για την επιχείρηση Scripta Manent και άλλα.

Η δίωξη στο Τορίνο αποφάσισε να θέσει σε δοκιμασία μια ολόκληρη αναρχική τάση: Τον αφορμαλιστικό (αντι-οργανωτικό) αναρχισμό. Δεν πρόκειται για μια θυμική και αμυντική εκτίμηση, είναι αυτό που επισήμανε ο ανακριτής του Τορίνο Anna Ricci μέσω των ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν τον Ιούλιο του 2016 και επιβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο, πιθανόν ώστε να αποφευχθούν διαταραχές των διακοπών δημόσιου προσωπικού.

Η επιλογή των επιμελητών είναι ξεκάθαρη από το πλαίσιο που εμφανίστηκε στα εντάλματα σύλληψης, προϊόν μιας νοσηρής συνάντησης μεταξύ του τρόπου σκέψης μερικών μπάτσων και της σπασμωδικής ανάγνωσης συνοψίσεων του Wikipedia.

Το πλαίσιο αυτό δίνει μορφή σε μια κατασταλτική-Μανιχαϊστική έποψη μιας κοινωνικής αναρχίας, χρηστής και ακίνδυνης και μιας ( αντι-κοινωνικής και αντί-κλασσικής ) ”ατομικής αναρχίας”, βίαιης και εύπεπτης στην καταστολή της οποίας οι μεθόδοι εκφράζονται στο αφορμαλιστικό μοντέλο.

Πραγματοποιώντας τους απαραίτητους διαχωρισμούς, το πλαίσιο αυτό αποσκοπεί στο να ορίσει ένα συγκεκριμένο στρατόπεδο, στο να δημιουργήσει ένα κλουβί, ώστε από μια γενική ”επαναστατικότητα” ( ένα υποπροϊόν του αφορμαλιστικού μοντέλου ), πάντα βίαιη και υπόλογη σε διαφορετικής κλίμακας τιμωρία, να μπορέσουν να αντληθούν υποκατηγορίες σχηματίζοντας διαφορετικά σκέλη της έρευνας[1] για τους Ιταλούς μπάτσους: ”κλασσικός εξεγερτισμός”, ”κοινωνικός εξεγερτισμός”, ”οίκο-εξεγερτισμός” και η ”άτυπη αναρχική ομοσπονδία”.

Οι διαφορετικές εντάσεις και τάσεις υφίστανται πράγματι εντός του αναρχισμού, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως αυτή η μορφή άτεγκτης κατηγοριοποίησης είναι κληρονομικό στοιχείο από νοοτροπίες και απαιτήσεις δικαστών, οι οποίοι έχουν οριστεί να σκιαγραφούν συγκεκριμένους χώρους ώστε να πραγματοποιούν τις μανούβρες τους όσο καλύτερα μπορούν: Εντός αυτου του χώρου έγκειται και η ακόλουθη επιχείρηση.

Ιστορικά, η αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες υπήρξε κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για τους αναρχικούς και ένας τρόπος να συσπειρωθούν χτίζοντας μια επαναστατική ευαισθησία: επαναστατική αλληλεγγύη και όχι αλληλεγγύη με τους επαναστάτες.

Κατηγοριοποιημένοι από τους Digos του Τορίνο και τους εισαγγελείς πίσω στο 2012, στον απόηχο 20 χρόνων επανειλλημένων και αποτυχημένων κατασταλτικών προσπαθειών, η επιχείρηση Scripta Manent οδήγησε στην σύλληψη 5 αναρχικών: A.M, V.S, D.C, M.B, A.B, όλοι ήδη κάτω από έρευνα και/ή φυλακισμένοι, ακολουθούμενοι από πλήθος αναρχικών εκδόσεων πάνω στην δράση και την καταστολή, συγκεκριμένα : Pagine in Rivolta [2], το δελτίο Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός)[3], KNO3 [4]. Επιπροσθέτως, υπήρξαν εντάλματα σύλληψης για τους A.C, N.G, δύο συντρόφους στην φυλακή από το 2012 μετά από επίθεση στο διευθυντικό στέλεχος της Ansaldo Nucleare, Adinofli, ανειλλημένη στην δικαστική έδρα τον Οκτώβρη του 2013 σαν πυρήνας Όλγα ( FAI/FRI). Για χρόνια ήταν γνωστοί ως συντάκτες της Pagine in Rivolta με τον Alfredo ήδη διωκόμενο για την KNO3.

Tέσσερις ακόμα αναρχικοί έχουν τεθεί υπό την έρευνα των αρχών, όλοι εκ των οποίων προφυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ardire [5], μέρος της οποίας συγκλίνει με αυτές τις τρέχουσες νομικές διώξεις, μαζί με άλλες 4 συλλήψεις των οποίων ο δικαστής αρνήθηκε να επικυρώσει στο ένταλμα του Ιουλίου και οδήγησε στην ανεπιτυχή εισαγγελική απόπειρα επανεξέτασης τον Οκτώβριο του 2016. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν 32 επιδρομές σε όλη την Ιταλία, κατά τη διάρκεια των οποίων συνελήφθη ένας σύντροφος και συντάκτης του CNA ο οποίος και εξακολουθεί να κρατείται υπό το καθεστώς του AS2]6].

H έρευνα δρομολογείται ακόμη-

Η επιχείρηση κατευθύνεται από τον εισαγελέα Roberto Sparagna, νεοφερμένο στις αποκαλούμενες αντιτρομοκρατικές διαδικασίες αλλά ευρέως γνωστό για την διεξαγωγή αγώνων ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα. Είναι άγνωστο το κατά πόσο η επιχείρηση ήταν πρωτοβουλία του ή ενέργεια των μπάτσων του Τορίνο: Το τελευταίο φαντάζει πολύ πιο πιθανό καθώς το κύριο μέρος της έρευνας διεξήχθη και αρχειοθετήθηκε από τους Digos ανά τα χρόνια ενώ υπάρχει ελάχιστη εικόνα για παρασκηνιακά γεγονότα όπως οι ”χαιρετισμοί από τον Dr. Petronzi” ( πρώην διοικητής των Digos ) τους οποίους ο Sparagna φρόντισε να μεταφέρει στους συλληφθέντες κατά την διάρκεια μιας ανακρτικής απόπειρας.

Έχει ελάχιστη σημασία το αν ο ανακριτής είναι ουσιαστικά ένα υποχείριο/μαριονέτα ή αν ενεργεί βάσει της δικής του θέλησης. Η διακυρηγμένη πρόθεση είναι να καταστείλει και να βουλώσει μία αναρχική συνιστώσα η οποία πάντα υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει την άμεση δράση, την αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους επαναστάτες, τις πολύμορφες πρακτικές της αναρχικής καταστρεπτικής δράσης και την συνεχή εξέγερση ενάντια στην πολιτική συμμόρφωση εντός και εκτός του κινηματικού περιβάλλοντος.

Όλοι κατηγορούνται με το άρθρο 270Α, μερικοί από το 2003, άλλοι από το 2008, [7] συνδεόμενοι με την FAI/FRI σε διαφορετικούς βαθμούς, ως ”διοργανωτές/υποστηρικτές” αλλά και ως ”μετέχοντες”.

Οι A.C και N.G κατηγορούνται επίσης με το άρθρο 280Α για μια σειρά επιθέσεων[8] πραγματοποιημένων από το 2005 έως το 2007 με βάση αυτό που ορίζεται ως ”σοβαρό πλαίσιο έρευνας” ακόμα κι αν στην πραγματικότητα οι ίδιοι σύντροφοι έχουν ήδη εξεταστεί από τους ίδιους μπάτσους, με τις ίδιες ”ενδείξεις” αμφότεροι αμέσως μετά τα ίδια γεγονότα και το 2012[9], μέσω της χρήσης του συνήθους οπλοστασίου από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, υποκλοπές, καταγραφή καμερών, κατασκοπία, εξέταση DNA με τις υποθέσεις να έχουν αρχειοθετηθεί.

Με αφετηρία τις συλλήψεις του 2012, η έρευνα αυτή είναι μια προσπάθεια να προστεθούν συνειρμικές κατηγορίες στην υπόθεση τραυματισμού του Adinofli και να εξεταστεί ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος συντρόφων που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με τους συλληφθέντες και την δράση τους: Οι μπάτσοι χρησιμοποίησαν το άρθρο 270Α και το αποκαλούμενο ”έγκλημα πρόθεσης” με σκοπό να εξετάσουν σχοινοτενώς ότι ήδη είχε περάσει από τα χέρια πληθώρας Ιταλών εισαγγελέων, συγκεντρώνοντας τα πάντα υπό την δικαιοδοσία τους μέσω της επαναφοράς και του μυρηκασμού σειράς υποθέσεων που έχουν ήδη αρχειοθετηθεί στο παρελθόν.

Η προσπάθεια αυτή να συγκεντρωθούν όλα αναφέρεται εντός της δικαστικής τάξης και είχε διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης ευρέως τα τελευταία χρόνια, όπως και τον Αύγουστο του 2016, με άρθρα εφημερίδων να αναφέρουν ότι ”αντι-τρομοκρατικές σύνοδοι” διεξήχθησαν μεταξύ διάφορων εισαγγελέων και να κάνουν λόγο για ”κακούς επικεφαλής” και ”βίαιες εισβολές” σε πλαίσια που από την δική τους σκοπιά ήταν δημοκρατικώς αποδεκτά.

Αυτή τη φορά, ακολουθώντας μια χρονική και λογική μορφή που αντιστρέφει την κλασική ακολουθία δράσης / καταστολής, η καταστολή αναζητά αναδρομικά ανυπόστατες ενέργειες και πολιτικές θέσεις ενοποιημένες κατά τη διάρκεια των 20 χρόνων, ως συγκράτηση και προειδοποίηση ενάντια στις τρέχουσες “υπερβολικές” εκθέσεις αλληλεγγύης. Αυτά έχουν σαφώς ως στόχο την καταστολή ανεπιθύμητης αλληλεγγύης και της εξάπλωσης ενός αναρχικού συναισθήματος που μιλάει ανοιχτά για κρατουμένους και δράσεις που  προπαγανδίζουν και υποστηρίζουν.

Οι φιλοδοξίες των μπάτσων επιδιώκονταν ακόμη υψηλότερες, όπως είναι εμφανές στις επιδρομές, τις αποτυχημένες συλλήψεις και πάνω απ’ όλα, στο κατηγορηματικό πλαίσιο που εκτείνεται σε 20 χρόνια αναρχικών δράσεων και δημοσιεύσεων.

Η εκδήλωση ξεκινά με τη Marini δίκη [10] το 1996 και τελειώνει με την τρέχουσα Croce Nera Anarchica, εντοπίζοντας μια βέλτιστη γραμμή που ξεκινάει από τις κριτικές για το πώς χειρίστηκε η δίκη Marini, περνά μέσα από τα διάφορα άρθρα και ισχυρισμούς που παρουσιάζονται στην Pagine in Rivolta, KNO3 και CNA, και τελειώνει με γραπτά που περιέχουν συνομιλίες και προσκλήσεις για να είναι παρόντες στη δίκη Adinolfi(ΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΗΜΕΝΑ ΨΗΛΑ ΚΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ) και τέλος, με το σημερινό CNA.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι υπερβολή να ισχυριζόμαστε ότι αυτή η νομική διαδικασία είναι αυτή που επεκτείνεται σε ένα αναρχικό συναίσθημα, ακόμα και αν προσπαθεί να επιτύχει τον κύκλο: ακρογωνιαίους λίθους αντι-αυταρχικής σκέψης και μεθόδου όπως άμεση δράση και η απόρριψη της εκπροσώπησης, η συγγένεια και το άτυπο, η επαναστατική αλληλεγγύη και η αμοιβαία βοήθεια, γίνονται, με τα λόγια και τα χάρτινα σκουπίδια των ανακριτών, επικίνδυνη πρώτη ύλη που πρέπει να κατασταλεί μόλις εμφανιστεί.

Δεν είναι απλώς ένα «έγκλημα της γνώμης» που τίθεται σε δίκη ούτε η λογοκρισία της δημοκρατικής ελευθερίας έκφρασης: αυτός είναι ο πόλεμος που η εξουσία επιτείνει ενάντια στον δεσμό μεταξύ σκέψης και δράσης που βρίσκεται στη βάση του αναρχισμού.

Προσπαθώντας να χτυπήσει δημοσιεύσεις, blogs ή άλλα μέσα επικοινωνίας που αναρχικοί αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν, η καταστολή επαναβεβαιώνει μόνο την εγκυρότητα αυτών των μέσων: να είναι αγκάθι στην πλευρά της υποταγής και της σιωπής.

Anna
φυλακές Latina

[1] Οι εισαγγελείς του Τορίνο έχουν παράξει αρκετές δικαστικές διαδικασίες βασισμένες σε αυτό το πλαίσιο τα τελευταία δύο χρόνια,το οποίο είχε ως συνέπεια να γίνουν προσπάθειες να δικαστούν και πάλι για το άρθρο 270Α 3 οικοαναρχικοί,οι οποίοι είχαν προηγουμένως καταδικαστεί στην Ελβετία για απόπειρα σαμποτάζ στην ΙΒΜ και να γίνουν έρευνες και να αποδοθούν κατηγορίες σε αναρχικούς εμπλεκόμενους με ένα ταμείο αλληλεγγύης για φυλακισμένους,με εισβολές και εντάλματα, χρησιμοποιώντας το ίδιο άρθρο 270Α.

[2] Η Pagine in Rivolta εκδιδόταν με τον υπότιτλο “επαναστατικό αναρχικό περιοδικό” από το 1997 εως το 2002,με 14 τεύχη κυμαινόμενης κυκλοφορίας που έφτανε τα χίλια αντίτυπα.Είχε άρθρα ανάλυσης και κριτικής του αναρχικού κινήματος,χρονολόγια άμεσων δράσεων,αναλήψεις ευθύνης,λίστες κρατουμένων και νέα για την καταστολή.

[3] (Η πρώτη απ΄τις κυκλοφορίες του Μαύρου Σταυρού στην ιταλική γλώσσα ήταν η ιστορική έκδοση που εκδιδόταν από το 1969 ως το 1973 για την στήριξη των ισπανών αντιφρανκιστών,με επιπλέον την εμπλοκή του Pino Pinelli και του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού του Stuart Christie.)Το δελτίο του ΑΜΣ που στοχοποιήθηκε από την καταστολή είναι αυτό που εκδιδόταν από το 2001 ως το 2005, και του τωρινού ΑΜΣ που δημοσιεύεται από το 2014 με ένα blog και ένα περιοδικό.Οι συντάκτες του Croce Nera Anarchica (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός) του 2001/2005 ήταν οι στόχοι της επιχείρησης Croce Nera του 2005,μια επιχείρηση του άρθρου 270Α,η οποία οδήγησε στις συλλήψεις επτά συντρόφων και οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο,3 από τους οποίους είναι μεταξύ αυτών που εξετάζονται στη Scripta Manent.

[4] Το KNO3 βγήκε το 2008 ως ένα μόνο τεύχος με τον υπότιτλο “επαναστατική αναρχική εφημερίδα”.Το 2008 ήταν το αντικείμενο μιάς έρευνας υπό το άρθρο 270Α,της επιχείρησης “Σκιά”,εκκινούμενη από την εισαγγελέα της Perugia, Emanuela Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων,στην οποία το έγκλημα από κοινού έπεσε στη δίκη πρώτου βαθμού.Η δίκη οδήγησε στην καταδίκη εναντίον των A.C. και A.B.,ενώ ένας τρίτος σύντροφος τέθηκε υπό έρευνα για το άρθρο 302 με την επιβαρυντική περίπτωση της τρομοκρατίας συνδεδεμένη με άρθρα δημοσιοποιημένα στο KNO3,άλλοι σύντροφοι καταδικάστηκαν για το σαμποτάζ μιας σιδηροδρομικής γραμμής και για κλοπή αυτοκινήτου.

[5] Η επιχείρηση “Ardire” ξεκίνησε στην Perugia με την εισαγγελέα Comodi,σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων και οδήγησε σε επτά συλλήψεις τον Ιούνιο του 2012.Βασίστηκε στο άρθρο 270Α και αναφερόταν σε μιά σειρά επιθέσεων ανειλημμένες από τη FAI/FRI μεταξύ το 2009 και του 2012.Η αρμοδιότητα της υπόθεσης πέρασε απο την Perugia στο Μιλάνο μετά από απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου στο εφετείο και για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,S.F., E.D.B.,G.P.S. και G.L.T.,πέρασε από το Μιλάνο στο Τορίνο και στη συνέχεια στη Scripta Manent.Ολοί όσοι φυλακίστηκαν αφέθηκαν το 2013 αφού εξέτισαν το μέγιστο.

[6] Ο D.C. συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας από τις εισβολές στα πλαίσια της Scripta Manent αφού βρέθηκαν στο σπίτι του ηλεκτρικά υλικά κοινής χρήσης (μπαταρίες των 9 βολτ και λάμπες).Η εισαγγελέας Francesca Polino από τη Ρώμη άνοιξε ξεχωριστή διαδικασία εναντίον του,ενόσω τον κρατούσε στο καθεστώς υψίστης ασφαλείας AS2.

[7] Από το 2003,επειδή αυτό είναι το έτος που προσδιορίζεται ως εκκίνηση της FAI επομένης της επίθεσης στον υπουργό εσωτερικών Prodi τότε και λόγω του κειμένου που ανέλαβε ευθύνη γι΄αυτή.Για κάποιους απ΄τους κατηγορούμενους,είναι από το 2008 γιατί είχαν ήδη τεθεί υπό έρευνα για την ίδια επίθεση,χωρίς να έχουν επίσημα κατηγορηθεί.

[8] Αυτό αναφέρεται: στον εκρηκτικό μηχανισμό κατά των καραμπινιέρων RIS στην Parma τον Οκτώβρη του 2005,δράση που ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini (occasionalmente spettacolare)/FAI,στο εκρηκτικό/εμπρηστικό δέμα που στάλθηκε στον τότε δήμαρχο της Bologna, Sergio Cofferati,που επισης ανέλαβε η Coop. Artigiana Fuoco e Affini/FAI,στη διπλή βομβιστική επίθεση στο κέντρο εκπαίδευσης καραμπινιέρων στο Fossano τον Ιούνιο του 2006 που ανέλαβε η FAI/RAT,στα εκρηκτικά/εμπρηστικά δέματα που στάλθηκαν στον τότε δήμαρχο του Τορίνο Chiamparino,στον διευθυντή της Torino Cronaca,Beppe Fossati και που τοποθετήθηκαν στο κτίριο της Coema Edilizia,εταιρίας εμπλεκόμενης με την κατασκευή του CIE(Κέντρο ταυτοποίησης και απέλασης μεταναστών) στο Τορίνο τον Ιούλιο του 2006,τα οποία όλα ανέλαβε η RAT/FAI,στους 3 εκρηκτικούς μηχανισμούς που εξερράγησαν διαδοχικά στη γειτονιά Crocetta του Τορίνο το Μάρτιο του 2007 που ανέλαβε η RAT/FAI.

[9] Το καλοκαίρι του 2012,κατά τη διάρκεια της έρευνας και της επακόλουθης σύλληψης των A.C. και N.G.,εισαγγελείς σε διάφορες ιταλικές επικράτειες ξανάνοιξαν μια σειρά φακέλων υποθέσεων από το αρχείο σχετιζόμενες με τις επιθέσεις που είχε αναλάβει η FAI τα τελευταία 10 χρόνια.

[10] Το 1995,περίπου τριάντα αναρχικοί συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη από τον εισαγγελέα της Ρώμης Antonio Marini σε συνεργασία με τις δυνάμεις ROS των καραμπινιέρων για το άρθρο 270Α,επιπλέον σε μια σειρά από συγκεκριμένα αδικήματα.Η κατηγορία από κοινού αναφερόμενη στη λεγόμενη οργάνωση ORAI έπεσε το 2004 και επικυρώθηκε μια καταδίκη για ανατρεπτική προπαγάνδα και άλλα συγκεκριμένα αδικήματα.

 

Μετάφραση: Διαχειριστική ομάδα Ragnarok

(Πηγή: 325)

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ο αναρχικός σύντροφος Αλφρέντο Κόσπιτο σε απεργία πείνας (03/05/2017)

Σήμερα, ο αναρχικός κρατούμενος Alfredo Cospito ξεκινά μια απεργία πείνας δέκα ημερών ενάντια στη λογοκρισία που του επέβαλε ο εισαγγελέας Sparagna [/ υπεύθυνος της επιχείρησης “Scripta Manent” /], η οποία λογοκρισία αποκλείει σχεδόν ολόκληρη την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία.

Ο Αλφρέντο ζητά από όλους τους συντρόφους του να στέλνουν βιβλία, περιοδικά, επιστολές και έντυπα γενικά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας και υποστήριξης της απεργίας του.

(Πηγή : Croce Nera Anarchica autistici.org)

Μετάφραση Traces of Fire

 

Φυλακές Φεράρα [Ιταλία]: Ενημέρωση για την λογοκρισία/ ο αναρχικός σύντροφος Nicola Gai στην απομόνωση (31/03/2017)

Μάθαμε μέσω της αλληλογραφίας με τους αναρχικούς συντρόφους που βρίσκονται στην πτέρυγα AS2 ( υψίστης ασφαλείας) στις φυλακές της Φεράρα, ότι έγινε παράταση στην λογοκρισία (6 Μαρτίου) για τρεις μήνες ακόμα, η παρακράτηση της αλληλογραφία ξεκίνησε και πάλι, και πολλά από τα γράμματα κατασχέθηκαν.

Επίσης, μας ενημέρωσαν ότι ο σύντροφος Nicola Gai ίσως βρίσκεται στην απομόνωση. Περιμένουμε να λάβουμε όλα τα στοιχεία, όσο το συντομότερο δυνατόν, αφού τελειώσουν τα επισκεπτήρια στη φυλακή.

(Πηγή : autistici.org)

(Μετάφραση Traces of Fire)

Παναγιώτης Αργυρού: Πολίτικη δήλωση για Εφετείο της υπόθεσης Χαλανδρίου

Η Εξέγερση δεν διαπραγματεύεται

Ο χρόνος είναι η ασθένεια της πραγματικότητας. Στη φυλακή ο χρόνος είναι λες και δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας βαραίνει σαν να πλημμύρισε ρινίσματα μολύβδου και καθημερινά τα πνευμόνια μας γεμίζουν από αυτό το άρρωστο οξυγόνο που μας βαραίνει και μας βαραίνει, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Βαραίνεις τόσο που κάποια στιγμή αρχίζεις να νομίζεις ότι σε κάθε σου βήμα σκοτώνεις και μία μέρα από τη ζωή σου, βήμα και μέρα, βήμα και μέρα…

Στα εξήμισι σχεδόν, χρόνια που βρίσκομαι αιχμάλωτος, έχω νιώσει να σκοτώνω πολλές μέρες στα ατελείωτα πήγαινε-έλα στις δικαστικές αίθουσες. Το άθλιο αυτό τελετουργικό των δικαστηρίων που διεξάγεται στο όνομα των νόμων της Δημοκρατίας, το έχω δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές και κάθε ξεχωριστή φορά έφευγα με ένα σακούλι δεκαετίες φυλακής στην πλάτη. Δεν είναι, όμως, μόνο οι βαριές ποινές που μου επιφύλαξε όλη αυτή η γραφειοκρατική βαρβαρότητα, η οποία αρέσκεται να αλέθει ζωές στη μυλόπετρα της δικαιοσύνης, που με ενοχλεί περισσότερο, όσο αυτό το αλαζονικό και αυτάρεσκο ύφος των δικαστών που εκτελούν την ελευθερίας μας νιώθοντας μέσα τους ότι εκπροσωπούν και κάτι το ανώτερο.

Τώρα, λοιπόν, βρισκόμαστε στη διαδικασία επανάληψης αυτών των δικών, μία διαδικασία στην οποία επανεξετάζονται οι πρωτόδικες δικαστικές κρίσεις για το αν ήταν ορθές ή όχι. Προσωπικά, δεν προσήλθα σε αυτή τη διαδικασία για να ζητιανέψω για ελαφρυντικά και άλλες τυχόν νομικές ελαφρύνσεις. Προσήλθα, όμως, με σκοπό να σταθώ αντιμέτωπος με την προπαγάνδα της εξουσίας, μία προπαγάνδα που θέλει να νομιμοποιήσει ηθικά και πολιτικά τις καταδίκες μας.
Για την Κυριαρχία είναι ιδιαίτερα σημαντικό και σκόπιμο όχι μόνο να εξοντώνει τους εχθρούς της καταδικάζοντας τους σε σε πολύχρονες ομηρίες, αλλά και το να τους αποδομεί σαν προσωπικότητες ώστε τα κίνητρά τους και οι πράξεις τους να φαντάζουν ιδιοτελείς, σκοτεινές, βρώμικες και οτιδήποτε άλλο εκτός από πράξεις που στοχεύουν στον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας: την εξουσία.

Για τη Δημοκρατία είμαστε μονάχα μερικοί εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να μας βαφτίζει τρομοκράτες, να ψηφίζει ειδικούς νόμους δίωξής μας, να δημιουργεί ειδικά σώματα καταδίωξης μας, μπορεί να μας δικάζουν σε ειδικές αίθουσες δικαστηρίων από ειδικούς δικαστές κληρωμένους ειδικά για αυτές τις περιστάσεις, μπορεί να μας κρατούν, ενίοτε, δέσμιους κάτω από ειδικές συνθήκες απομόνωσης ή και να φροντίζουν να μας επιβάλλουν κάθε πιθανό και απίθανο σενάριο εξαίρεσης μας από διάφορα δικαιώματα-κεκτημένα των κρατουμένων, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Κι εδώ παρατηρείται το εξής εξαιρετικά ασυνήθιστο. Παρά το ότι η δράση μας θεωρητικά υπάγεται στο κοινό ποινικό έγκλημα, όλο το πολιτικό σύστημα αισθάνεται την ανάγκη να την καταδικάζει πολιτικά διαρκώς, εκδηλώνοντας τον αποτροπιασμό του. Το ίδιο και ένας ολόκληρος συρφετός από δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς παντός είδους, φιγούρες του αριστεροπροοδευτικού καλλιτεχνικού στερεώματος και γενικά διάφορες προβεβλημένες και καταξιωμένες κοινωνικές προσωπικότητες. Όλοι αυτοί μαζί φροντίζουν να διατρανώνουν, σε όλους τους τόνους πόσο απεχθής τους είναι η κουλτούρα της βίας και πόσο “η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα”. Τέτοιος ντόρος, φυσικά, ποτέ δεν έχει γίνει για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου και ούτε πρόκειται να δούμε κάποια έκπληξη στο μέλλον.

Κι όμως, στα δικαστήρια αυτά, συχνά, οι εισαγγελείς νιώθουν την ανάγκη να προσθέσουν στις μακροσκελείς, συνήθως, αγορεύσεις τους, πέρα από τις νομικές διατυπώσεις και κάποιες πολιτικές θέσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει σε αίθουσες σαν κι αυτήν, εισαγγελείς να σπεύδουν να σχολιάσουν πολιτικά το τι σημαίνει τρομοκρατία, τι σημαίνει πολιτικό έγκλημα, και για ποιο λόγο είναι απαραίτητα τα όρια της διαμαρτυρίας στη Δημοκρατία. Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι εισαγγελείς εμφανίζονται να φορούν την Πορφύρα της Δημοκρατίας και να κηρύττουν την ηθική, την πολιτική και την πολιτισμική της ανωτερότητα για να καταλήξουν, τέλος, στην κλασική αρχαία γνωστή ετυμηγορία “αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν”. (Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία).

Μπορεί, φυσικά, να μην επαναλαμβάνουν τα λόγια που ο Σοφοκλής έβαλε στο στόμα του Κρέοντα στο πασίγνωστο έργο του “Αντιγόνη”, αλλά το νόημα είναι πάντοτε το ίδιο. Οι εισαγγελικές κρίσεις, εκπροσωπούσες το αξιακό σύμπαν της εξουσίας, δεν αρκούνται μονάχα στην έκδοση απλών κλασικών καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά επιδιώκουν να κατακεραυνώσουν την έμπρακτη εναντίωση στην εξουσία της Δημοκρατίας και τη βίαιη αμφισβήτηση των νόμων και των θεσμών της. Αυτά, λοιπόν, τα ειδικά δικαστήρια, επισήμως, αρνούνται να παραδεχτούν ότι στην πραγματικότητα είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου αλλά παράλληλα πασχίζουν με αγωνία, ως τελευταία προπύργια της ηθικής νομιμότητας του συστήματος, να υπερασπιστούν τις “ύψιστες” αξίες της Δημοκρατίας. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσε παρά να συνιστά μία έμμεση, έστω, παραδοχή ότι οι δίκες αυτές στην πραγματικότητα είναι και δίκες αξιών.

Στον πραγματικό κόσμο, τον υλικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι ιδέες εκείνες που δεν βρίσκουν ένα αντίκρυσμα σε αντίστοιχες πράξεις είναι ιδέες κούφιες, κενές, άδειες από κάθε ουσία και νόημα. Αν εγώ σήμερα, είμαι όμηρος της εξουσίας και δικάζομαι ξανά και ξανά, είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό είναι γιατί άφησα την ιδέα της αναρχίας να τρυπώσει μέσα μου και επέλεξα να ζήσω πολεμώντας με διάφορους τρόπους την εξουσία. Ερωτευμένος με την αξία της απόλυτης ελευθερίας, πιστεύοντας ακράδαντα μέσα μου πως κάθε είδους εξουσία, όποιο μανδύα κι αν ενδύεται κάθε φορά, δεν είναι παρά ένα βρόγχος στο λαιμό των ανθρώπων που σφίγγει και στραγγαλίζει την ελευθερία τους, μίσησα τους νόμους, τους κανόνες και την ηθική του κόσμου σας. Περιφρόνησα κάθε αρχή, σιχάθηκα κάθε έννοια πειθαρχίας, κι αγάπησα την ιδέα της εξέγερσης με την έννοια της διαρκούς έμπρακτης εναντίωσης στην εξουσία. Η γοητεία που άσκησε πάνω μου η ομορφιά της απόλυτης ελευθερίας ως αξία δεν ήταν ένα μετεφηβικό καπρίτσιο, ούτε ένας απλός νεανικός παροξυσμός από την εύκολη συγκίνηση της αδρεναλίνης και σίγουρα δεν ήταν αποτέλεσμα ενός τυχαίου περάσματος απ’ το διάδρομο μιας βιβλιοθήκης με αναρχικούς συγγραφείς.

Σε μια εποχή που η κοινωνική διαμαρτυρία και οι όποιοι κοινωνικοί αγώνες θεωρούνταν στην καλύτερη είτε κάτι το ντεμοντέ, το ξεπερασμένο, ένα απομεινάρι μιας παλιάς γραφικής εποχής που έπρεπε να μπει σε κάποιο μαυσωλείο τιμής ένεκεν, είτε ένα πεδίο ανάδειξης δικαιωματιών του συνδικαλισμού (και του εργατικού και του φοιτητικού) που συσπείρωναν την εκάστοτε κομματική πελατεία με έναν πανάθλιο πολιτικαντισμό, η μόνη κοινωνική δυναμική που όρθωνε το ανάστημά της με μαχητικούς όρους ήταν ο κόσμος της αναρχίας και ευρύτερης αντιεξουσίας. Πήρα την απόφαση να αποτελέσω ενεργό κομμάτι της δυναμικής αυτής, ωστόσο οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής έπλασαν σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη κοσμοαντίληψη μου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, τότε που εγώ άρχισα να παίρνω μέρος στα δρώμενα του αναρχικού χώρου, η διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα απέπνεε έναν απόλυτο ζόφο. Η πολιτική ηγεμονία του συστήματος είχε χτίσει δύο ισχυρότατες κολώνες, πλέον, πάνω στην κοινωνία:

  1. I) Από τη μία, η συστηματική διαφθορά και εξαγορά των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, κάτι που ξεκίνησε να εφαρμόζει ως κεντρική πολιτική η Σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της εξουσίας, ήδη από το 1980 και μετά, δημιούργησε ένα ολόκληρο χαοτικό σύμπαν “ταξικών αντιφατικών τοποθετήσεων”, που πέτυχαν μια ριζοσπαστική αναδιάρθρωση των, έως τότε, κοινωνικών τάξεων. Αυτή η εκρηκτική κοινωνική κινητικότητα εμφάνισε, από το πουθενά, καινούργιες κατηγορίες νεόπλουτων, ενώ η πάλαι ποτέ απεχθής (ακόμα και για την αριστερά του παρελθόντος) τάξη των νοικοκυραίων γιγαντώθηκε σε αδιανόητα μεγέθη, καθώς μέσα σε μία δεκαπενταετία αυξήθηκαν κατά χιλιάδες οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι παντός είδους μικρομεσαίοι εισοδηματίες, καθώς και οι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες ακινήτων και αγροτικών γαιών, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (τα λεγόμενα “μικροαφεντικά”) και οι κάθε είδους μικρομεσαίοι αυτοαπασχολούμενοι. Το κενό που δημιούργησε αυτή η άτυπη σοσιαλδημοκρατική, κοινωνική μεταρρύθμιση σε φτηνά εργατικά χέρια (σε σκλάβους, δηλαδή, που δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους) καλύφθηκε στη συνέχεια από την πολιτική ανοικτών συνόρων, που άρχιζε να εφαρμόζεται αργότερα, από το 1990 και μετά, όπου οι τεράστιες μεταναστευτικές εισροές άρχισαν να κατακλύζουν την ελληνική επικράτεια. Οι τρύπες, που είχαν παρουσιαστεί στον παραγωγικό τομέα, καλύφθηκαν από χιλιάδες πρόθυμα και φτηνά εργατικά χέρια μεταναστών, που κάτω από τις πιο ελεεινές συνθήκες εκμετάλλευσης (μαύρης ως επί τω πλείστον) έχτισαν με τον ιδρώτα τους, και πολύ συχνά με το αίμα τους, το μικρό θαύμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα το μεγαλύτερο, συντριπτικά, μέρος της κοινωνίας απολάμβανε μακάρια τις μέρες της αφθονίας του ακονίζοντας, συχνά πυκνά, τα ρατσιστικά του ένστικτα.

Αυτή η στρατηγική της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποσκοπούσε, προφανώς, στην πυρόσβεση της κοινωνικής οργής που ήταν έκδηλη ως το 1980 και στην ομαλή διατήρηση του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς ριζοσπαστικές αναταράξεις. Αν και αυτού του είδους οι πολιτικές τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν νέες, αλλά έχουν αναλυθεί εκτενώς στο παρελθόν, ακόμα και από εξέχουσες μορφές του κομμουνιστικού πάνθεον, όπως ο ίδιος ο Μαρξ και ο Λένιν (που μιλούσαν για τη δυνατότητα της σοσιαλδημοκρατίας να διαφθείρει σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μία “εργατική αριστοκρατία”, της οποίας τα σύνορα με την αστική τάξη καθίστανται δυσδιάκριτα και που αποτελεί κοινωνικό στήριγμα της μπουρζουαζίας ή την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού), δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό πολιτικό ανάχωμα σε αυτήν την προέλαση της κοινωνικής διαφθοράς, καθώς μονάχα μερικές επαναστατικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης στάθηκαν εχθρικά, καθώς και η αναρχία που μαζί με κάποια ανυπότακτα κομμάτια της νεολαίας, υπήρξαν φάρος εξέγερσης και αντίστασης σε όλη αυτή τη σαπίλα. Για αυτό και δέχτηκε, εξάλλου, την ανελέητη κρατική καταστολή.

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό κράτος, εξαρχής ιδρύσεώς του, να μην ήταν παρά μία αξιολύπητη χώρα εξάρτησης, δεμένη στα γεωπολιτικά συμφέροντα άλλων δυνάμεων και με τη θηλιά των εξωτερικών δανεισμών στο λαιμό της, αλλά ακόμα και έτσι, δίχως προηγμένη βιομηχανική ανάπτυξη ή την εκμετάλλευση άλλων τρίτων χωρών, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατάφερε να πετύχει με απόλυτους όρους, τη δημιουργία μιας από τις πιο σιχαμένες και σκατόψυχες “εργατικές αριστοκρατίες” που έχει υπάρξει, ίσως, ποτέ. Αξιοποιώντας από τη μία ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και κονδύλια, καθώς και την καθοδηγούμενη ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και πατώντας πάνω στις ράχες και στα πτώματα των “σκλάβων-μεταναστών”, η ελληνική “κοινωνική βάση του οπορτουνισμού” διευρύνθηκε τόσο που τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα άρχισαν σχεδόν να ευθυγραμμίζονται. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που γεννήθηκε η συλλογική ταυτότητα του “νεοέλληνα” και  στο κοινωνικό πεδίο. Βασίλευσαν οι αξίες της διαφθοράς, της παραδοπιστίας και του απόλυτου κοινωνικού κανιβαλισμού, καθώς όπου κι αν κοιτούσες γύρω σου, έβλεπες την επιβεβαίωση της υπαρξιακής ρήσης του Καζαντζάκη: “ο άνθρωπος είναι χτήνος (….) Του έκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Του έκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.”

  1. II) Από την άλλη πλευρά έχουμε τη βάναυση επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας ως πολιτισμική τροφή, πλέον. Η πρεμιέρα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών άρχισε να γράφει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι πίσω από κάθε σταθμό συστρατεύονταν πότε με το ένα και πότε με το άλλο μπλοκ εξουσίας. Αυτό, φυσικά, ήταν το ένα κομμάτι. Το άλλο ήταν, ότι παράλληλα άρχισε μία άνευ προηγουμένου πολιτισμική πλύση εγκεφάλου μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες που άρχισε σιγά σιγά να θεμελιώνει τη δικτατορία της μαζικής κουλτούρας. Ο δυτικός πολιτισμός και τρόπος ζωής υπερπροβλήθηκαν ως μονόδρομος και ταυτόχρονα μία απίστευτη υπερπροσφορά προϊόντων πολυεθνικών εταιρειών γέμισε τις βιτρίνες και τα ράφια της αφθονίας με ένα σωρό αγαθά, τόσο πρώτης ανάγκης, όσο και ολότελα κατασκευασμένων από την καταναλωτική κουλτούρα, που δεν άργησε να γίνει και ιδεολογία (καταναλώνω άρα υπάρχω). Η επενέργεια της διαφήμισης στο συλλογικό θυμικό και υποσυνείδητο δεν έφερε μόνο μία τεχνητή αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος αλλά ενίσχυσε καταλυτικά την επιβολή αισθητικών προτύπων, στερεοτυπικών κοινωνικών ρόλων καθώς και μία γενικότερη αντίληψη περί τρόπου ζωής, σκέψης και διασκέδασης. Κάτι που είχε αντανάκλαση και στην αστική πολεοδομία. Η άνθιση, σαν τα μανιτάρια των cafe-bars, των fast-foods, των εμπορικών κέντρων τύπου Village, Mall, κτλ και η αχαλίνωτη βιομηχανία της νυχτερινής διασκέδασης προκάλεσαν την πολεοδομική μεταμόρφωση ολόκληρων περιοχών που από μία μέρα στην άλλη μεταμορφώνονταν σε εμπορικές ζώνες ή ζώνες εναλλακτικής, λαϊκής, κυριλέ ή trendy διασκέδασης. Ο εκσυγχρονισμός, φυσικά, των δημόσιων και ημι-δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν καθόλου αθώος σε όλη αυτή τη διαδικασία πολεοδομικής ανάπλασης.

Επιπλέον, η διαδραστική επίδραση του θεάματος στο συλλογικό φαντασιακό άρχιζε να εκφυλίζει ολοένα και περισσότερο τη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα από το αηδιαστικό πολιτισμό που παρήγαγε το lifestyle, το λαμπερό star system, καθώς και τα διάφορα reality και talent shows. Γεννήθηκε έτσι, ένας εκτρωματικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων που διαστρέβλωνε κάθε αξία που μπορεί να σήμαινε κάτι αυθεντικό (αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, κτλ) ενώ αλλοιώθηκε δραματικά η αντίληψη των ανθρώπων για τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, κάθε σχέση που μπορεί να εμπεριείχε μία αγνή ιδιοτέλεια (όπως η φιλία, ο έρωτας, η συντροφικότητα) διαστρεβλώθηκε, με αποτέλεσμα η πλέον διαδεδομένη αντίληψη για όλων των ειδών τις σχέσεις να είναι ότι, αν δεν έχουν εργαλειακό χαρακτήρα, δεν πάνε πουθενά.

Αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, καθώς και της ίδιας της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων έγινε κυρίαρχος με τόσο απόλυτο τρόπο, ώστε η κάθε εμφάνιση μιας απόκλισης από αυτόν (είτε ενσυνείδητης είτε υποσυνείδητης) να προσκρούει πάνω σε έναν ισχυρό κοινωνικό ρατσισμό και μια πλειάδα κοινωνικών προκαταλήψεων, που άλλοτε εκδηλώνονται με τη μορφή μιας συλλογικής υποτίμησης, απαξίας, χλευασμού, κτλ. και άλλοτε με τη μορφή της ανοικτής επιθετικότητας, του μίσους και του κανιβαλισμού οποιασδήποτε προσωπικότητας γίνει αντιληπτό ότι διαφέρει.

Αντιλαμβανόμενος, λοιπόν, αυτόν τον κοινωνικό ζόφο της εποχής μου, ένα ζόφο που έπλασε μία καθολική, συλλογική ταυτότητα κανιβαλισμού, ένα συλλογικό, κανιβαλικό “εμείς”, εχθρικό απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, σε οτιδήποτε αμφιβάλλει, αμφισβητεί, σε οτιδήποτε εξεγείρεται και επιτίθεται στο υπάρχον, έβλεπα πως μόνο και μόνο  η επιλογή του να θες να είσαι αναρχικός δεν μπορεί παρά να είναι μία αντικοινωνική επιλογή, αφού στέκεται εχθρικά απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα. Στάθηκα ενάντια, λοιπόν, στην κοινωνία (όχι ως ένα ενιαίο άθροισμα ανθρώπων, όπως θεωρούν ότι την εννοούμε κάποιοι που επιτίθενται σε σκιάχτα των θέσεών μας) ως μηχανή αναπαραγωγής όλων των κυρίαρχων ιδεολογιών, αντιλήψεων, σχέσεων, αξιών. Ενάντια σε αυτή την κοινωνία ως πλυντήριο της εξουσιαστικής τυραννίας της δημοκρατίας, των νόμων και των θεσμών της, ενάντια σε αυτό το αδυσώπητο, συλλογικό “Εμείς” που συνθλίβει και κατακρεουργεί κάθε διαφορετικότητα, με κάθε δυνατό τρόπο, επέλεξα την υπεράσπιση ενός Εγώ, ενός εξεγερμένου Εγώ, ενός αναρχικού Εγώ, ενός Εγώ διατεθειμένου να υπερασπιστεί κάποιες αξίες, ακόμα κι αν αυτό αρκούσε από μόνο του να στρέψει όλον τον κόσμο εναντίον του. Ενός Εγώ που μπορεί να εκτιμά περισσότερο την αξία ενός όμορφου δάσους, παρά μία απέραντη τσιμεντούπολη στην οποία ανθρώπινα μυρμήγκια κινούνται ακατάπαυστα ζώντας για να δουλεύουν, δουλεύοντας για να καταναλώνουν, καταναλώνοντας για να υπάρχουν και υπάρχοντας για να δουλεύουν. Ξέρω ότι αυτές οι αναφορές μου στο ζεύγος “εμείς-εγώ” ξενίζουν και ερεθίζουν την εριστικότητα πολλών. Ας έχουν υπόψιν του, πως τόσο ο Φασισμός όσο και ο Ναζισμός, το συλλογικό Εμείς κολάκεψαν στην πορεία τους προς την εξουσία. Από την άλλη, ο αναρχικός ριζοσπαστικός φεδεραλισμός ποτέ δεν εξέλαβε το Εμείς ως υπεράνω του Εγώ, αλλά ως μία ισότιμη αρμονική συνύπαρξη.

Στο δικό μου το μυαλό κλείδωσα, λοιπόν, αρκετά νωρίς ότι το να υπερασπίζεσαι και να μάχεσαι για μια αξία, για ένα ιδανικό, για ένα όνειρο ή απλώς για αυτό που θεωρείς ηθικό και δίκαιο, δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση αναλόγως το πόσους έχεις δίπλα σου ή το πόσο ελκυστική φαίνεται αυτή η στάση ζωής στην κοινωνική πλειοψηφία. Η υπεράσπιση κάποιων πραγμάτων που αξιακά θεωρεί κάποιος υψηλά, μπορεί να είναι κάλλιστα μία ατομική επιλογή και καθόλου δεν χάνει την αξία της ως τέτοια, ίσα ίσα που την καθιστά πολλές φορές και πιο όμορφη, αν και σίγουρα δυσκολότερη. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος εξασφαλισμένη την κοινωνική συναίνεση ή τη λαϊκή αποδοχή για να υπερασπίζεται ανοιχτά τη θέση πως “η Γη γυρίζει”, καθώς η ηθική υπεροχή μιας τέτοιας στάσης ζωής δεν κρίνεται με όρους μπακάλικους, αλλά με όρους αξιακούς. Από αυτή την άποψη το να υπερασπίζεσαι ανοιχτά πως “η Γη γυρίζει”, ακόμα κι όταν όλη η κοινωνία θέλει να σε δει να καίγεσαι στην πυρά, τι άλλο είναι αν όχι μια επιλογή κόντρα στην κοινωνία, συνεπώς αντικοινωνική;

Η δική μου αξία, λοιπόν, αυτή που εγώ θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστώ, να δώσω μάχη για αυτήν ήταν αυτή ακριβώς η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας. Έχω ξοδέψει κι εγώ άπειρες στιγμές ονειροπολώντας έναν ελεύθερο κόσμο, όπου απόλυτα ελεύθεροι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους απόλυτα ελεύθερες σχέσεις, αλλά ξυπνώντας απ’ την ονειροπόληση αυτή και αντικρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, κατέληγα σε έναν κυνικό πολιτικό ρεαλισμό ότι τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει εφικτό αν δεν καταστραφεί εξ’ ολοκλήρου η κοινωνία, που είναι η μήτρα όλων αυτών των συνθηκών που αποτελούν τις συμπληγάδες πέτρες που συνθλίβουν τις υπάρξεις μας. Θεωρώντας ότι πλέον ζω σε ένα εχθρικό περιβάλλον που όλοι γύρω μου είναι διατεθειμένοι να στραφούν ενάντια σε άτομα σαν κι εμένα μόνο και μόνο γιατί διαφέρουμε, υιοθέτησα αυτόν τον κυνικό πολιτικό ρεαλισμό και ως θέαση των πραγμάτων, κι αυτόν ακριβώς το ρεαλισμό είναι που εγώ, προσωπικά, ορίζω ως μηδενισμό.
Έτσι, λοιπόν, ως αναρχικός υιοθέτησα λογικές και πρακτικές ατομικής και συλλογικής εξέγερσης, επιλέγοντας να έχω μια ρηξιακή σχέση με το υπάρχον, την πολιτική του διάρθρωση, καθώς και με την κοινωνία μέσα από την οποία αναπαράγεται καθώς πλέον  η νομιμοποίηση του στην κοινωνική συνείδηση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Την ένταξή μου και τη στράτευσή μου στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς την είδα και τη βίωσα ως την επιβίβαση μου σε ένα πειρατικό καράβι που δεν σκόπευε ποτέ να καταλήξει σε κάποιο σίγουρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά να διασχίσει τα ανεξερεύνητα και αχαρτογράφητα νερά της άγριας ελευθερίας και της αναρχικής επίθεσης, κουρσεύοντας τη σύγχρονη αποικιοκρατία των ζωών μας, κάτι που θεωρώ μια όμορφη και συγκινητική εμπειρία για την οποία δεν πρόκειται να μετανιώσω ποτέ.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τουλάχιστον έτσι όπως εγώ τη βίωσα μου προσέφερε τη δυνατότητα να συλλογικοποιήσω τις επιθυμίες για άρνηση, επίθεση και καταστροφή, όμως ταυτόχρονα ήταν και κάτι πολύ περισσότερο. Πιο σημαντικό από τις δεκάδες επιθέσεις σε στόχους της κυριαρχίας και του συστήματος (που θα αποφύγω να αναφέρω για πολλοστή φορά) ήταν το γεγονός ότι ένιωσα την ευκαιρία να ενωθώ μαζί με άλλες συντροφικότητες για να συγκρουστούμε μετωπικά με τη Δικτατορία της μαζικής κουλτούρας και της κυρίαρχης ιδεολογίας που είχε ριζώσει βαθιά μέσα στην κοινωνία σαν καρκίνος με πολλαπλές μεταστάσεις. Αποφεύγοντας τις παγίδες ενός φθηνού λαϊκισμού, που δεν θέλει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους χάριν κάποιας κοινωνικής απεύθυνσης, σε αυτιά, ήδη, εχθρικά και προκατειλημμένα απέναντί μας, πήραμε συλλογικά την απόφαση να κάνουμε μια κριτική σκιαγράφηση της κοινωνίας, των δυναμικών που εκτυλίσσονται εντός της και των κοινωνικών κομματιών που περιδινίζονται σε αυτές. Η κριτική αυτή θέση δεν είχε ποτέ σκοπό να προτάξει ένα γενικό και τυφλό ολοκαύτωμα, αλλά μια σκεπτικιστική και υποψιασμένη θέαση διάφορων κοινωνικών συμπεριφορών που στην τελική έχουν περιγράψει και επιφανείς κομμουνιστικές προσωπικότητες, διάσημοι υπαρξιστές φιλόσοφοι, αναρχικοί ατομικιστές και μηδενιστές άλλων εποχών, νεομαρξιστές διαφόρων σχολών, καταστασιακοί θεωρητικοί, καθώς και πλήθος πολιτικοποιημένων λογοτεχνών και ποιητών του ρεύματος της κοινωνικής ηθογραφίας. Μπορεί να μετανιώνω για διάφορα πράγματα στη ζωή μου, η επιλογή, όμως, να υπηρετήσω μια τέτοια στρατηγική δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ένα από αυτά.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου παρουσία στο περιβόητο σπίτι στο Χαλάνδρι, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι, πως 100% δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπόλοιπων ευρύτερων, φιλικών, συγγενικών σχέσεων που άλλοι άνθρωποι έτυχε να έχουν με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν εντελώς αυθαίρετα. Από αυτήν την άποψη δεν μπορώ παρά να αναλάβω κάθε ευθύνη σε ότι αφορά την ύπαρξη του εκρηκτικού μηχανισμού που βρέθηκε στο σπίτι καθώς μόνο άγνωστη δεν μου ήταν. Λυπάμαι πολύ που ένα τέτοιο επιχειρησιακό λάθος, στο οποίο προφανώς ήμουν αναμειγμένος προσωπικά, όπως το να βρίσκεται ένας εκρηκτικός μηχανισμός έστω και για πολύ λίγες ώρες σε ένα καθ’όλο νόμιμο σπίτι που μπαινοβγαίνουν δεκάδες άσχετοι άνθρωποι, έγινε αιτία να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία διώξεων κόσμου που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την ΣΠΦ. Το ηθικό κομμάτι όμως αυτής της κατασκευής δεκάδων κατηγορητηρίων θα βαραίνει για πάντα την ίδια την αντιτρομοκρατική καθώς και την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς της δικαιοσύνης που φρόντισαν να καλύψουν το μακιαβελισμό και τη λογική παράπλευρων διώξεων που είδαμε όλα αυτά τα χρόνια, από το 2008 έως και σήμερα.

Εσείς τώρα λοιπόν όντας κομμάτι αυτού του αποστήματος από ποια θέση θα κρίνετε τη δική μου στάση ζωής; Το γεγονός ότι επέλεξα να οπλίσω τις επιθυμίες μου και να διαλέξω την εξεγερτική βία απέναντι σε κάθε μορφή τυραννίας πως μπορεί να κριθεί αξιακά από προσωπικότητες σαν κι εσάς που είναι απλώς ενεργούμενα του κόσμου της εξουσίας; Δεν σας αρκεί όμως η χρήση της στυγνής δύναμης που σας παρέχει η θέση σας, δε σας φτάνει μόνο να ρυθμίσετε το χρόνο που θα παραμείνω όμηρος στα κελιά της δημοκρατίας, αλλ μα θέλετε να ξεπλύνετε ηθικά και πολιτικά την ταφόπλακα που βάζετε πάνω στην ελευθερία μου, θέλετε όλο αυτό να γίνει στο όνομα δήθεν κάποιων ανώτερων αξιών και ηθικών πλεονεκτημάτων. Τέτοια όμως δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Θα αρκούσε να παρακολουθήσει αυτή εδώ την διαδικασία ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που δεν ξεπούλησε τελείως ακόμα την αξιοπρέπεια του για να σας σιχαθεί κατευθείαν κι εσάς και τα υποτιθέμενα ανώτερα ιδανικά σας. Όλη αυτή η διαδικασία που φανερά ξεπλένει και συγκαλύπτει σοκαριστικές αντιφάσεις των επίλεκτων διωκτικών αρχών που μας έχουν αναλάβει, ώστε να του μπει στο μυαλό η ιδέα να κάψει συθέμελα ή και να τινάξει στον αέρα ένα δικαστήριο, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο του φαινόταν αδιανόητο πριν.

Η σύγκρουση η δική μας δεν αφορά μονάχα εμάς και αυτήν εδώ την αίθουσα, καθώς δεν είναι ξεκομμένη από την συνολική ανθρώπινη ιστορία. Σε αυτήν εδώ την σύγκρουση ενυπάρχει η αναπαράσταση της προαιώνιας σύγκρουσης μεταξύ Εξουσίας και Εξέγερσης, μεταξύ Πειθαρχίας και Ανυπακοής. Είναι αλήθεια πως επέλεξα τον δρόμο της βίας και προέβην σε βίαιες πράξεις. Έντυσα την ανυπακοή μου και την εξέγερση μου με φωτιά και μπαρούτι και τη έστρεψα σε κάθε τι που συμβολίζει και υπηρετεί την Κυριαρχία. Όταν ακούω το “η βία είναι ίδια απ’ όπου κι αν προέρχεται” φτύνω γιατί αηδιάζω. Γιατί σε αυτήν την φράση κρύβεται η αλαζονεία της εξουσίας που θέλει το μονοπώλιο της βίας για τον εαυτό της. Γιατί πως είναι δυνατόν η βία της εξέγερσης όσο  στυγνή και αμείλικτη κι αν είναι, να συγκριθεί με την βία της εξουσίας; Πως μπορούν να μπουν στον ίδιο παρανομαστή αυτά τα δύο, με ποιο θράσος τολμούν και εξισώνουν τη μια μορφή βίας με την άλλη; Πως μπορεί να είναι ποτέ ίδια η βία των εξεγερμένων σκλάβων της Ρώμης με τη βία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας; Πως μπορεί να είναι ίδια η βία του εξεγερμένου δούλου ενάντια στο μαστίγιο του δουλέμπορου; Πως μπορεί να συγκριθεί η βία του τυραννοκτόνου με τη βία του τυράννου; Πως μπορούν να συγκριθούν όλα τα δικαστήρια του κόσμου καμένα με μια μόνο ανθρώπινη ελευθερία που σαπίζει κάπου θαμμένη σε κάποιο τσιμεντένιο τάφο;

Δεν έχετε λοιπόν κανένα ηθικό πλεονέκτημα υπέρ σας, καμία ανώτερη αξία που πάνω να νίψετε τας χείρας σας για τους αποκεφαλισμούς ελευθεριών που υπογράφετε. Εγώ από την άλλη έχω από την δική μου μεριά την ηθική δικαίωση της εξέγερσης που ύψωσε το ανάστημα της απέναντι στην εξουσία. Κι αυτό μου αρκεί. Κι είναι αρκετά όμορφο από μόνο του που δεν μετανιώνω για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής. Και ναι είναι αλήθεια πως οι συνέπειες είναι βαριές. Η στέρηση της ελευθερίας, η αναπηρία των αισθήσεων, η απώλεια όλων εκείνων των αυτονόητων που εκτιμάς όταν πια εκλείπουν, είναι πράγματα που βαραίνουν, και βαραίνουν πολύ όσο περνάει ο καιρός στη φυλακή. Τόσο που σε κάθε βήμα νιώθεις πως σκοτώνεις μια μέρα από την ζωή σου…

Κι όμως η ομορφιά της επιλογής του να αντεπιτεθώ  στην εξουσία βαραίνει περισσότερο. Και για αυτό δεν μετανιώνω για αυτή την επιλογή γιατί ποτέ δεν ήμουν διατεθειμένος να την παζαρέψω. Ποτέ μα ποτέ δεν λογάριασα τις αξίες μου στο ζύγι του ρεαλισμού και του εφικτού. Η αξία της αναρχίας, η αξία της απόλυτης ελευθερίας είναι απ’ τα πιο όμορφα πράγματα για να δώσει μάχη κανείς. Και κάθε φορά που ρωτούσα τον εαυτό μου αν θα έπαιρνα την ίδια επιλογή κόντρα σε όλα τα προγνωστικά η απάντηση κάθε φορά ήταν “Ναι”. Θα έκανα την ίδια επιλογή κι ας ήταν εξαρχής γροθιά στο μαχαίρι. Θα την έκανα ακόμα κι αν ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που θα πίστευε σε αυτή, ακόμα κι αν όλα φαίνονταν μάταια και άσκοπα, ακόμα κι αν ήξερα ότι όλα αυτά θα θαφτούν στο σκοτάδι και ότι κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ότι υπήρξε μια τόσο απελπισμένη μάχη, ακόμα και τότε πάλι την ίδια επιλογή θα έκανα. Γιατί πολύ απλά η αξία της εξέγερσης δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση.

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF

Π.Αργυρού-εφετείο ΣΠΦ:Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

Η Αρχιτεκτονική των αντιφάσεων και η επιστημονική μυθολογία της αντιτρομοκρατικής.

 

Τους προηγούμενους μήνες έλαβε χώρα ένας επιπλέον κύκλος εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας. Κάποιες από αυτές έχουν ενδιαφέρον καθώς είναι αποκαλυπτικές ως προς τις μεθοδεύσεις του συνόλου των διωκτικών αρχών. Δεδομένης της έλλειψης ενημέρωσης όπως αυτή φάνηκε στα κενά της αντιπληροφόρησης (σκοπούμενα ή μη) θα αποπειραθώ να καταγράψω εκείνες τις λεπτομέρειες που θεωρώ ότι αξίζουν αναφοράς.Όσα ακολουθήσουν θα είναι μια όσο το δυνατόν συμπυκνωμένη παράθεση καταθέσεων αρκετών από τους μάρτυρες, σε μια διαδικασία που διήρκεσε αρκετούς μήνες. Σίγουρα θα υπάρχουν παραλείψεις και σημεία που ίσως μου διέφυγαν, οπότε ο εμπλουτισμός των ενημερώσεων και από άλλους μόνο χρήσιμος θα είναι. Δυστυχώς, η απουσία διαθεσιμότητας, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον για την καταγραφή στιγμιότυπων των δικών αυτών (που στην τελική δεν αφορούν μονάχα τους εμπλεκόμενους σε αυτές αλλά και όσους αντλούν ενδεχομένως ένα ενδιαφέρον γύρω από τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις) ενισχύουν τα ελλείμματα ενημέρωσης. Ελπίζω τα όσα αναφερθούν να μπορούν να χρησιμεύσουν κάπου σε υποθέσεις που είναι ήδη ανοιχτές και στις οποίες σύντροφοι δικάζονται με παρόμοια μοτίβα μεθοδεύσεων, όπως αυτά φάνηκαν μέσα από τις καταθέσεις μαρτύρων ( ψεύτικες αναγνωρίσεις, ανώνυμα τηλεφωνήματα, παρακολουθήσεις σπιτιών κτλ). Σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως όλη αυτή η ενημέρωση έχει και μια αυτούσια πολιτική αξία, διότι μέσα από τις περιγραφές προκύπτει αρκετά γλαφυρά το πως οι κατασταλτικοί θεσμοί της Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του εσωτερικού εχθρού που βαφτίζουν “τρομοκρατία”.

 

1) Στην ογκώδη λίστα μαρτύρων κατηγορίας οι περισσότεροι ήταν αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και βαθμίδων. Όχι κάτι παράξενο για υποθέσεις όπως αυτή. Όμως εδώ το αξιοπερίεργο είναι ότι πολλοί από αυτούς δεν είχαν το παραμικρό να πουν γιατί πολύ απλά δεν είχαν κανενός είδους εμπλοκή στις εξεταζόμενες υποθέσεις (εκρήξεις στην οικεία του πρώην υπουργού Παναγιώτη Χηνοφώτη, της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη και στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης). Για παράδειγμα στην περίπτωση της έκρηξης στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης εμφανίστηκαν αρκετοί αστυνομικοί των ΜΑΤ που δεν είχαν να πουν τίποτα απολύτως καθώς ναι μεν υπηρετούσαν στην διμοιρία που αναλάμβανε τη στατική φύλαξη του υπουργείου, τη μέρα της έκρηξης όμως έλειπαν σε άδεια. Ως προς το περίεργο της υπόθεσης οι ίδιοι απάντησαν πως δεν είχαν ιδέα γιατί καλέστηκαν, κι ότι ενώ φρόντισαν να ξεκαθαρίσουν πως έλειπαν σε άδεια, παρόλαυτά τα ονόματα τους μπήκαν στην λίστα με τους μάρτυρες. Αν αυτό το μπέρδεμα αφορούσε μόνο την προανάκριση δεν θα προξενούσε εντύπωση διότι κάτι τέτοια διαδικαστικά λάθη δεν είναι σπάνια. Πως όμως έφτασαν τα ονόματα τους να συμπεριληφθούν στη λίστα μαρτύρων κατηγορίας για την δίκη; Ούτε και η πιο αφελής καλοπιστία δεν θα δεχόταν το επιχείρημα ότι όλο αυτό οφείλεται σε μια απλή γραφειοκρατική κωλυσιεργία. Δεδομένου μάλιστα ότι η επιλογή των συγκεκριμένων μαρτύρων έγινε, όπως οι ίδιοι είπαν, από την ίδια την αντιτρομοκρατική, η καχυποψία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη μαρτύρων κατηγορίας στη λίστα χωρίς αυτοί να έχουν οτιδήποτε να πουν ήταν μια μεθόδευση και όχι ένα απλό λάθος. Που μπορεί να αποσκοπεί όμως αυτή η φαινομενικά άκυρη μεθόδευση;Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι το να εμφανίζονται πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε μια δίκη, και δη αστυνομικοί, επιβαρύνει από μόνο του το κλίμα. Πόσο μάλλον όταν στην εξέταση τους μπορεί να προκύψει ένα αόριστο κλίμα κινδυνολογίας. Είναι δεδομένο ότι καθώς οι αστυνομικοί έλειπαν σε άδεια μόνο υποθετικά θα μπορούσαν να απαντήσουν σε μια ερώτηση του στυλ : “Από την θέση που ήταν τοποθετημένη η βόμβα θα μπορούσατε να κινδυνέψετε αν είχατε υπηρεσία και εάν η έκρηξη γινόταν πρόωρα ;” Ό,τι κι αν απαντούσαν όμως με αυτή την τεχνική ενισχύεται η γενική εντύπωση ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αντάρτικου πόλης αποσκοπούν ή δεν νοιάζονται για παράπλευρες απώλειες. Δεν είναι τόσο το ποινικό κομμάτι που ενδιαφέρει τις αρχές σε αυτήν την περίπτωση, όσο η πολιτική σκοπιμότητα του να ακούγεται όσο περισσότερο γίνεται αυτή η αόριστη κινδυνολογία, ώστε να χτυπιέται το κύρος και το ηθικό ανάστημα των ανταρτών πόλης, καθώς είναι πάγια τακτική να επιχειρείται η αποδόμηση τους ως εν δυνάμει μακελάρηδες αθώων ανθρώπων. Σε τελική ανάλυση κανείς δεν θα ασχοληθεί με το αν οι αστυνομικοί ήταν ή δεν ήταν παρόντες καθώς αυτό που μένει είναι αυτή η αόριστη κινδυνολογία. Το γεγονός αυτό το πιστοποιεί και η κατάθεση τηλεφωνήτριας της άμεσης δράσης, η οποία ήταν αυτή που κλήθηκε να μεταβιβάσει το προειδοποιητικό τηλεφώνημα στους ανωτέρους της. Η συγκεκριμένη τηλεφωνήτρια αρνιόταν επίμονα να αναγνωρίσει εάν τέτοιου είδους προειδοποιητικά τηλεφωνήματα έχουν ή όχι έναν προστατευτικό χαρακτήρα, βρίσκοντας προφάσεις του στυλ “δεν μπορώ να έχω άποψη επί του θέματος”. Μόνο όταν ρωτήθηκε ότι αφού δεν μπορεί να έχει άποψη γιατί μπήκε στον κόπο να απασχολήσει τους ανωτέρους της, παραδέχθηκε “υποθέτω πως ναι έχουν προστατευτικό χαρακτήρα”.

 

Ανάμεσα στους αστυνομικούς που κατέθεσαν ήταν κι ένα στέλεχος της αντιτρομοκρατικής που ισχυρίστηκε ότι υπηρεσιακό του καθήκον είναι να συλλέγει πληροφορίες μέσω ιστοσελίδων στο ιντερνετ, κι ότι κατά την έρευνα του αυτή, εντόπισε μια ανάληψη της ΣΠΦ στον ιστότοπο athens indymedia. Αρχικά όταν καλέστηκε να εξειδικεύσει το αντικείμενο των ερευνών του απάντησε αόριστα πως ερευνά ανοικτές πηγές στο ιντερνετ, τις οποίες αργότερα προσδιόρισε ως ειδησεογραφικές σελίδες. Σε αυτό το σημείο μη μπορώντας να συνδέσει τις ειδησεογραφικές σελίδες με το athens indymedia άρχισε σιγά σιγά να αποφεύγει τις απαντήσεις ή να απαντάει με ένα τελείως γελοίο τρόπο. Στο τέλος κατέληξε να μας πει πως το αντικείμενο της δουλειάς του είναι να πραγματοποιεί τυχαίες αναζητήσεις στο google και πως τυχαία ανακάλυψε την ανάληψη στο athens indymedia, το οποίο αφενός παραδεχόταν ότι δεν είναι ειδησεογραφικό σαιτ από την άλλη όμως εμφανιζόταν ανίκανος να το εντάξει σε κάποια κατηγορία. Ο λόγος φυσικά ήταν απλός. Ήθελε πάση θυσία να αποφύγει να αναγνωρίσει ότι το athens indymedia είναι ένα αντιεξουσιαστικό μέσο αντιπληροφόρησης, καθώς αυτό θα ήταν μια έμμεση παραδοχή ότι η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί τέτοιου είδους μέσα σε σταθερή βάση.

 

Μια ιδιαίτερη περίπτωση όμως ήταν η εξέταση των αστυνομικών ειδικών φρουρών που υπηρετούσαν στην φύλαξη της οικείας του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης Παναγιώτη Χηνοφώτη. Προσπερνώντας το διόλου ασήμαντο γεγονός πως ένας από αυτούς δήλωσε πως κατά τη γνώμη του η φύλαξη του υπουργού οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, έχει σημασία να σταθούμε στην κατάθεση των άλλων δύο. Αυτοί λοιπόν (και οι δύο) κατέθεσαν πως το διάστημα πριν την έκρηξη αντιληφθήκαν τον οδηγό μιας μοτοσικλέτας να φωτογραφίζει ένα σπίτι στον ίδιο δρόμο με το σπίτι του υπουργού. Αν και ο οδηγός φορούσε κράνος, οι ειδικοί φρουροί αναγνώρισαν με τα διαπεραστικά μάτια τους πως κάτω από το κράνος είναι ένας νεαρός άντρας περίπου 25 χρονών με μακριά σγουρά καστανά μαλλιά. Ως εδώ καλά. Το μόνο παράξενο είναι η ικανότητα των φρουρών να βλέπουν μέσα από κράνη. Το θέμα είναι πως αυτή η περιγραφή συνέπιπτε με την τότε εμφάνιση μέλους της ΣΠΦ. Το πραγματικό πρόσωπο όμως κάτω από το κράνος καλέστηκε και εμφανίστηκε στο δικαστήριο όπου και προέκυψε πως επρόκειτο για έναν επαγγελματία μεσίτη πάνω από 40 χρονών, φαλακρός ήδη από τα 17 του χρόνια, ο οποίος εκείνη την ημέρα τραβούσε φωτογραφίες ένα σπίτι για επαγγελματικούς λόγους. Αυτό το έργο παίχτηκε και στο πρωτόδικο δικαστήριο και συνεχίστηκε και τώρα στο εφετείο. Βέβαια, ενώ όπως είναι λογικό, μιας και η πραγματικότητα διέψευσε τους αστυνομικούς, θα περίμενε κανείς να ανασκευάσουν οι φρουροί τις καταθέσεις τους ή τουλάχιστον να πουν ότι έκαναν λάθος, αυτοί αρνήθηκαν πεισματικά και επέμειναν ακόμα και στο εφετείο στην αρχική τους αναγνώριση. Μπροστά σε αυτό το προκλητικό θράσος τους κατατέθηκε αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο αστυνομικών με τον μεσίτη. Το αίτημα έγινε δεκτό και έτσι εμφανίστηκαν και οι τρεις μπροστά στην έδρα με τους αστυνομικούς να πρέπει να εξηγήσουν το πως ο φαλακρός μεσίτης 40 χρονών μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας 25χρονος νεαρός με μακριά καστανά σγουρά μαλλιά. Σε μια προσπάθεια να τα μπαλώσουν ο ένας αστυνομικός προσπάθησε να τα γυρίσει λίγο λέγοντας ότι “εντάξει δεν είναι απαραίτητο να οδηγούσε ο μεσίτης τη μηχανή την συγκεκριμένη ημέρα”για να πάρει την πληρωμένη απάντηση του μεσίτη πως αυτός ήταν .Το όλο σκηνικό ήταν τόσο γελοίο που ακόμα και η έδρα κρατιόταν να μη γελάσει. Μπροστά σε αυτό το τσίρκο με μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα ο ένας εκ των αστυνομικών άλλαξε την κατάθεση του λέγοντας πως τον οδηγό δεν τον είδε ο ίδιος αλλά ότι μετέφερε ότι του είπε ο συνάδερφος του που τον είδε, έκανε δηλαδή μια διαμεσολαβημένη αναγνώριση. Ο άλλος τώρα που έμεινε μόνος του, καθώς ακόμα και ο συνάδελφος του τον κρέμασε, δεν μπόρεσε ποτέ να αιτιολογήσει, με κάποιο λογικό στοιχείο τουλάχιστον το γεγονός ότι το πρόσωπο που είδε ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το πραγματικό πρόσωπο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Πέρα όμως από το γελοίο του θέματος αυτό που χρήζει προσοχής και είναι ενδεικτικό του πως μαγειρεύονται τέτοιες αναγνωρίσεις, είναι το γεγονός πως οι δύο ειδικοί φρουροί προφανώς καθοδηγήθηκαν από την αντιτρομοκρατική να δώσουν την υπαρκτή περιγραφή ενός προσώπου που βρισκόταν στο στόχαστρο των αρχών, ώστε ακόμα κι αν αυτή διαψευστεί αργότερα στη δίκη να έχουν ήδη δημιουργηθεί εντυπώσεις που θα δώσουν πάσα στο δικαστήριο να ξεθολώσει το τοπίο με κάποια υπεραπλουστατευτική εξήγηση του στυλ: “Μπορεί οι αστυνομικοί να είδαν τον συγκεκριμένο ύποπτο σε άλλο χρόνο και τόπο και να μπερδεύτηκαν”. Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή των αστυνομικών να επιμένανε στην αναγνώριση της πρώτης της κατάθεσης μέχρι και στο εφετείο και ενώ μπροστά στα μάτια τους βρισκόταν με σάρκα και οστά ένας τελείως άλλος άνθρωπος από αυτόν που αναγνωρίσανε, και παρόλα αυτά να μην τίθεται ζήτημα ψευδορκίας αυτεπάγγελτα. Φυσικά όσοι έχουμε αναλάβει ευθύνη για την συμμετοχή μας στην οργάνωση δεν ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ για τέτοιες τεχνικές λεπτομέρειες και για το λεγόμενο αδιάβλητο κύρος της δικαιοσύνης, αλλά για το γεγονός ότι οι διωκτικές αρχές συνολικά μεθοδεύουν πλαστές αναγνωρίσεις προσώπων με σκοπό να τους εμπλέξουν σε υποθέσεις, καθώς δεν είναι καθόλου αδιάφοροτο το ότι ένα σωρό άνθρωποι έχουν βρεθεί να κατηγορούνται χωρίς λόγο για τη ΣΠΦ.

 

Ένας από τους σημαντικότερους μάρτυρες της δίκης (από πολιτικής άποψης) ήταν ο πρώην υπουργός Παναγιώτης Χηνοφώτης, ο οποίος είπε ενδιαφέροντα πράγματα από πολλές απόψεις. Πρώτα από όλα ενίσχυσε τον ισχυρισμό του αστυνομικού της προσωπικής του φρουράς ότι η φύλαξη του οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, προσθέτοντας κιόλας πως “όλα τα πρόσωπα θεσμικού και πολιτικού κύρους και επιφάνειας διαθέτουν προσωπική φρουρά για πολιτικούς λόγους”. Στην συνέχεια μάλιστα παραδέχτηκε πως η βομβιστική επίθεση εναντίον του θα μπορούσε να έχει και πολιτικό χαρακτήρα λόγω της θέσης του ως υπουργός το 2009. Σε σχέση με την ίδια την ΣΠΦ ανέφερε πως ενημερώθηκε σχετικά πρώτη φορά από κάποιον αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής, αρμόδιο για αυτά τα θέματα, κάποιον ταξίαρχο Μπαλακο. Κατατέθηκε επιτόπου αίτημα να κληθεί ο ταξίαρχος Μπαλακος ώστε να μας πει αν όντως έκανε μια τέτοια ενημέρωση στον υπουργό καθώς και το περιελάμβανε αυτή η ενημέρωση. Το αίτημα έγινε δεκτό, ο Μπαλάκος ήρθε λοιπόν σε επόμενη συνεδρία στην οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι παρείχε οποιαδήποτε τέτοια ενημέρωση στον υπουργό, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, καθιστώντας φανερό ότι ένας από τους δύο ψεύδεται. Σε σχέση με την δολοφονία του αναρχικού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο Χηνοφώτης είπε πως υπέβαλλε την παραίτηση του για λόγους ευθιξίας. Ως προς αυτό ρωτήθηκε αν σήμαινε πως ταυτόχρονα αναλάμβανε και την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία ως είθισται να κάνουν οι πολιτικοί που παραιτούνται επικαλούμενοι πολιτική ευθιξία αλλά ενοχλήθηκε και κάλεσε το δικαστήριο να τον προστατέψει λέγοντας πως “δεν ήρθα ως εδώ για να υποστώ ανάκριση”

 

ii) Ο τελευταίος κύκλος εξέτασης αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας αφορούσε τρία στελέχη της αντιτρομοκρατικής τον Χρήστο Κοτλίδα, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Δημήτρη Χωριανόπουλο. Και οι τρεις τους καθαιρέθηκαν στις κρίσεις του Νοεμβρίου του 2009 μαζί με πολλά άλλα ηγετικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής, μέσα σε μια νύχτα με τον έντυπο τύπο να μιλάει για “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών στην Αντιτρομοκρατική”. Κανένας από αυτούς δεν συμπεριλαμβανόταν στην λίστα μαρτύρων αλλά καλέστηκαν μετά από αίτημα από την πλευρά των κατηγορούμενων.

 

Ο Κοτλίδας κλήθηκε διότι σε δημοσιεύματα του τύπου περιγραφόταν ως ο τμηματάρχης του 3ου Τμήματος της Αντιτρομοκρατικής, που περιγράφεται ως τμήμα ελέγχου αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, κάτι που είχαν επιβεβαιώσει και προγενέστερα κάποιοι από τους προηγούμενους μάρτυρες της Αντιτρομοκρατικής. Το ζητούμενο φυσικά ήταν να έρθει ώστε να δώσει μια εικόνα του τι είναι ακριβώς αυτό το τμήμα και με το ασχολείται. Ο ίδιος αρνήθηκε πως το τμήμα ονομάζεται έτσι και ότι η κανονική ονομασία του τμήματος είναι Τμήμα Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας κατά του πολιτεύματος. Δεν μπόρεσε βέβαια να πει τι το διαφορετικό ερευνά ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής, ενώ υπάρχει αντίστοιχο τμήμα της κρατικής ασφάλειας. Στην συνέχεια ρωτήθηκε ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά “εγκλημάτων κατά του πολιτεύματος” που ερευνά το τμήμα του και χωρίς να το πολυσκεφτεί έφερε ως παράδειγμα την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού το πρωί της ίδιας ημέρας στο υπουργείο οικονομικών. Αυτό προκάλεσε σειρά ερωτήσεων στις οποίες ο Κοτλίδας απέφυγε να απαντάει καταλαβαίνοντας ότι εκτέθηκε παραπάνω. Έτσι ανέφερε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει αν γενικώς τοποθετήσεις εκρηκτικών μηχανισμών σε υπουργεία είναι ενέργειες κατά του πολιτεύματος αλλά και ότι δεν μπορεί να πει αν θα πρόκειται για ενέργεια κατά του πολιτεύματος αν βγει τελικώς ανάληψη γιατί δεν του αρέσει να μιλάει προκαταβολικά. Τότε ρωτήθηκε αν για μια παλιότερη έκρηξη σε υπουργείο, στην οποία υπήρξε ανάληψη ευθύνης από τη ΣΠΦ, όπως στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, θα μπορούσε να πει αν ήταν ενέργεια κατά του πολιτεύματος, αλλά απάντησε αρνητικά με έναν πολύ αφαιρετικό και αόριστο τρόπο. Όσο όμως κι αν απέφυγε να απαντάει, εκείνο που είχε σημασία είχε ειπωθεί έστω και εκ παραδρομής. Ίσως είναι και η πρώτη φορά (τουλάχιστον δεν θυμάμαι εγώ άλλη) που αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής παραδέχεται μπροστά σε δικαστήριο ότι μια βομβιστική επίθεση σε υπουργείο θα μπορούσε υπό συνθήκες να είναι ενέργεια κατά του πολιτεύματος ανοίγοντας το δρόμο για να θεωρηθούν και ως πολιτικά εγκλήματα. Τέτοιες δηλώσεις, ακόμα και με λανθάνουσα γλώσσα ξεκαθαρίζουν το τοπίο ως προς τις δίκες εναντίον αναρχικών ανταρτών πόλης, καθώς εδώ και πολλά χρόνια ακούμε συνεχώς πως πολιτικό έγκλημα είναι μόνο η κατάλυση της Δημοκρατίας από στρατιωτικό πραξικόπημα.

 

Οι δύο μάρτυρες που απέμειναν ήταν οι πιο κομβικοί ίσως αυτής της δίκης. Επιτελικά στελέχη της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, σε ηγετικές βαθμίδες του 1ου τμήματος (καταπολέμηση εσωτερικής τρομοκρατίας) της αντιτρομοκρατικής και οι δύο, ήταν από εκείνους που είχαν ρόλο επόπτη και διευθυντή στην κατασταλτική επιχείρηση εναντίον της ΣΠΦ και ειδικότερα στο σχεδιασμό της εισβολής στο σπίτι του Χαλανδρίου στις 23/9/2009. Αυτοί οι δύο λοιπόν, ο Φραγκίσκος και ο Χωριανόπουλος, καλέστηκαν μιας και ήταν αυτοί που όλοι οι υφιστάμενοι τους, τους υπέδειξαν ως αρχιτέκτονες της όλης επιχείρησης στο Χαλάνδρι. Στις καταθέσεις τους όμως υπήρξε ένα τεράστιο χάσμα που βίαζε την κοινή λογική, καθώς για ακριβώς τα ίδια πράγματα είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

 

Ο Γιάννης Φραγκίσκος εμφανίστηκε πρώτος κατά σειρά. Στάθηκε μπροστά στο δικαστήριο με ένα κάπως απολογητικό ύφος, ακόμα και ως προς την πλευρά αυτών που βρισκόμαστε κατηγορούμενοι. Στις ερωτήσεις που του γίνονταν , άρχισε σιγά-σιγά να σκιαγραφείται μια άλλη εικόνα για το τι συνέβη στο Χαλάνδρι στις 23/9/2009 ανατρέποντας όλα τα ως τότε δεδομένα της υπόθεσης. Ανέτρεψε εντελώς την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, μια εκδοχή στην οποία είχαν θεμελιωθεί σε πρώτο βαθμό οι έως τώρα διώξεις όλων των εμπλεκόμενων στις δικογραφίες, ανεξάρτητα από το αν δήλωναν μέλη της ΣΠΦ ή όχι). Τι μας είπε λοιπόν ο Φραγκίσκος για το πως ξεκίνησαν όλα αυτά;

 

Σύμφωνα με τον Φραγκίσκο το νήμα της ιστορίας ξεκίνησε από τον Γενάρη του 2009 και την επίθεση του ΕΑ στην διμοιρία των ΜΑΤ που φιλούσε το υπουργείο πολιτισμού. Στην τεράστια επιχείρηση της αστυνομίας που ακολούθησε, έγιναν εισβολές σε σπίτια καθώς και προσαγωγές και συλλήψεις διαφόρων αναρχικών. Ένα από αυτά τα σπίτια ήταν και αυτό που διέμενε ο Γιώργος Νικολόπουλος, μέλος της ΣΠΦ, ο οποίος τότε συνελήφθη κιόλας μαζί με άλλους αναρχικούς που βρίσκονταν τότε στο σπίτι ως επισκέπτες. Αυτή είναι η κομβική στιγμή, λέει ο Φραγκίσκος κατά την οποία, ένας συγκεκριμένος κύκλος ανθρώπων μπαίνει στο μικροσκόπιο της αντιτρομοκρατικής, η οποία έκτοτε τους παρακολουθεί περιοδικά με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο σπίτι του Χαλανδρίου, όπου διέμενε το μέλος της ΣΠΦ, Χάρης Χατζημιχελάκης. Μάλιστα ο Φραγκίσκος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η εισβολή στο σπίτι των Εξαρχείων δεν έγινε τυχαία, αλλά ότι υπήρχαν στοιχεία από πιο παλιά, τα οποία δεν είχε υπόψη του ο ίδιος. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια εκδοχή΄, η οποία χωρίς αμφιβολία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Χωριανόπουλου περί ανώνυμου τηλεφωνήματος. Όσο προχωρούσε η κατάθεση του και συνεχίζονταν οι ερωτήσεις τόσο περισσότερα αποκάλυπτε ο Φραγκίσκος με την ίδια απολογητική διάθεση. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε πως πράγματι υπήρξε ένα τμήμα της αντιτρομοκρατικής (δεν διευκρίνισε ποιο και αν είναι το 3ο ή κάποιο άλλο), του οποίου αρμοδιότητα είναι η μελέτη και παρακολούθηση προσώπων και δραστηριοτήτων του αναρχικού χώρου ώστε να φιλτράρει πληροφορίες και να καταλήγει σε λίστες υπόπτων.

 

Με τη χαρακτηριστική άνεση ενός αναλυτή πληροφοριών που μελετάει “περιβάλλοντα” περιέγραψε μεταξύ Δεκέμβρη 2009 και Σεπτέμβρη 2009, και ειδικότερα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, η αντιτρομοκρατική είχε θορυβηθεί και ανησυχούσε ιδιαίτερα για την κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς οι δραστηριότητες συνολικά του αναρχικού χώρου έδειχναν μια άνοδο σε επίπεδο κινητικότητας. Η αύξηση της αναρχικής παρουσίας τόσο με τις διάφορες δημόσιες εκδηλώσεις, όσο και με τις συνεχείς επιθέσεις άμεσης δράσης και αντάρτικου πόλης, είχε δημιουργήσει φόβους για μια ενδεχόμενη εσωτερική αποσταθεροποίηση (σύμφωνα πάντα με τον ίδιο τον Φραγκίσκο) φόβους που εντάθηκαν μετά και την εκτέλεση του στελέχους της αντιτρομοκρατικής Νεκτάριου Σάββα, από την οργάνωση Σέχτα Επαναστατών. Άρχισε λοιπόν ,λέει, να γίνεται επιβεβλημένη μια διευρυμένη επιχείρηση αντιμετώπισης του φαινομένου προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα στο μέλλον (πάντα σύμφωνα με τον Φραγκίσκο). Έτσι η αντιτρομοκρατική αποφασίζει να κλειδώσει σε ότι είχε στα χέρια της μέχρι τότε αρχίζοντας μια πιο συστηματική παρακολούθηση των ανθρώπων που είχε στο στόχαστρο ήδη από τον Γενάρη του 2009. Η επιχείρηση αυτή, η οποία κατέληξε να επικεντρωθεί κάποια στιγμή στο Χαλάνδρι, επισπεύσθηκε για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η απροσδόκητη βομβιστική επίθεση στο σπίτι της πρώην υπουργού Λούκας Κατσέλη ( κάτι που παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος) αλλά και λόγω των εθνικών εκλογών του Οκτωβρίου (κάτι που δεν παραδέχθηκε ο Φραγκίσκος, ούτε απέρριψε όμως κατηγορηματικά). Η στάση του Φραγκίσκου σε αυτό το σημείο υπήρξε τόσο απολογητική, που εκπλαγήκαμε σχεδόν όλοι. Έφτασε στο σημείο να ομολογήσει ότι η επιχείρηση έγινε βιαστικά και πρόχειρα με αποτέλεσμα να εμπλακούν στις δικογραφίες πρόσωπα άσχετα με την υπόθεση, και να χαρακτηριστεί το σπίτι ως γιάφκα, χαρακτηρισμό που ο Φραγκίσκος απέρριψε απόλυτα. Είπε μάλιστα, πως κατά την γνώμη του “θα έπρεπε να περιμέναμε περισσότερο καιρό ώστε να εξασφαλίσουμε πως δεν θα κατηγορηθεί άδικα κόσμος”. Μας έδωσε την εντύπωση, μάλιστα, πως η τελική απόφαση για την ημέρα εισβολής δεν ήταν δική του, αλλά αρνήθηκε να υποδείξει ποιου ήταν, αφήνοντας ωστόσο υπαινιγμούς για τους ανωτέρους του δείχνοντας τον Χωριανόπουλο, χωρίς να λέει το όνομα του. Τέτοιου στυλ υπονοούμενα συνεχίστηκαν, πιο έντονα μάλιστα όταν καλέστηκε να σχολιάσει τις συνθήκες αποπομπής του από τη θέση του, κάτι για το οποίο έδειχνε να μην κατανοεί τους λόγους και δεν έκρυψε μάλιστα και την ενόχληση του για το γεγονός. Οι υπαινιγμοί του ότι η αποπομπή του αυτή ίσως έκρυβε πολιτική σκοπιμότητα ήταν τόσο έντονοι που παρενέβη φανερά ενοχλημένος ο αναπληρωτής εισαγγελέας ( ο οποίος δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ σε δίκη σε βαθμό που να μοιάζει διακοσμητικός) για να απαιτήσει από τον Φραγκίσκο πιο ξεκάθαρες τοποθετήσεις και έτσι ο Φραγκίσκος είπε πως υποθέτει ότι αποπέμφθηκε επειδή οι ανώτεροι του είχαν εχθρική στάση απέναντι του λόγω του “πως έβλεπα τα πράγματα που γίνονταν μερικές φορές”. Με αυτή την ντρίμπλα ο Φραγκίσκος. όχι μόνο εξέθεσε την αντιτρομοκρατική αλλά φρόντισε αρκετά έξυπνα να αποτινάξει κι από πάνω του την ευθύνη για τα όποια μελανά σημεία στον τρόπο λειτουργίας της. Σχολίασε δεικτικά μάλιστα πως όντως ειπώθηκαν μερικές υπερβολές τότε στα κανάλια σε σχέση με το σπίτι, τους συλληφθέντες και όλη την επιχείρηση, αλλά όπως μας είπε δεν ήταν ευθύνη της αντιτρομοκρατικής να τις διαψεύσει αλλά ευθύνη του ίδιου του αρχηγού της αστυνομίας. Τελειώνοντας την κατάθεση του δήλωσε πως αισθάνεται στεναχώρια που οι έρευνες της αντιτρομοκρατικής έγιναν τότε με τέτοιο τρόπο ώστε “να οδηγηθούν πολλά αθώα νεαρά παιδιά στις φυλακές” που θα μπορούσαν να είναι και δικά του παιδιά ( δικά του λόγια) και ξεκαθάρισε πως πλέον δεν έχει τις αντιλήψεις που είχε τότε. Στο γιατί πιστεύει ότι δεν καλέστηκε τόσα χρόνια να καταθέσει αυτά που είπε τώρα, ακόμα και ο ίδιος έδειξε να απορεί και είπε πως πραγματικά δεν καταλαβαίνει τον λόγο, αλλά πως ποτέ δεν είναι αργά.

 

Τα αποτελέσματα από αυτήν την κατάθεση ενός εξέχοντος στελέχους της αντιτρομοκρατικής που τίναξε στον αέρα όλο το επικοινωνιακό παιχνίδι της υπηρεσίας γύρω από το πως έφτασε στο σπίτι του Χαλανδρίου και το αν αυτό ήταν τελικά γιάφκα ή όχι, προφανώς καταλήγουν ότι ο Φραγκίσκος είχε τη δική του προσωπική ατζέντα να εκθέσει την αντιτρομοκρατική (για ρεβανσιστικούς λόγους ενδεχομένως επειδή τον ξήλωσαν μέσα στην νύχτα δια τηλεφώνου). Αυτό ωστόσο είναι αδιάφορο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δημιουργήθηκε ένα ρήγμα στις αφηγήσεις της αντιτρομοκρατικής.

 

Οι προεκτάσεις αυτής της ιστορίας ξεπερνούν κατά πολύ την υπόθεση που εκδικάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς παρόμοιες επιχειρήσεις και μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής έχουν υπάρξει πολλές και αν κάτι μένει είναι το πόσο παρασκήνιο τελικά κρύβεται πίσω από κάθε ανώνυμο τηλεφώνημα που δέχεται η αντιτρομοκρατική.

Η τελευταία κατάθεση, αυτή του Δημήτρη Χωριανόπουλου, του διευθυντή της αντιτρομοκρατικής και προϊσταμένου του Γιάννη Φραγκίσκου, αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον καθώς επρόκειτο να έχει τεράστια απόκλιση από όσα είπε ο Φραγκίσκος. Με δεδομένο όμως τα απολύτως αντικρουόμενα δεδομένα ανάμεσα στις δυο εκδοχές το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί όχι μόνο δεν καλύφθηκε αλλά μεγάλωσε κι άλλο.

 

Ο Χωριανόπουλος, βασικά, κατάφερε το ακατόρθωτο. Αφού έπεσε σε αντιφάσεις με όλα όσα είχαν δηλώσει οι υφιστάμενοι του σχεδόν σε όλα τα επίπεδα κατέληξε στο τέλος να αντιφάσκει πλήρως και με τον εαυτό του από ερώτηση σε ερώτηση.

 

Ξεκινώντας ο Χωριανόπουλος να καταθέτει επέδειξε ένα αρκετά εντυπωσιακό ταλέντο ελιγμών. Έτσι, ανάλογα με το αν ήθελε να επωμιστεί κάποιες ευθύνες ή όχι φαινόταν πότε να είναι σε γνώσει όλων των ενεργειών των υφισταμένων του και πότε όχι. Κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με τις καταθέσεις όλων των προηγούμενων αντιτρομοκρατικάριων (Χηνόπουλος και λοιπών), οι οποίοι, επίσης, για να αποφύγουν να απαντούν σε καυτές ερωτήσεις έλεγαν ότι ενεργούσαν αποκλειστικά κατόπιν εντολών ανωτέρων τους, δείχνοντας όλοι τον Χωριανόπουλο. Ο ίδιος ωστόσο επιφύλαξε για τον εαυτό του μια εικόνα Πόντιου Πιλάτου, ο οποίος δεν χρειαζόταν καν να δίνει εντολές, γιατί οι υφιστάμενοι του ήταν έμπειροι και ήξεραν τι να κάνουν, επομένως αυτός καθόταν στο γραφείο του και ενημερωνόταν μόνο για τα ουσιώδη κι όχι για τα γενικά στοιχεία της επιχείρησης. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με το Χωριανόπουλο, πως έχουμε μία επιχειρησιακή ομάδα 20-30 ατόμων γύρω από το σπίτι του Χαλανδρίου, η οποία κινείται αυτόνομα παίρνοντας πρωτοβουλίες και στέλνοντας απλώς αναφορές για τα ουσιώδη στο Χωριανόπουλο, κάτι ολωσδιόλου αντίθετο με αυτά που είχε πει ο Χηνόπουλος, ο οποίος ουσιαστικά μας είχε δώσει την εντύπωση πως κανείς δεν έκανε ρούπι αν πρώτα δεν το ήξερε ο Χωριανόπουλος.

 

Όλα αυτά ίσως ήταν ασήμαντα, παρά το ότι βρίθουν αντιφάσεων, άρχισαν όμως να αποκτούν πιο σοβαρή διάσταση όταν ο Χωριανόπουλος κλήθηκε να πει αν ήξερε το πως προέκυπταν οι ταυτοποιήσεις υπόπτων που έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι στο Χαλάνδρι. Εδώ εξέλειπε το στοιχείο της σύνδεσης οχημάτων με τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων. Αντ’ αυτού ο Χωριανόπουλος ανέπτυξε μία περιπτωσιολογία βασισμένη σε εικασίες: είπε για παράδειγμα πως οι ύποπτοι (όσοι δηλαδή μπαινόβγαιναν στο σπίτι) είτε αναγνωρίζονταν από φωτογραφίες τους που είχε η αντιτρομοκρατική εξαιτίας προηγούμενου ποινικού μητρώου τους (όταν ρωτήθηκε βέβαια να πει ποιοι ήταν αυτοί, είπε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει), είτε οι ύποπτοι τύγχαναν παρακολούθησης από τους αστυνομικούς που επιτηρούσαν το σπίτι στο Χαλάνδρι μέχρι το δικό τους σπίτι, όπου και οι γείτονες υποβάλλονταν σε άτυπη ανάκριση από τους αστυνομικούς για να δώσουν πληροφορίες για τους υπόπτους, “γιατί αλλιώς”, λέει, “δεν θα μπορούσε να προκύψει ταυτοποίηση στοιχείων”. Φυσικά, επικαλέστηκε άγνοια για το αν υπήρξαν τέτοιες παρακολουθήσεις, καθώς ο ίδιος δεν έδωσε (σύμφωνα με τα λεγόμενά του) σχετική εντολή για το πως και αν θα πρέπει να γίνονται τέτοιες παρακολουθήσεις πετώντας έτσι το μπαλάκι στους υφισταμένους του. Αν, δηλαδή, είχαν γίνει θα ήταν πρωτοβουλία των ίδιων και όχι κατόπιν δικής του εντολής, μάλιστα δε θα χρειαζόταν καν να ενημερωθεί, διότι οι αναφορές που λάμβανε αφορούσαν μόνο τα ουσιώδη. Έτσι, παρότι επόπτης ο Χωριανόπουλος του συνόλου των επιχειρήσεων κατά ένα πολύ βολικό τρόπο ήξερε μονάχα αυτά που δεν θα τον έφερναν σε μια δύσκολη θέση στο δικαστήριο. Βέβαια, οι 4 από τους συνολικά 20-30 αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση (και που κανένας τους δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιοι ήταν όλοι οι υπόλοιποι) ποτέ δεν ανέφεραν κάποια τέτοια παρακολούθηση υπόπτου μέχρι την προσωπική του οικεία. Στο δια ταύτα, λοιπόν, ως προς την ταυτοποίηση υπόπτων με τα πραγματικά τους στοιχεία το μόνο που μας προσέφερε ο Χωριανόπουλος ήταν δύο ζουμερές εικασίες.

 

Στο βασικό ζήτημα του ανώνυμου τηλεφωνήματος, η κατάσταση άρχιζε να αγγίζει τη γελοιότητα. Σε πρώτη φάση, ο Χωριανόπουλος, και παρά τις διαψεύσεις Φραγκίσκου, επέμεινε στην αρχική του κατάθεση περί ανώνυμου τηλεφωνήματος ορίζοντας το χρονικά κάπου κοντά στις 23/9. Είπε, επίσης, πως η υπηρεσία δεν προέβη σε καμία ενέργεια ταυτοποίησης του τηλεφωνήματος, γιατί ο αριθμός ήταν απόρρητος και καλούσε στην εσωτερική γραμμή της υπηρεσίας. Δηλαδή, προσπάθησε να μας πείσει πως η αντιτρομοκρατική δεν έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει την πηγή μίας κλήσης με απόκρυψη στην εσωτερική της γραμμή!!! Στη συνέχεια, για να τα μπαλώσει κάπως, παραδέχθηκε ότι η δυνατότητα υπάρχει, αλλά θα χρειαζόταν να διατάξει άρση απόρρητου ο αρμόδιος εισαγγελέας κάτι που κρίθηκε πολυτέλεια. Δηλαδή, εντελώς πρακτικά μιλώντας, έρχεται πιο εύκολο στην αντιτρομοκρατική να στείλει 20-30 άτομα να παρακολουθούν ένα σπίτι και όσους μπαινοβγαίνουν σε αυτό, βασισμένη σε ένα απλό ανώνυμο τηλεφώνημα, παρά να κοιτάξει να διασταυρώσει πρώτα την αξιοπιστία του ίδιου του τηλεφωνήματος. Βέβαια, για να μην μας δημιουργηθεί η εντύπωση πως η αντιτρομοκρατική αξιολογεί τα ανώνυμα τηλεφωνήματα ανάλογα με το πόσο ειλικρινής ακούγεται η φωνή του εκάστοτε πληροφοριοδότη, ο Χωριανόπουλος μας ξεκαθάρισε πως αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις. Έτσι, λοιπόν, ήρθε και κόλλησε η ερώτηση “πως αφού αυτή είναι η πάγια τακτική της αντιτρομοκρατικής, αν δηλαδή αρκεί ένα ανώνυμο τηλεφώνημα για να τεθεί ένα σπίτι υπό επιτήρηση από δύναμη 20-30 αστυνομικών, τι θα γινόταν αν υπήρχαν 100 ανώνυμα τηλεφωνήματα (έστω και στημένα) που θα υποδεικνύουν 100 διαφορετικά σπίτια ως κρησφύγετα τρομοκρατών και αν θα δέσμευε 20-30 αστυνομικούς για κάθε ένα από αυτά (δηλαδή κάπου στους 2000-3000 αστυνομικούς συνολικά);” ζήτησε τη βοήθεια της προέδρου για να αποφύγει να απαντήσει φανερά ενοχλημένος κιόλας, αλλά υπήρξε επιμονή στην ερώτηση και έτσι επανέλαβε ξανά πως “η υπηρεσία λειτουργεί έτσι σε όλες τις περιπτώσεις”. Το γελοίο της υπόθεσης είναι πως η ακραία συνέπεια αυτού του ισχυρισμού σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο όπου κάποιοι κακόβουλοι φαρσέρ θα έστελναν την αντιτρομοκρατική να παρακολουθεί 100 σπίτια δείχνει πόσο αβάσιμη είναι εξαρχής όλη αυτή η ιστορία των ανώνυμων τηλεφωνημάτων, η οποία διακρίνεται από ένα modus operandi που στηρίζεται αποκλειστικά στην παραδοξολογία. Σε αναζήτηση έστω ενός ψήγματος λογικής, ρωτήθηκε αν δίνεται συνήθως ένα χρονικό περιθώριο λήξης τέτοιων επιχειρήσεων σε περίπτωση που δεν προκύπτει κάτι επιλήψιμο κατά την επιτήρηση, αλλά ο Χωριανόπουλος έσπευσε να δώσει μία αφοπλιστικότατη απάντηση “όσο χρειαστεί”, κάνοντας την υπόθεση να φαίνεται ακόμα πιο γελοία, καθώς αν πιστέψουμε όλη αυτή τη μπούρδα θα πρέπει να δεχτούμε πως η αντιτρομοκρατική δέχεται π.χ. ένα ωραίο ωραίο ανώνυμο τηλεφωνηματάκι, στο οποίο ένας υπερβολικά πρόθυμος ρουφιάνος υποδεικνύει ένα σπίτι ως γιάφκα τρομοκρατών κι αντί να διασταυρωθεί η αυθεντικότητα του τηλεφωνήματος οργανώνεται ευθύς ένα κλιμάκιο 20-30 μπάτσων που παρακολουθούν νυχθημερόν το σπίτι κι όσους μπαινοβγαίνουν για “όσο χρειαστεί” για αόριστο χρονικό διάστημα, δηλαδή αφού συγκεκριμένο deadline για τη λήξη της επιχείρησης δεν παίζει.

 

Σε δεύτερη φάση, πάντα σε σχέση με το ανώνυμο τηλεφώνημα, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε πως σχολιάζει το γεγονός ότι ο Φραγκίσκος στη δίκη του κατάθεση ισχυρίστηκε εντελώς διαφορετικά πράγματα αρνούμενος την εκδοχή του ανώνυμου τηλεφωνήματος, δίνοντας μάλιστα μία πολύ λογικότερη και ρεαλιστικότερη εκδοχή του πως η αντιτρομοκρατική κατέληξε στο σπίτι στο Χαλάνδρι, απάντησε μεταξύ άλλων ασυναρτησιών ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να ενημερώσει το Φραγκίσκο για την ύπαρξη τηλεφωνήματος. Ρωτήθηκε και για άλλα πράγματα αλλά κρυβόταν πίσω από ηλίθιες προφάσεις. Είτε π.χ. ότι δεν μπορούσε να ξέρει πως υπήρχαν στοιχεία για τον ίδιο κύκλο ανθρώπων ήδη απ’ το Γενάρη, διότι αυτός ανέλαβε τα καθήκοντα του το Μάρτιο του 2009 και δεν κατάφερε να δώσει μία επαρκή εξήγηση για το αν στην αντιτρομοκρατική στοιχεία από ανοιχτές υποθέσεις μένουν αναξιοποίητα με κάθε αλλαγή ηγεσίας και απλώς επέμεινε πως ο ίδιος ενημερώθηκε για τα συγκεκριμένα άτομα κατευθείαν από το ανώνυμο τηλεφώνημα. Στο τέλος κι αφού ρωτήθηκε για το αν θα επαναλάμβανε αυτά που έλεγε και μπροστά στο Φραγκίσκο κατατέθηκε αίτημα για κατά αντιπαράσταση εξέταση των δύο τους.

 

Σε τρίτη φάση διαβάστηκε στο Χωριανόπουλο η συνέντευξη ενός ανώνυμου αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής στο δημοσιογράφο του Βήματος Βασίλη Λαμπρόπουλο. Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο αστυνομικός στη συνέντευξη αυτή εξηγούσε πως τα ανώνυμα τηλεφωνήματα που υποτίθεται δίνουν πληροφορίες στην αντιτρομοκρατική είναι ψεύτικα, ότι αποτελούν απλώς ένα εφεύρημα προκειμένου η υπηρεσία να κρύβει τον πραγματικό τρόπο που συλλέγει πληροφορίες, κι όταν ρωτιούνται σχετικά με τα τηλεφωνήματα στις δίκες είχαν κάποιες απαντήσεις-κονσέρβα, όπως ότι τα τηλεφωνήματα είναι μη εντοπίσιμα, άλλοτε γιατί δεν υπάρχει αναγνώριση κλήσης στο κέντρο, ή αν υπάρχει βγάζει απόκρυψη ή ότι απλώς είναι στην εσωτερική γραμμή της αντιτρομοκρατικής. Ζητήθηκε ένα σχόλιο από τον Χωριανόπουλο, αλλά αυτός το μόνο που ψέλλισε ήταν πως ο συνάδελφός του είναι ανεύθυνος που έδωσε συνέντευξη, το ίδιο κι ο Λαμπρόπουλος που τη δημοσίευσε.

 

Στο ζήτημα του αν το σπίτι στο Χαλάνδρι είναι γιάφκα ή όχι, ο Χωριανόπουλος αναίρεσε την πρώτη του κατάθεση στο πρωτόδικο δικαστήριο, πως επρόκειτο για σπίτι και το γύρισε λέγοντας πως τελικά αποφάσισε πως είναι γιάφκα διότι μετά την πρώτη κατάθεση άνοιξε ένα λεξικό κι είδε τον ορισμό της λέξης γιάφκας ως παρασκευαστήριο βομβών. Αφήνοντας κατά μέρος τον απίθανο ισχυρισμό ότι ένας βετεράνος αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής δεν έχει την κριτική ικανότητα να διακρίνει τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων σπιτιού-γιάφκας και πως χωρίς τη βοήθεια λεξικού μπερδεύεται, εγείρεται κι ένα σημαντικό ερώτημα: που στηρίζει ο Χωριανόπουλος τον ισχυρισμό του ότι στο συγκεκριμένο σπίτι κατασκευάστηκε ο μηχανισμός που βρέθηκε μέσα; θέλει και ρώτημα; Στο γεγονός ότι βρέθηκε μέσα κάτι που συνιστά, όμως, υπερβατικό συμπέρασμα. Αυτό που μένει, λοιπόν, από όλο αυτό είναι πως για το Χωριανόπουλο το σπίτι είναι γιάφκα επειδή το διάβασε σε ένα λεξικό.

 

Στο ζήτημα της συνέντευξης του στην τηλεοπτική εκπομπή του δημοσιογράφου Τέλογλου, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε τι τον ώθησε να μιλήσει δημόσια ως διευθυντής της αντιτρομοκρατικής για την υπόθεση που ήταν ακόμη ανοιχτή, κι αν αυτό συνάδει δεοντολογικά με τη θέση του, ο ίδιος απάντησε πως μίλησε γενικά κι όχι πάνω στα στοιχεία της δικογραφίας. Αυτός ο εξωφρενικός ισχυρισμός προκάλεσε μοιραία ένα ντόμινο ερωτήσεων στις οποίες προσπαθώντας ο Χωριανόπουλος να απαντήσει ξεφτιλίστηκε εντελώς.. Τόλμησε, δηλαδή, να πει πως παρόλο που μίλησε στην εκπομπή για το σπίτι του Χαλανδρίου δεν υπάρχει κάτι το αντιδεοντολογικό, καθώς το σπίτι δεν ήταν, λέει, κομμάτι της δικογραφίας!!! Το σπίτι, δηλαδή, του οποίου τη διεύθυνση έδωσε στην αντιτρομοκρατική ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ως γιάφκα τρομοκρατών, το ίδιο σπίτι το οποίο ανέλαβαν να παρακολουθούν 20-30 αστυνομικοί για 3-4 συνεχόμενες μέρες, το ίδιο σπίτι από το οποίο όσοι μπαινοβγαίνουν ήταν ύποπτοι κι έπρεπε να τους βγουν εντάλματα κατά τον Χωριανόπουλο, το ίδιο σπίτι στο οποίο έγινε η εισβολή στις 23/9 και στο οποίο βρέθηκε ένας εκρηκτικός μηχανισμός, αυτό λοιπόν το σπίτι δεν ήταν στοιχείο της δικογραφίας που σχηματίστηκε ακριβώς λόγω αυτού του σπιτιού, επομένως δεν ήταν αντιδεοντολογικό να το σχολιάζει δημόσια ο Χωριανόπουλος σε μία τηλεοπτική εκπομπή.

 

Αν νομίζει κανείς πως ο παραλογισμός τελείωσε εκεί γελιέται. Πιο μετά, ο Χωριανόπουλος παραδέχθηκε κι αυτός πως πράγματι υπάρχει ένα τμήμα στην αντιτρομοκρατική που παρακολουθεί τον αναρχικό χώρο, τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν καθώς και τις δραστηριότητες στο εσωτερικό του, αλλά αυτό δεν είναι και κάτι παράξενο, λέει, γιατί έτσι κι αλλιώς η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί “τους πάντες”. Δηλαδή, από το να ομολογήσει ο Χωριανόπουλος ανοιχτά ότι η αντιτρομοκρατική έχει μια συγκεκριμένη ατζέντα παρακολούθησης ανατρεπτικών και επαναστατικών χώρων, προτίμησε να ομολογήσει ευθέως ότι ζούμε σε μια κοινωνία που η αντιτρομοκρατική παρακολουθεί ο,τι κινείται. Στο δικό του μυαλό ίσως έτσι το έσωσε κάπως αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι λέει αλήθεια (κι εδώ που φτάσαμε γιατί να μην το δεχτούμε άραγε;) υπάρχει μία επίσημη, πλέον, διαβεβαίωση από τα πλέον αρμόδια χείλη ότι στη Δημοκρατία όλοι είναι υπό παρακολούθηση.

 

Στο ζήτημα του αν η επιχείρηση αυτή κάθε αυτή κρίνεται επιτυχής από τον ίδιο απάντησε θετικά, αλλά όταν ρωτήθηκε αν η συνέχιση της δράσης της Σ.Π.Φ. λίγες μέρες μετά την εισβολή στο Χαλάνδρι είχε σχέση με την καθαίρεση του ίδιου κι άλλων στελεχών της αντιτρομοκρατικής απάντησε πως δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα, καθώς θεώρησε πως έτσι κι αλλιώς είχε έρθει η ώρα του.

 

Τώρα όλα αυτά ίσως να φαίνονταν αστεία αν όλη αυτή η κωμωδία δεν ήταν εις βάρος ανθρώπων που έχουν ταλαιπωρηθεί, έχουν φυλακιστεί ή αναγκαστεί να περάσουν στην παρανομία με βάση όλες αυτές τις μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής (και δεν αναφέρομαι φυσικά σε όσους έχουμε αναλάβει περήφανα την ευθύνη για τη συμμετοχή μας στη Σ.Π.Φ., καθώς εμείς γνωρίζαμε τις συνέπειες των επιλογών μας) αλλά δεδομένης της κατάστασης είναι εξοργιστική. Έτσι, λοιπόν, ο Χωριανόπουλος ρωτήθηκε αν θεωρεί πως η αντιτρομοκρατική διαθέτει ένα κάποιο κώδικα δεοντολογίας που της προσδίδει ένα ηθικό πλεονέκτημα έναντι αυτών των “αδίστακτων και σκληρών τρομοκρατών που δε διστάζουν να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές αθώων”, όπως διατείνεται και η επίσημη καθεστωτική προπαγάνδα, κι απάντησε πως σαφώς και έχει. Τότε του ζητήθηκε να πει που εντοπίζει αυτό το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα, όταν είναι δεδομένο πως η αντιτρομοκρατική είναι εκείνη που όχι μόνο δε διστάζει αλλά επιδιώκει κιόλας να έχει “παράπλευρες απώλειες”, προκειμένου να φτάσει στην εξάρθρωση ομάδων αντάρτικου πόλης, κάτι που επιβεβαιώνει περίτρανα ο τεράστιος αριθμός ενταλμάτων σύλληψης που βγήκαν με βάση το σπίτι στο Χαλάνδρι, ανάμεσα στα οποία κι ένα ένταλμα για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο με το όνομα “Ελένη Κοντοπούλου”. Για τα υπόλοιπα δεν είχε κάτι να πει, προφανώς, ο Χωριανόπουλος όσο για την περίπτωση του εντάλματος για το ανύπαρκτο πρόσωπο, δήλωσε πως ήταν ένα λάθος ενώ μετά από πιέσεις έδειξε ως άμεσα υπεύθυνους το Χηνόπουλο και το Μουρδουκούτα για αυτό το λάθος και στο τέλος κατέληξε να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογούσε ως επόπτης και να ζητήσει μάλιστα και “χίλιες συγγνώμες”. Όσες συγγνώμες κι αν ζητήσει, όμως, ο Χωριανόπουλος ή και άλλα στελέχη της αντιτρομοκρατικής για ένα ζήτημα που εκτός των άλλων εξέθεσε ανεπανόρθωτα το κύρος της (καθώς την έκδοση εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο τη λες και επική πατάτα) δεν ξεπλένεται με τίποτα για τις δεκάδες αθρόες συλλήψεις προσώπων λόγω των δεσμών τους (φιλικών, συγγενικών, συντροφικών) με μέλη αντάρτικων οργανώσεων, συλλήψεις που πατάνε πάνω στη σκοπούμενη στρατηγική της αντιτρομοκρατικής για “παράπλευρες απώλειες”. Η ύπαρξη, λοιπόν, ενός εντάλματος σύλληψης για ένα ανύπαρκτο πρόσωπο είναι η πιο καραμπινάτη απόδειξη της ευρείας εφαρμογής αυτής της συγκεκριμένης τακτικής. Κι επειδή η αντιτρομοκρατική δεν είναι ένας αυτοτελής και αυτόνομος θεσμός, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό ως η αιχμή του δόρατος της ίδιας της Δημοκρατίας εναντίον του εσωτερικού εχθρού, κάθε πλήγμα στο υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα της αντιτρομοκρατικής είναι και πλήγμα στην ίδια τη Δημοκρατία, καθώς χτυπιέται το λεγόμενο ηθικό της πλεονέκτημα ενάντια στην “τρομοκρατία και την κουλτούρα της βίας”. Επειδή, λοιπόν, σε κάθε πόλεμο το κάθε στρατόπεδο πίσω από την ισχύ των όπλων παρατάσσει κι ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο πάνω στο οποίο χτίζει την προπαγάνδα εναντίον του αντιπάλου του, της Δημοκρατίας εναντίον μας εν προκειμένω, για αυτό έχει τόση σημασία αυτή ακριβώς η προπαγάνδα να αποδομείται μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων, τους λεγόμενους και ναούς της δικαιοσύνης μέσα από τους οποίους αναπνέει η δημοκρατία.

 

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μαραθώνιας εξέτασης του Χωριανόπουλου, που κράτησε αρκετές ώρες ένας ακόμα κραυγαλέος παραλογισμός ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μας. Στη διάρκεια της μέρα ο Χωριανόπουλος είχε αρνηθεί πως είχε σχέση με πολιτικά πρόσωπα. Αργότερα, ωστόσο, του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι ο υφιστάμενος του Χηνόπουλος τον αναγνώρισε σε φωτογραφία δημοσιεύματος του Crimes on Air, σύμφωνα με το οποίο ήταν παρών στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή. Εκεί πραγματικά ο Χωριανόπουλος έδωσε ρέστα εκπλήσσοντάς μας όλους. Με μία θεατρική κίνηση τράβηξε απ’ το σακάκι του μία φωτοτυπία του εν λόγω δημοσιεύματος την οποία και κατέθεσε στο δικαστήριο προκειμένου να λάμψει η αλήθεια. Η αλήθεια, λοιπόν, ήταν πως δεν βρισκόταν στα βαφτίσια της οικογένειας Καραμανλή αλλά στα βαφτίσια της οικογένειας ενός άλλου βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό υποτίθεται πως ήταν το χαρτί του Χωριανόπουλου, καθώς, όπως είπε είχε προνοήσει ότι θα του γινόταν αυτή η ερώτηση και για αυτό προσκόμισε το συγκεκριμένο απόκομμα. Δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα, όμως. Γιατί συνεχίζει να είναι απορίας άξιο ως τι προσκλήθηκε στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση. Συνηθίζεται, ας πούμε, να καλούνται διευθυντές της αντιτρομοκρατικής σε βαφτίσια βουλευτών κοινοβουλευτικών κομμάτων παρουσία μάλιστα του ίδιου του πρωθυπουργού; Όπως ήταν αναμενόμενο ο Χωριανόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως μία κάποια τριβή ανάμεσα στον ίδιο και το βουλευτή υπήρχε, αλλά κατά τη γνώμη του αυτό δεν αποτελούσε αντίφαση σε σχέση με ο,τι είχε δηλώσει πριν ως προς τη μη σχέση του με πολιτικά πρόσωπα. Το πως γίνεται αυτό να μη συνιστά αντίφαση το τεκμηρίωσε ο Χωριανόπουλος με έναν οντολογικό διαχωρισμό της προσωπικότητάς του: άλλο πρόσωπο ο Δημήτρης Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας κι άλλο πρόσωπο εκτός, Συνεπώς αν ο Χωριανόπουλος εκτός υπηρεσίας έχει φίλους πολιτικούς δεν σημαίνει πως ο Χωριανόπουλος εν ώρα υπηρεσίας έχει κι αυτός φίλους πολιτικούς. Όταν αντιλήφθηκε μόνος του πόσο πραγματικά ηλίθιο ήταν αυτό που έλεγε, εξεγέρθηκε φωνάζοντας “μα τώρα θα κατηγορήσετε και τις κοινωνικές μου σχέσεις δηλαδή;”. Τώρα ασφαλώς έχει κι ο Χωριανόπουλος τα δίκια του κι ορθώς διαμαρτύρεται ο άνθρωπος αφού θεωρεί πως δεν τρέχει και τίποτα να χαριεντίζεται ένας διευθυντής της αντιτρομοκρατικής με όλη την ηγεσία της ΝΔ (που ήταν κυβερνών κόμμα το 2009, όταν δηλαδή έγινε και η επιχείρηση στο Χαλάνδρι) στα βαφτίσια κάποιου βουλευτή του κόμματος και παρουσία του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος αμέσως μετά την επιχείρηση στο Χαλάνδρι πανηγύριζε στην προεκλογική ομιλία του στο Ζάππειο για την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης του στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Τέτοιες πολιτικές επαφές, εξάλλου, ίσως δεν σημαίνουν απαραίτητα κάτι και ένας συλλογισμός που θα ένωνε το παζλ όλων αυτών των γεγονότων μαζί με τις καταθέσεις όλων των αστυνομικών της αντιτρομοκρατικής για να καταλήξει στην υπόθεση ότι όλη η επιχείρηση της 23/9/2009 στήθηκε όπως στήθηκε και μεθοδεύτηκε όπως μεθοδεύτηκε, προκειμένου η τότε ηγεσία της αντιτρομοκρατικής να προσφέρει πολιτική εκδούλευση στη ΝΔ, λόγω επικείμενων εκλογών, ίσως να είναι παρακινδυνευμένος. Ίσως από την άλλη, οι κρίσεις στην αντιτρομοκρατική το Νοέμβριο του 2009 που έχουν περιγραφεί ως οι χειρότερες από τη δημιουργία της υπηρεσίας ως τότε, όταν πλέον ήταν κυβέρνηση το Πασοκ και η Σ.Π.Φ. συνέχιζε κανονικά τις επιθέσεις της, καθώς μόνο εξαρθρωμένη δεν ήταν, μας βοηθά να συμπεράνουμε ότι έγινε αντιληπτό το φιάσκο της επιχείρησης της 23/9, ένα φιάσκο για το οποίο ο ίδιος ο Φραγκίσκος εμφανίστηκε να ασκεί σκληρή αυτοκριτική.

 

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προξενεί αλγεινή εντύπωση είναι να ακούει κανείς τον διευθυντή της αντιτρομοκρατικής, της ίδιας αντιτρομοκρατικής που έχει στοχοποιήσει δεκάδες φορές φίλους, συγγενείς, συντρόφους λόγω των δεσμών τους με κάποιον κρατούμενο ή καταζητούμενο οδηγώντας τους, μάλιστα, στη φυλακή, να διαμαρτύρεται έντονα κιόλας, για στοχοποίηση κοινωνικών σχέσεων. Αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια δήλωση που αξίζει να μείνει στην ιστορία των δικαστικών χρονικών, για το θράσος της και μόνο.

 

 

Παναγιώτης Αργυρού , μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς- FAI/IRF

Χιλη: Οι Monica Caballero Και Ο Francisco Solar Ελεύθεροι Επιτέλους Στους Δρόμους.

Χαιρετίζουμε και εμεις με την σειρά μας βαθιά ευχαριστημένοι την απελευθέρωση των 2 συντρόφων μας και τους ευχόμαστε ολόψυχα δύναμη σε κάθε νέο τους βήμα.

Μέχρι το γκρέμισμα όλων των φυλακών!

Μετάφραση: Διαχειριστική ομάδα Ragnarok.

Santiago – Οι Χιλιανοί αναρχικοί, Monica Caballero και Francisco Solar, αφίχθησαν αυτό το πρωί στο διεθνές αεροδρόμιο του Santiago, αφότου απελάχθησαν από την Ισπανική επικράτεια πίσω στην πατρίδα τους. Η Monica και ο Francisco είχαν κατηγορηθεί υπό τον ισπανικό αντίτρομοκρατικό νόμο για την υποτιθέμενη βομβιστική επίθεση στον καθεδρικό ναό του Pilar της Zaragoza στις 2 Οκτώβρη του 2013 με αποτέλεσμα να συλληφθούν έναν μήνα μετά το περιστατικό. Οι ισπανικές αρχές επιδίωξαν μια ποινή 44 χρόνων για τους κατηγορούμενους, μα αντ’ αυτού εισέπραξαν μια δωδεκάχρονη ποινή το 2014. Η υπεράσπιση οδήγησε την υπόθεση της Monica και του Francisco στο ανώτατο ισπανικό δικαστήριο, οπού η ποινή μειώθηκε περαιτέρω σε τεσσερισήμισι χρόνια τον περασμένο Δεκέμβρη έχοντας καταρριφθεί μία εκ των βασικών κατηγοριών. Την στιγμή εκέινη, το ανώτατο ισπανικό δικαστήριο αναγνώρισε πως η πρόθεση της βομβιστικής επίθεσης ήταν να προκληθούν υλικές ζημιές σε ένα θρησκευτικό σύμβολο και έτσι χρεώθηκαν τις φθορές και τις απώλειες.

Σαν τελική προσφυγή, η υπεράσπιση υπέβαλε αίτηση υπό τον Ισπανικό ποινικό νόμο αριθμόν 89, ο οποίος αναφέρει πως οι αλλοδαποί μπορούν να απελαθούν πίσω στην χώρα καταγωγής τους έχοντας διανύσει έναν χρόνο στην φυλακή. Η αίτηση έγινε αποδεχτή από το δικαστήριο με απότοκο την απέλαση της Monica και του Francisco πίσω στην Χιλή όπου θα απαλαχθούν εντελώς από όποια επιτήρηση, εν αναμονή τυχόν αδικημάτων σε βάρους του Χιλιανού νομικού συστήματος. Δεδομένου ότι δεν έχουν τέτοια, είναι ελεύθεροι να περπατούν ελεύθεροι κατά την αφιξή τους διερχόμενοι τους Χιλιανούς δασμούς. Αμφότεροι η Monica και ο Francisco ουδέποτε αναγνώρισαν την εμπλοκή τους στην βομβιστική επίθεση και στην πραγματικότητα υπέθεσαν πως οι κατηγορίες τους ήταν μέρος μιας ευρύτερης κρατικής πολιτικής δίωξης τους ως Αναρχικοί

Η Monica Caballero και ο Francisco Solar αρχικά ήρθαν στην Ισπανία αφού οι κατηγορίες τους στην Χιλιανή υπόθεση βομβών αποσύρθησαν από το δικαστήριο του Santiago το 2012. Η υπόθεση αυτή προβλήθηκε έντονα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην Χιλιανή επικράτεια όταν πρωτοήρθε στο φως το 2010, με δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις των συλλήψεων 21 κατηγορούμενων, εικονιζόμενων ως τρομοκράτες. Η υπόθεση όμως σύντομα κατέρρευσε αφού ανεπαρκής και ισχνές αποδείξεις παρουσιάστηκαν από τις κρατικές διωκτικές αρχές στα δικαστήρια με αποτέλεσμα την αθώωση των Αναρχικών αλλά και μια κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης. Το δικαστήριο του Santiago πρόσταξε τις κρατικές διωκτικές αρχές να διαμείψουν με 460 εκκατομύρια Χιλιανά pesos ( περίπου 700.000 δολάρια ) τους πρώην Αναρχικούς, κατηγορούμενες για τις απώλειες και τα τραύματα που υπέστησαν στα χέρια του νομικού συστήματος, πρόταση που στην συνέχεια έγινε δεκτή από το ανώτατο Χιλιανό δικαστήριο. Ο Francisco Solar αμείφθηκε με 100 εκατομμύρια pesos, ενώ η Monica Caballero με 80 εκατομμύρια pesos, τα οποία χρησιμοποίησαν ώστε να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ισπανία σαν ζευγάρι.

Σήμερα η Monica και ο Francisco θα είναι ελέυθεροι να βαδίζουν απρόσκοπτα στους δρόμους του Santiago και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μαζί με τους φίλους τους, τις οικογένειες τους και τους συντρόφους τους. Τους χαιρετίζουμε για τις γενναίες, αξιοπρεπείς προσπάθειες τους όλα αυτά τα χρόνια καταστολής και διωγμών να αντισταθούν στα όρια των κρατικών φυλακών ανά τον κόσμο.

Με αγάπη και οργή

Zήτω η Αναρχία!

The Women’s Coordinating Committee for a Free Wallmapu [Toronto]

(Πηγή: insurrection news)

“Κείμενο του Ν. Ρωμανού σχετικά με την Δήλωση Κορκονέα στο Μικτό Ορκωτό εφετείο Λαμίας”

Στις 23 Δεκεμβρίου σε μια από τις συνεδριάσεις του μικτού ορκωτού εφετείου Λαμίας το οποίο δικάζει τους μπάτσους – δολοφόνους Κορκονέα και Σαραλιώτη η πρόεδρος του δικαστηρίου ζήτησε όπως συνηθίζετε από τους κατηγορούμενους να τοποθετηθούν σχετικά με τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.

Η τοποθέτηση του Κορκονέα ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την αντίληψη που διέπει όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και αποτελούν τους ένοπλους υπερασπιστές της ματωμένης κοινωνικής ειρήνης που επιβάλουν κράτος και κεφάλαιο.

– Δεν ζητάω συγγνώμη για την δολοφονία του Γρηγορόπουλου επειδή δεν υπήρξε ένας απλός 15χρονος αλλά ήταν αντιεξουσιαστής.

Η συγκεκριμένη δήλωση αποτελεί μια παραδοχή τεράστιας πολιτικής σημασίας που καταρρίπτει στην πράξη όλα τα συστημικά αφηγήματα τα οποία μεθοδευμένα επιχειρούν να αλλοιώσουν και να παραχαράξουν την ιστορική πραγματικότητα. Την πραγματικότητα της ύπαρξης ενός αδυσώπητου κοινωνικού πολέμου στον οποίο οι μισθοφόροι της έννομης τάξης ανέκαθεν είχαν έναν συγκεκριμένο ρόλο.

Ας εξετάσουμε όμως τι σημαίνει στην πραγματικότητα αυτή η παραδοχή. Αρχικά η παραίτηση του συνήγορου του Κορκονεά Αλέξη Κούγια δεν αποτέλεσε μια πράξη εναντίωσης του συγκεκριμένου στην δήλωση του πελάτη του. Εξάλλου ήταν ο ίδιος που είχε δηλώσει ότι το αν έπρεπε να πεθάνει ή όχι ο Αλέξανδρος θα το κρίνει τελικά η δικαιοσύνη. Ο μοναδικός λόγος της παραίτησης του ήταν ότι ο πελάτης του με την δήλωση του κατέρριψε την υπερασπιστική γραμμή που ο ίδιος είχε αναλάβει να οικοδομήσει και χάραζε από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την υπόθεση.

Το προφίλ του μετανοημένου οικογενειάρχη αστυνομικού με την βαθιά χριστιανική πίστη που βρέθηκε στον λάθος τόπο την λάθος στιγμή και εξαιτίας του κινδύνου που βρισκόταν από μια ομάδα νεαρών με αποκλίνουσες συμπεριφορές αναγκάστηκε να χρησιμοποίησει το όπλο του ρίχνοντας στον αέρα χωρίς να μπορεί να υπολογίσει τον εξοστρακισμό της σφαίρας.

Η δήλωση του Κορκονέα αποδήμησε σε τέτοιο βαθμό την υπερασπιστική γραμμή του Κούγια τόσο δικονομικά όσο και για το ηθικό υπόβαθρο του πελάτη του που ήταν αδύνατον να συνεχίσει να τον εκπροσωπεί.

Μέσα στην δήλωση παραίτησης του ο Κούγιας αποκαλύπτει και μια λεπτομέρεια η οποία μόνο ασήμαντη δεν είναι. Η εντολή για την υπεράσπιση του Κορκονέα στον Κούγια δόθηκε από τον πρόεδρο του σωματείου των ειδικών φρουρών Ντούμα. Αυτή η αποκάλυψη απλώς επιβεβαιώνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο ότι η αποδοχή που έχει ο Κορκονέας μέσα στα σώματα ασφαλείας δεν προέρχεται μόνο από το 50% των αστυνομικών που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή όπως θα ήθελαν να πούνε κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι του αριστερού εκσυγχρονισμού αλλά από το σύνολο τους για αυτό και τα συνδικαλιστικά τους όργανα ανέθεσαν στον Κούγια να ξελασπώσει τον δικό τους. Επιβεβαιώνει ότι οι δολοφονικές ενέργειες των μπάτσων επικροτούνται και συγκαλύπτονται από όλη την βαθμίδα ιεραρχίας του κατασταλτικού μηχανισμού. Αποδεικνύει το μέγεθος της συγκάλυψης που διαπράττεται καθημερινά στα αστυνομικά τμήματα, στα κρατητήρια, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών για τις βιαιοπραγίες, τους βασανισμούς, τις δολοφονίες των μπάτσων που βαφτίζονται “μεμονωμένα περιστατικά”, “αυτοκτονίες”, “τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις”.

Αποδεικνύεται επίσης ότι η πολιτική κάλυψη των κατασταλτικών πογκρόμ ενάντια στο ανατρεπτικό κίνημα, τους μετανάστες, όσους βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο και πετιούνται στα αστικά γκέτο των μητροπόλεων είναι μια πολιτική επιλογή που ξεπερνάει τις ιδεολογικές ταμπέλες του αστικού πολιτικού προσωπικού. Είναι μια επιλογή κρατικής διαχείρισης και χάραξης κυβερνητικής πολιτικής. Είναι η ίδια η ουσία του κράτους.

Ας επιστρέψουμε όμως στην δήλωση του Κορκονέα. Η αναφορά στην πολιτική ταυτότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ως έναν λόγο για τον οποίο παραμένει αμετανόητος δείχνει ότι ο Κορκονέας έχει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που τον καθιστά εχθρικό απέναντι στους αναρχικούς σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρεί ηθικό και δίκαιο να δολοφονούνται από την αστυνομία. Έχει αντίληψη του θεσμικού του ρόλου καθώς θεωρεί ότι η πράξη του δεν εξελίχθηκε εκτός των αστυνομικών του καθηκόντων αλλά μέσα στα πλαίσια που ορίζει η υπηρεσία του στην αστυνομία.

Με την άρνηση του να ζητήσει συγγνώμη για την δολοφονία του συντρόφου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου εισάγοντας ως βασική επιχειρηματολογία το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος ήταν αναρχικός ουσιαστικά αναλαμβάνει πέρα από τις όποιες ποινικές προεκτάσεις που μας είναι αδιάφορες και την πολιτική ευθύνη καθιστώντας την δολοφονία πολιτική με τις πολιτικές ευθύνες να αναρριχούνται έως την κορυφή της τότε κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα η δήλωση του Κορκονέα κουβαλάει και ένα κοινωνικό φορτίο με αντιδραστικό πρόσημο. Εκφράζει εκείνα τα μικροαστικά και συντηρητικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας τα οποία έσπευσαν να νομιμοποιήσουν την κρατική δολοφονία λέγοντας “καλά να πάθει”, “πήγαινε γυρεύοντας”, “τι δουλεία είχε στα Εξάρχεια;”. Τα κοινωνικά κομμάτια που σε ένα ενδεχόμενο μιας επαναστατικής απόπειρας θα ταχθούν ψυχή και σώμα με το στρατόπεδο της αντεπανάστασης.

Την ίδια στιγμή με την δήλωση του αντικρούει και τα αφηγήματα που εμφανίζουν την συγκεκριμένη κρατική δολοφονία ως ένα μεμονωμένο περιστατικό σε μια προσπάθεια να την αποσυνδέσουν από την ιστορική αντιπαράθεση του κόσμους της εξουσίας με όσους εξεγείρονται εναντίων της, να την αφοπλίσουν από τα μαχητικά πεδία του κοινωνικού πολέμου, να την αφομοιώσουν ως μια σταγόνα κρατικής βίας που ξεχείλισε το ποτήρι απαιτώντας τον εκδημοκρατισμό της αστυνομίας.

Όμως αν ο Κορκονέας και οι όμοιοι του παραμένουν αμετανόητοι για την δολοφονία του συντρόφου μας εξίσου αμετανόητοι παραμένουν και όσοι εξακολουθούν να αγωνίζονται για ένα κόσμο ισότητας και ελευθερίας μέσα από τις γραμμές του ανατρεπτικού κινήματος. Εκείνοι που δεν αφήνουν της σταγόνες ζωής να στάζουν ανεκμετάλλευτες στο πάτωμα γνωρίζοντας πως είναι σταγόνες χαμένες από την φυσική ροή των πραγμάτων, της αέναης κίνησης προς την ελευθερία. Εκείνων που χορεύουν μέσα στις δίνες της καταιγίδας που κατακλύζουν το μυαλό και την καρδιά μας, της καταιγίδας δράσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που ονειρευόμαστε να ξεσπάσει και να παρασύρει το σώμα μας στα μονοπάτια των απέραντων ωκεανών που θέλουμε να κατακτήσουμε αγναντεύοντας και γελώντας.

Αυτοί είναι εκείνοι που θα βάλουν τις βάσεις ώστε η ιστορία να γραφτεί με τον τρόπο που της αρμόζει.

 

 

Νίκος Ρωμανός